Está en la página 1de 205

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΕΓΙ

Η ΙΖΑΜΠΕΑ
ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ
ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

Λυχνάρι
το βλΧβίο
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Τ Ζ Ε Ν Η Σ Μ ΙΣΤΡΑΚΗ
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ «ΛΥΧΝΑΡΙ*

ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ: ΤΑΣΟΣ ΛΑΖΑΡΙΔΗΣ


ΕΜΒΑΣΜΑΤΑ - ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ: ΞΕΝΗ ΚΟΥΒΕΛΗ
ΒΟΥΛΓΑΡΗ 61 - ΠΕΙΡΑΙΑΣ - 4170478
ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΕΣ: ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ 139 - ΚΑΛΛΙΘΕΑ
ΤΗΛΕΦΩΝΑ: 9516253 - 9512723 - 0295 22738

AGATHA CHRISTIE
THE ROSE AND THE YEW TREE

ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΤΩΝ ΕΚΔΟΣΕΩΝ «ΛΥΧΝΑΡΙ»


ΤΟ ΝΟΕΜΒΡΙΟ ΤΟΥ 1989

PRINTED IN GREECE
Η στιγμή του ρόδου κι η στιγμή του έλατου
έχουν την ίδια διάρκεια

Τ. Σ. ΕΑΙΟΤ
ΠΡΟΛΟΓΟΣ

ΒΡΙΣΚΟΜΟΥΝ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ, όταν ο Πάρφιτ, ο καμαριέρης μου,


ήρθε και με ειδοποίησε ότι στο σαλόνι ήταν μια κυρία που ζητού­
σε να με δει, γιατί, λέει, είχε να μου πει κάτι πολύ σημαντικό.
Έχω τη συνήθεια να μην δέχομαι ποτέ κανέναν αν δεν μου
έχει κλείσει προηγουμένως ραντεβού. Οι άνθρωποι που έρχο­
νται ξαφνικά και σου λένε πως θέλουν να σου μιλήσουν για κάτι
το επείγον, επιζητούν, τις περισσότερες φορές, οικονομική ενί­
σχυση. Εκείνοι πάλι που έχουν πραγματικά ανάγκη από χρήματα,
σπάνια καταδέχονται να ζητήσουν.
Ρώτησα τον Πάρφιτ ποιο ήταν το όνομα της επισκέπτριας κι
εκείνος μου έδωσε μια κάρτα. Πάνω της ήταν τυπωμένες δυο
λέξεις: «Κατρίν Βογκομπιάν». Το όνομα αυτό δεν μου έλεγε τί­
ποτα! Δεν το είχα ξανακούσει ποτέ, ήμουν βέβαιος. Ασφαλώς η
σκέψη μου πως είχε έρθει με σκοπό να μου αποσπάσει χρήματα,
ήταν σωστή. Καθόλου παράξενο μάλιστα, να είχε έρθει με την
πρόθεση να μου πασάρει κανένα από τους χιλιάδες ψεύτικους
πίνακες που παρουσιάζουν διάφορα άτομα σαν αντίκες αμύθη­
της αξίας. Πιθανόν να έλπιζε σε μεγαλύτερη αμοιβή φέρνοντάς
τον η ίδια, προσωπικά, συστημένον στο όνομά μου.
Απάντησα πως λυπόμουν αλλά δεν μπορούσα να δεχτώ την
μαντάμ Βογκομπιάν. Αν ήθελε, όμως, μπορούσε να μου αφήσει
ένα σημείωμα για το λόγο που είχε αποφασίσει αυτό το διάβη­
μα. Ο Πάρφιτ κούνησε ελαφρά το κεφάλι και αποσύρθηκε. Ο
άνθρωπος αυτός είναι εξαιρετικά έμπιστος καμαριέρης. Αυτό
που πραγματικά χρειαζόμουν. Δεν είχα την παραμικρή αμφιβολία
ότι το ζήτημα είχε κανονιστεί, όταν είδα τον Πάρφιτ να παρου­
σιάζεται ξανά, με ύφος, αυτή τη φορά, στενοχωρημένο. Η κυρία,
είπε, επιμένει. Ισχυριζόταν μάλιστα πως επρόκειτο για ένα ζήτη­
μα ζωής και θανάτου, που αφορούσε κάποιο φίλο μου.
Ένιωσα το ενδιαφέρον μου να ξυπνά, όχι βέβαια από το μή­
νυμα που μου έστειλε. Επρόκειτο ολοφάνερα για μια από τις γυ­
ναικείες υπερβολές. «Ζήτημα ζωής και θανάτου για ένα φίλο...»

9
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

Υπερβολικά τραγικό. Ό χι, αυτό που προκάλεαε την περιέργειά


μου, ήταν η συμπεριφορά του Πάρφιτ. Ήταν κάτι πρωτάκουστο
για έναν καμαριέρη, τυπικό σαν τον Πάρφιτ, να επιστρέφει με
ένα τέτοιο μήνυμα.
Κατέληξα στο βιαστικό συμπέρασμα ότι η Κατρίν Βογκοπιάν
ήταν απίστευτα όμορφη ή εξαιρετικά γοητευτική. Τίποτε αλλά
δεν θα μπορούσε να ερμηνεύσει το ασυνήθιστο φέρσιμο του
Πάρφιτ.
Επειδή ένας άντρας εξακολουθεί να παραμένει άντρας ακό­
μα κι αν έχει ξεπεράσει τα πενήντα και είναι ανάπηρος, υπέκυψα
στον πειρασμό. Αν ήθελα να είμαι ειλικρινής, θα έπρεπε να ομο­
λογούσα ότι επιθυμούσα πραγματικά να δω αυτό το παράξενο
πλάσμα που κατάφερε να κατακτήσει ακόμα και τον τόσο συ­
γκρατημένο και άψογο καμαριέρη μου.
Έτσι, του ζήτησα να φέρει την κυρία επάνω και μόνο όταν ε ί­
δα την Κατρίν Βογκοπιάν να μπαίνει στο δωμάτιο, ένιωσα σχεδόν
την ανάσα μου να κόβεται. Τώρα μπορούσα να καταλάβω θαυμά­
σια την συμπεριφορά του Πάρφιτ. Η κρίση του ήταν, όπως πάντα,
αλάνθαστη. Αναγνώρισε στο πρόσωπο της επισκέπτριας εκείνο
το επίμονο ταμπεραμέντο μπροστά στο οποίο, τελικά, όλοι υπο­
κύπτουν. Κρίνοντας σωστά, ότι αν επέμενα στην αρνητική απά­
ντησή μου, θα αναγκαζόταν να δώσει μια μάχη μ ε βέβαιη νική­
τρια την Κατρίν Βογκοπιάν, προτίμησε να απαλλαγεί ο ίδιος α π ’
όλη αυτή τη μάταιη δοκιμασία. Γιατί η επισκέπτρια φαινόταν να
διαθέτει την επιμονή μιας βαριάς σφύρας και την μονοτονία μιας
καπνοδόχου φούρνου σε συνδυασμό με το εκνευριστικό ταπ -
ταπ του νερού, καθώς πέφτει σταγόνα - σταγόνα σε μια πέτρα. Ο
χρόνος δεν είχε καμιά σημασία γι ’ αυτήν προκειμένου να πετύ-
χει το σκοπό της. Δεν θα δίσταζε να μείνει καθισμένη στο αβάν -
χωλ μια ολόκληρη μέρα. Ή ταν από τις γυναίκες που στο μυαλό
τους υπάρχει θέση για μια σκέψη μόνο, κάτι που τους προσφέ­
ρει το πλεονέκτημα να μην έχουν άλλο πρόβλημα από την πραγ­
ματοποίησή της.
Καθώς είπα και προηγουμένως, το σοκ που πήρα μόλις την
είδα να μπαίνει στο δωμάτιο, ήταν φοβερό. Ή μουν έτοιμος να
συγχωρήσω τα πάντα μπροστά στην ομορφιά της. Αντίθετα, η γυ­
ναίκα αυτή ήταν υπερβολικά, σχεδόν ενοχλητικά, όμοια με χιλιά­
δες, εκατομμύρια άλλες. Ό χι άσχημη, προσέξτε. Η ασχήμια έ ­

10
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

χει τους δικούς της ρυθμούς, τους δικούς της ερεθισμούς, τα


δικά της θέλγητρα. Η Κατρίν, όμως, είχε ένα μεγάλο πρόσωπο,
κάτι σαν δίσκο. Το στόμα της ήταν πελώριο και στο επάνω χείλος
της ξεχώριζε ένα ελάχιστο, ανεπαίσθητο χνούδι. Τα μάτια της ή­
ταν μικρά και σκοτεινά. Τα μαλλιά της άχαρα, χτενισμένα ακαλαί­
σθητα. Ακόμα και το σώμα της δεν είχε καμιά χάρη. Τα ρούχα
που το περιέβαλαν ήταν αυτά ακριβώς που του ταίριαζαν. Ά κο μ ­
ψα, κακοβαλμένα. Το μόνο που εντυπώσιαζε κάπως επάνω της,
ήταν το αποφασιστικό της πηγούνι. 'Οταν άνοιξε το στόμα της,
στ' αυτιά μου έφτασε μια τραχιά και αντιπαθητική φωνή.
Έριξα μια ματιά απόλυτης κατανόησης στον Πάρφιτ κι εκεί­
νος μου την ανταπέδωσε. Είχε αποδειχτεί ότι, όπως συνήθως, ε ­
κείνος ήξερε καλύτερα.
- Η μαντάμ Βογκοπιάν, ανάγγειλε και πολύ φρόνιμα φρόντι­
σε ν ' αποσυρθεί εγκαταλείποντάς με στο έλεος αυτής της γυ­
ναίκας.
Η γυναίκα προχώρησε αποφασιστικά προς το μέρος μου. Για
πρώτη φορά ένιωσα τόσο έντονα το μειονέκτημα της αναπηρίας
μου. Ή θελα με όλη μου την ψυχή να τρέξω μακριά α π ' αυτή τη
γυναίκα, μα, δυστυχώς, δεν μπορούσα να το κάνω.
- Σας παρακαλώ, κύριε, θα είσαστε τόσο καλός ώστε να έρ­
θετε μαζί μου;
Η παράκλησή της έμοιαζε περισσότερο με διαταγή.
- Παρακαλώ, έκανα ξαφνιασμένος.
- Φοβάμαι πως δεν μιλάω και τόσο καλά τα αγγλικά, αλλά
δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο. Ο μίστερ Γκάμπριελ ζήτησε να
σας δει. Είναι πολύ βαριά άρρωστος. Θα πεθάνει σύντομα και
σας ζητά. Γι ' αυτό πρέπει να έρθετε αμέσως.
Την κοίταξα οργισμένος. Σίγουρα θα πρέπει να ήταν τρελή.
Το όνομα Γκάμπριελ δεν μου έλεγε τίποτα. Ίσως γ ι' αυτό να ε ί­
χε κάποια ευθύνη και η προφορά της. Ακόμα, όμως, κι αν το είχε
προφέρει ολοκάθαρα και πάλι δεν θα ξυπνούσε στη μνήμη μου
τίποτα. Είχε περάσει τόσος καιρός από τότε. Τουλάχιστο δέκα
χρόνια, χωρίς, όλο αυτό το διάστημα, ν ' απασχολήσει το μυαλό
μου η σκέψη του Τζων Γκάμπριελ.
- Είπατε ότι πεθαίνει κάποιος... Κάποιος γνωστός μου;
Με κοίταξε σχεδόν επιπληκτικά.
- Μα, ναι, φυσικά και τον γνωρίζετε... Σας ζητά αδιάκοπα.

11
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

'Ηταν τόσο πειστική που βάλθηκα να ξεθάβω τις αναμνήσεις


μου. Τι όνομα είχε πει, αλήθεια; Γκάμπλ; Γκάλμπραθ; Είχα γνωρί­
σει έναν μηχανικό μεταλλείων κάποτε μ ' αυτό το όνομα. Η σχέ­
ση μας, όμως, ήταν σύντομη και απόλυτα τυπική. Θα ήταν απίθα­
νο να θέλει να με δει στις τελευταίες του στιγμές. Αν δεν έβλε­
πα τόση ανυπομονησία στο πρόσωπο της Κατρίν, θα πίστευα πως
είχα πέσει θύμα φάρσας.
- Τι όνομα είπατε; Γκάλμπραιθ;
- Ό χι, όχι, Γκάμπριελ. Γκάμπριελ.
Την κοίταξα ερωτηματικά. Τώρα πρόφερε το όνομα συλλαβή -
συλλαβή, ολοκάθαρα. Και πάλι, όμως, δεν μου θύμιζε τίποτα.
- Τζων Γκάμπριελ! επανέλαβε τώρα με επιμονή και αυτή τη
φορά, σχεδόν άθελά μου, αναπήδησα.
Ό λα ήρθαν στην σκέψη μου μονομιάς. Το Σαιν - Λου, οι γη-
ραιές κυρίες, η Μίλλυ Μπάρτ και ο Τζών Γκάμπριελ, με το άσχη­
μο, δυναμικό του πρόσωπο και τα αθόρυβα γατίσια βήματα. Ακό­
μα, ο Ρούπερτ, ψηλός και όμορφος σαν νεαρός Ολύμπιος Θεός.
Και, φυσικά, η Ίζαμπελ... Θυμήθηκα την τελευταία φορά που ε ί­
χα συναντήσει τον Τζων Γκάμπριελ στο Ζάγκρεμπ και όσα είχαν
συμβεί εκεί... Ένιωσα να γίνομαι κατακκόκκινος από οργή και α­
γανάκτηση.
- Πεθαίνει, λοιπόν; είπα χαιρέκακα. Χαίρομαι πολύ που το α­
κούω...
- Παρακαλώ;
Υπάρχουν μερικά πράγματα που σου είναι αδύνατον να επα-
ναλάβεις, όταν ο άλλος σου το ζητά με ένα ευγενικό «παρακα­
λώ». Η γυναίκα εξακολουθούσε να με παρατηρεί με έκδηλη ανυ­
πομονησία.
- Πεθαίνει, είπατε, ε;
- Ναι, είναι πολύ άσχημα... Έχει φοβερούς πόνους.
Ένιωσα αληθινή ικανοπςίηση. Κανένας πόνος δεν θα ήταν
αρκετός να τιμωρήσει τον Τζων Γκάμπριελ για όσα είχε κάνει.
Αυτό, όμως, δεν μπορούσα να το ομολογήσω σε κάποιον που του
ήταν ολοφάνερα, ολόψυχα αφοσιωμένος.
Τί είχε πάντα αυτός ο άνθρωπος και γοήτευε τις γυναίκες; α­
ναρωτήθηκα με κάποιον εκνευρισμό. Ή ταν άσχημος, σαν αμαρ­
τία. Βάρβαρος, απαιτητικός, ανικανοποίητος. Ήταν, βέβαια, έ ­
ξυπνος και υπήρχαν περιπτώσεις που αποτελούσε μια πολύ ευ-

12
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

χάριατη συντροφιά. Είχε χιούμορ. Όμως, κανένα α π ' αυτά τα


χαρακτηριστικά, δεν μπορούν να μαγέψουν μια γυναίκα σε τέ­
τοιο σημείο...
Η Κατρίν διέκοψε τους συλλογισμούς μου.
- Θα έρθετε, παρακαλώ; Ας φύγουμε, λοιπόν, αμέσως. Δεν
υπάρχει χρόνος για χάσιμο.
Αποφάσισα ν ' αποκριθώ.
- Φοβάμαι, αγαπητή μου κυρία, ότι δεν πρόκειται να σας συ­
νοδέψω...
- Μα, σας ζητάει, επέμενε αυτή, μη καταλαβαίνοντας.
- Ό χι, δεν θα έρθω.
- Φαίνεται πως δεν καταλάβατε, κύριε. Ο Τζων είναι άρρω­
στος. Πεθαίνει. Και θέλει να σας δει.
Προετοιμάστηκα για τη μάχη. Είχα ήδη καταλάβει αυτό που ο
Πάρφιτ διαπίστωσε α π ' την πρώτη στιγμή: η μαντάμ Βογκομπιάν
δεν συνήθιζε να υποχωρεί.
- Κάνετε λάθος, κυρία μου. Ο Τζων Γκάμπριελ δεν είναι φί­
λος μου.
- Μα, ναι, ναι. Διάβασε το όνομά σας στις εφημερίδες - έ ­
γραφε πως είσαστε μέλος της αποστολής- και ζήτησε να μά­
θουμε που μένετε και να σας πάμε κοντά του. Σας παρακαλώ,
κύριε, κάντε γρήγορα, γιατί ο γιατρός δεν δίνει καθόλου χρονικά
περιθώρια. Αοιπόν, μπορούμε να ξεκινήσουμε;
Πίστεψα πως είχε έρθει η στιγμή να δείξω τις διαθέσεις μου.
Είπα ωμά.
- Μπορεί να πάει στο διάβολο. Δεν μου καίγεται καρφί για
την αφεντιά του.
- Παρακαλώ;
Τα μάτια της ήταν επίμονα καρφωμένα επάνω μου. Με την
μύτη προτεταμένη προσπαθούσε να καταλάβει το νόημα των λό­
γων μου...
- Ο Τζων Γκάμπριελ, πρόφερα αργά και καθαρά, δεν είναι φί­
λος μου. Είναι ένας άνθρωπος που μισώ. Μισώ! Καταλάβατε;
Έκλεισε συνοφρυωμένη τα μάτια. Πίστεψα πως, επί τέλους,
είχε αρχίσει να μπαίνει στο νόημα.
- Είπατε, πρόφερε αργά, σαν παιδί που επαναλαμβάνει ένα
δύσκολο μάθημα, είπατε πως μισείτε... τον Τζων Γκάμπριελ;
- Ακριβώς, την βεβαίωσα.

13
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΓΤΙ

Χαμογέλασε. Ένα χαμόγελο εξοργιστικό.


- Μα όχι, όχι, δεν είναι δυνατόν. Κανείς δεν είναι δυνατόν
να μισεί τον Τζων Γκάμπριελ! Είναι πολύ σπουδαίος. Τόσο καλός
άνθρωπος! Ό λοι εμείς που τον γνωρίζουμε, πρόθυμα θα πεθαί-
ναμε για χάρη του.
- Θεέ μου, κραύγασα απελπισμένος. Τι έχει επάνω του αυ­
τός ο άνθρωπος και γοητεύει τόσο τους άλλους;
Η μαντάμ Βογκοπιάν φάνηκε, ξαφνικά, να λησμόνησε την α­
ποστολή της. Κάθησε κοντά μου, έστειλε πίσω μια τούφα μαλλιά
και με μάτια που έλαμπαν από ενθουσιασμό, άνοιξε το στόμα της
αφήνοντας ελεύθερο ένα καταρράκτη από επαίνους.
Μονολογούσε, νομίζω, ένα ολόκληρο τέταρτο περίπου. Με­
ρικές φορές .έβρισκε δυσκολία να εκφραστεί, κι άλλοτε τα λόγια
της δεν έρρεαν σαν καθαρό ποτάμι. Τα όσα έλεγε, όμως, με έ ­
καναν να τα χάσω. Μιλούμε με τόση θέρμη, με τόσο πάθος, μ ’
ολόκληρο το είναι της! Περιέγραφε τον Τζων Γκάμπριελ σαν
Μεσσία και ήταν σίγουρο ότι έτσι πίστευε και η ίδια. Έλεγε γ ι'
αυτόν πράγματα που μου φαίνονταν φανταστικά και απίθανα. Τον
παρουσίαζε στοργικό, δυνατό, γενναίο, οδηγό και προστάτη. Μι­
λούσε για κάποιον που αψηφούσε το θάνατο προκειμένου να βο­
ηθήσει έναν συνάνθρωπό του. Για κάποιον που μισούσε την
σκληρότητα και την αδικία, που έδινε στους ανθρώπους κουρά­
γιο και δύναμη. Είπε πως είχε δεχτεί πολλές επιθέσεις. Μια φο­
ρά, μάλιστα, τον είχαν κυριολεκτικά σακατέψει, μια άλλη ξέφυγε
μισοπεθαμένος. Εκείνος, όμως, κατάφερε να τα ξεπεράσει όλα
αυτά με το ασθενικό κορμί του και να συνεχίσει το δύσκολο έργο
της θυσίας.
- Μα, στ’ αλήθεια, δεν ξέρετε τα όσα έχει κάνει; κατέληξε.
Είναι δυνατόν να υπάρχει στον κόσμο άνθρωπος που να μην γνω­
ρίζει τον πατέρα Κλεμέν;
Απόμεινα βουβός. Αυτό που έλεγε ήταν αλήθεια. Ό λοι ε ί­
χαν ακούσει για τον πατέρα Κλεμέν. Η φήμη του είχε απλωθεί
σχεδόν σε ολόκληρο τον κόσμο, αν και οι περισσότεροι πίστευαν
πως επρόκειτο για ένα μυθικό πρόσωπο και όχι για πλάσμα αν­
θρώπινο. Πως θα μπορούσα να περιγράφω τον χαρακτήρα του
πατέρα Κλεμέν; Φανταστείτε ένα μείγμα του Ρισάρ Κουρ ντε
Λυών, του πατέρα Νταμιέν και του Λώρενς της Αραβίας. Ένας
άνθρωπος που ήταν ταυτόχρονα αγωνιστής και άγιος, ριψοκίνδυ­

14
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

νος σαν έφηβος. Τα χρόνια που ακολούθησαν την περίοδο του πο­
λέμου 1939 -1945, βύθισαν την Ευρώπη και την Ανατολή ο ' ένα
σκοτεινό χάος. Ο φόβος επικρατούσε παντού. Οι λαοί υπέφεραν
από πείνα, φτώχεια και σκληρότητα. Ο πολιτισμός είχε αρχίσει
να ξεχνιέται. Στην Ινδία και την Περσία, συνέβαιναν ακατονόμα­
στα πράγματα. Φόνοι, αναρχία, σφαγές, βασανιστήρια... Τότε, ε ­
ντελώς ξαφνικά, έκανε την εμφάνισή του ένας εντυπωσιακός
άνθρωπος. Ο πάτερ Κλεμέν. Φυγάδευε παιδιά, έσωζε καταδί­
κους από βασανιστήρια, οδηγούσε ομάδες ανθρώπων από απά­
τητα μονοπάτια ανάμεσα από τα βουνά σε μέρη ασφαλή και φρό­
ντιζε να τους οργανώνει, ώστε να μπορούν μόνοι να αντιμετωπί­
ζουν κάθε δυσκολία. Αυτός ήταν ο πατέρας Κλεμέν!
Και σύμφωνα με τα λόγια της Κατρίν Βογκομπιάν, ο ήρως αυ­
τός, δεν ήταν άλλος από τον Τζων Γκάμπριελ, πρώην ταγματάρ­
χη στο ΣαινΛου, επικίνδυνο για τις γυναίκες και γερό πότη... Τον
άνθρωπο που το πρώτο, το τελευταίο και όλα τα χαρτιά τα έπαιζε
αποκλειστικά και μόνο για τον εαυτό του. Τον τυχοδιώκτη, τον
καιροσκόπο, εκείνον που δεν είχε καμιά αρετή, εκτός από μία:
φυσικό θάρρος.
Ξαφνικά, ένιωσα την βεβαιότητά μου να κλονίζεται. Ή ταν α­
πίθανο να πιστέψω το παραμύθι της Κατρίν. Υπήρχε, όμως, ένα
σημείο που έκανε δυνατή την ομοιότητα ανάμεσα στους δυό ά­
ντρες. Ο πατέρας Κλεμέν και ο Τζων Γκάμπριελ ξεχώριζαν κι οι
δυό για το απίστευτο θάρρος τους. Μερικά από τα κατορθώματα
του μεγάλου ήρωα -η σωτηρία των παιδιών, η φυγάδευση θυμά­
των- έκρυβαν στο βάθος τη θρασύτητα των μεθόδων εκείνου.
Ναι, χωρίς αμφιβολία, ήταν μέθοδοι του Τζων Γκάμπριελ.
Ο πρώην ταγματάρχης, ωστόσο, ήταν διαφημιστής του εαυ­
τού του. ' Οτι κι άν έκανε, το έκανε περιμένοντας θαυμασμό και
επαίνους. Αν ο Τζων Γκάμπριελ ήταν πράγματι ο πατέρας Κλε­
μέν, θα πρέπει να το είχε πληροφορηθεί όλος ο κόσμος. Ό χι, ή­
ταν απίθανο... Δεν μπορούσα να το πιστέψω...
Όταν, όμως, η Κατρίν σταμάτησε ξέπνοη, όταν η φλόγα στη
ματιά της έσβησε και όταν ξανάπε με την επίμονη, μονότονη φω­
νή της: Θα έρθετε τώρα μαζί μου, μεσιέ; δεν δίστασα άλλο και
φώναξα αμέσως τον Πάρφιτ.
Με βοήθησε να ετοιμαστώ, μου έδωσε τα δεκανίκια μου και
με έβαλε σε ένα ταξί με την Κατρίν Βογκομπιάν πλάι μου. Βλέ­

15
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

πετε, έπρεπε οπωσδήποτε να μάθω. Ήταν μια απλή περιέργεια;


Ή , μήπως, έφταιγε η επιμονή της γυναίκας; Ή ταν σίγουρο, ω­
στόσο, πως σε οποιαδήποτε περίπτωση, στο τέλος θα υποχω­
ρούσα μόνο και μόνο για να γλυτώσω από την ενοχλητική παρου­
σία της. Ό πως και να είχε το πράγμα, ήθελα να δω τον Τζων
Γκάμπριελ. Ή θελα να διαπιστώσω αν υπήρχε τίποτα το κοινό α­
νάμεσα στον πατέρα Κλεμέν και τον άνθρωπο που γνώριζα. Ή ­
θελα, ίσως, να δω αν μπορούσα, αυτό που είχε δει η Ίζαμπελ και
έκανε ό,τι έκανε...
Δεν ξέρω τι περίμενα, καθώς ακολουθούσα την Κατρίν Βο-
γκομπιάν στις στενές σκάλες και ύστερα στο απλό, μικρό υπνο­
δωμάτιο. Μέσα βρισκόταν ένας τυπικός Γάλλος γιατρός με μούσι
και γυαλιά. Ή ταν σκυμμένος πάνω στον ασθενή του, αλλά τρα­
βήχτηκε ευγενικά μόλις μπήκα.
Πρόσεξα το βλέμμα του να καρφώνεται πάνω μου με περιέρ­
γεια. Ήμουν, εκείνος που μια διασημότητα είχε εκφράσει την ε ­
πιθυμία να δει, πριν πεθάνει... Ένιωσα ένα αληθινό σοκ μόλις α-
ντίκρυσα τον Γκάμπριελ. Είχε περάσει τόσος καιρός από εκείνη
την ημέρα στο Ζάγκρεμπ. Δεν θα αναγνώριζα ποτέ τη φιγούρα
αυτή που αναπαυόταν τόσο ήρεμα στο κρεβάτι. Το κατάλαβα με
την πρώτη ματιά. Το τέλος του ήταν πολύ κοντά! Δεν αναγνώρι­
σα, όμως, τίποτα α π ' ότι ήξερα στο πρόσωπο του ανθρώπου που
ήταν ξαπλωμένος μπροστά μου. Ώ φειλα να παραδεχτώ πως η
Κατρίν είχε δίκιο. Έμοιαζε με άγιο! Στα χαρακτηριστικά του δια-
κρίνονταν καθαρά τα σημάδια της ταλαιπωρίας, της αγωνίας... Τα
ίχνη του ασκητισμού! Και, τέλος, της θείας ειρήνης...
Τίποτα α π " όλα αυτά δεν είχαν σχέση με τον άνθρωπο που
γνώριζα... Ό ταν άνοιξε τα μάτια του και με είδε, χαμογέλασε.
Ή ταν το ίδιο χαμόγελο, τα ίδια μάτια. Ό μορφα μάτια, πάνω σ ’
ένα μικρό πρόσωπο κλόουν. Η φωνή του ήταν πολύ αδύνατη. Εί­
πε σχεδόν με ένα ψίθυρο.
- Ώ στε σε βρήκε! Οι Αρμένιοι είναι ένας λαός με μεγάλες
ικανότητες!
Ναι, ήταν ο Τζων Γκάμπριελ. Στράφηκε στο γιατρό. Με φωνή
αδύνατη ζήτησε ένα δραστικό φάρμακο. Ο γιατρός αρνήθηκε. Ο
Γκάμπριελ επέμενε. Θα επέσπευδε μ ’ αυτό τον τρόπο το τέλος
ή έτσι κατάλαβα. Ο άρρωστος άφησε να φανεί πως ήταν πολύ
σημαντική γι ’ αυτόν, σχεδόν απαραίτητη, λίγη βελτίωση έστω και

16
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ.

για τελευταία φορά. Ο γιατρός ύψωσε αδύναμα τους ώμους και


υποχώρησε. Έκανε μια ένεση στον ασθενή κι ύστερα μαζί με
την Κατρίν βγήκαν, αφήνοντας μας μόνους.
Ο Γκάμπριελ άρχισε αμέσως.
- Θέλω να ξέρεις για το θάνατο της Ίζαμπελ, είπε.
Του είπα ότι τα ήξερα όλα.
- Ό χι, είπε. Δε νομίζω...
Τότε ήταν που μου διηγήθηκε την τελική σκηνή στηνκαφετέ-
ρια του Ζάγκρεμπ. Θα την περιγράφω όταν θα έρθει η ώρα. Με­
τά είπε κάτι ακόμα και μόνο αυτό. Αυτό το «κάτι» στάθηκε η αιτία
να γράψω όλη αυτή την ιστορία.
Ο πατέρας Κλεμέν ανήκει σήμερα στην ιστορία. Η απίστευτη
ζωή του, γεμάτη ηρωισμό, θάρρος, δοκιμασίες και κατορθώματα,
ανήκει στους ανθρώπους εκείνους που τους αρέσει να γράφουν
βιβλία με τιτάνιους ήρωες. Σίγουρα θα υπάρξουν πολλοί που θα
καταπιαστούν με τη βιογραφία αυτού του ανθρώπου που έδρα­
σε, μόχθησε, πολέμησε και ανάλωσε τη ζωή του ώστε να γλυτώ­
σουν οι λαοί από το χάος του πολέμου.
Αυτή δεν είναι η ιστορία του πατέρα Κλεμέν. Είναι του Τζων
Μέρρυγουέδερ Γκάμπριελ, ταγματάρχη κατά τη διάρκεια του πο­
λέμου, καιροσκόπου, ενός ανθρώπου με έντονα σαρκικά πάθη
και μεγάλη αίσθηση του χιούμορ. Αυτός κι εγώ, είχαμε αγαπήσει
κάποτε, με διαφορετικό τρόπο, την ίδια γυναίκα. Ό λοι, όταν αρ­
χίζουμε να γράφουμε, πιστεύουμε κεντρικό ήρωα της ιστορίας
μας τον ίδιο τον εαυτό μας. ' Υστερα δυαπιστούμε, αμφιβάλλου­
με, χανόμαστε. Το ίδιο συνέβη και με μένα. Στην αρχή ήταν η ι­
στορία μου. Μετά σκέφτηκα ότι ήταν της Τζένιφερ και δική μου,
όπως του Ρωμαίου και της Ιουλιέττας, του Τριστάνου και της I-
ζόλδης. Τέλος, μέσα στη σύγχιση και την ταραχή μου, ξεπρόβαλ­
λε η μορφή της Ίζαμπελ, όπως ξεπροβάλλει το φεγγάρι σε μια
σκοτεινή νύχτα. Έγινε το κύριο μοτίφ στο κέντημά μου κι εγώ...
εγώ τραβήχτηκα στο φόντο, μαζί με τους υπόλοιπους. Ποιός να
το ξέρει, τάχα, πως χωρίς το μονότονο φόντο, το πρότυπο δεν
θα μπορούσε να λάμψει ποτέ;
Και τώρα, το πρότυπο σάλεψε ξανά. Ό χι, αυτή η ιστορία δεν
είναι δική μου, ούτε της Ίζαμπελ. Είναι η ιστορία του Τζων Γκά-
μπριελ.
Η ιστορία αυτή τελειώνει εδώ, εκεί που αρχίζω εγώ. Τελειώ­
νει με τη ζωή του ήρωά της. Αλλά ταυτόχρονα και αρχίζει.

17
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

S y τιό που ν ' αρχίσω; Από το Σαιν - Λου; ' Η από την συγκέ-
ντρωση στο Ντρίλ Χιλ, όπου ένας γέρος -σωστό ρα-
μολιμέντο- στρατηγός, παρεχώρησε το λόγο σ' ένα
νέο υποψήφιο του Συντηρητικού Κόμματος, ταγματάρχη κατά τη
διάρκεια του πολέμου, ονόματι Τζων Γκάμπριελ; Πρέπει να ομο­
λογήσω ότι όταν άρχισε να μιλά, με απογοήτευσε λίγο με την κοι­
νή, ολότελα συνηθισμένη φωνή του και το άσχημο πρόσωπό του.
Για να εξακολουθώ να τον προσέχω, χρειάστηκε να θυμηθώ το
λόγο που με είχε φέρει εκεί και την επιταχτική ανάγκη να ξανα-
γυρίσω σε μια φυσιολογική ζωή, να μάθω να κινούμαι ξανά ανά­
μεσα σε μια κοινωνία ανθρώπων.
Ή θα πρέπει ν' αρχίσω από το Πάλνορθ Χάους, το μακρό­
στενο, χαμηλοτάβανο δωμάτιο που έβλεπε στη θάλασσα; Είχε
μια φαρδιά βεράντα, όπου έβγαζαν την παμπάλαιη αναπηρική
πολυθρόνα μου τις όμορφες μέρες και απολάμβανα το θέαμα
του Ατλαντικού με τα πελώρια κύματά του, που λες και κάπου
μακριά έσμιγαν με τα σύννεφα του ουρανού. Μέσα στα νερά του
έβλεπα ακόμα να καθρεφτίζονται οι επάλξεις και οι πυργίσκοι
του κάστρου του Σαιν Λου, δημιουργώντας μια εικόνα, όμοια με
σκίτσο ρομαντικής δεσποσύνης του 19ου αιώνα.
Το κάστρο του Σαιν Λου, είχε αυτό το έντονο χρώμα του
ψεύτικου, σαν να μην ήταν παρά το σκηνικό ενός θεατρικού έρ­
γου. Βλέπετε, χτίστηκε σε μια εποχή που οι άνθρωποι δεν ένιω­
θαν ντροπή για τα αισθήματά τους και απολάμβαναν ολόψυχα το
ρομαντισμό τους. ’ Οταν αντικρύζεις το κάστρο, στο νου σου έρ­
χονται δράκοι και αιχμάλωτες πριγκηποπούλες, νεράιδες και ξω­
τικά. Η πρώτη σκέψη που γεννιέται στο νου σου, είναι ότι εκεί
μέσα θα πρέπει να κατοικούν αρχόντισσες, σαν τη λαίδη Σαιν
Λου, τη λαίδη Τρεζίλιαν, τη λαίδη Μπίγκαμ Τσάρτερις και, φυσι­
κά, την ' Ιζαμπελ. Το ξάφνιασμα είναι μεγάλο όταν διαπιστώνεις
ότι δεν έπεσες έξω. ' Ισως η πιο κατάλληλη αρχή θα ήταν η επί-

18
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

σκέψη που μου έκαναν αυτές οι τρεις ηλικιωμένες κυρίες, με τα


ντεμοντέ, επιβλητικά φορέματά τους, τους άψογους τρόπους
τους και τα παλιάς μόδας δαχτυλίδια τους με τα μεγάλα διαμά­
ντια. Ήταν τότε που στράφηκα απότομα στην Τερέζα και πρό-
φερα πνιχτά: «Μα... μα είναι αδύνατον... είναι αδύνατο να είναι
πραγματικές!» ' Η μήπως το πιο σωστό θα ήταν να πάω λίγο πίσω;
Τότε, π.χ., που μπήκα στο αυτοκίνητο και ξεκίνησα για το αερο­
δρόμιο του Νόρχολτ να συναντήσω την Τζένιφερ...
Πίσω, όμως, απ' όλα αυτά, κρύβεται η δική μου ζωή. Μια ζωή
που άρχισε τριανταοχτώ χρόνια πριν και σταμάτησε ξαφνικά ε ­
κείνη την ημέρα.
' Οχι, δεν είναι η δική μου ιστορία αυτή. Το είπα και προηγου­
μένως. Αρχίζει, όμως, με μένα, τον Ούγκο Νόρρεϋς.

Ρίχνοντας το βλέμμα μου πίσω, στη ζωή που έζησα, διαπιστώ­


νω πως ήταν ίδια με κάθε άλλου άντρα. Ούτε περισσότερο, ούτε
λιγότερο ενδιαφέρουσα. Είχε μικρές επιτυχίες και απογοητεύ­
σεις, μεγάλες παιδικές αγωνίες και ένοχα μυστικά, ικανοποιή­
σεις και συγκινήσεις που γεννιόνταν από διάφορες αιτίες. Θα
πρέπει να διαλέξω κάτω από ποιο πρίσμα θα πρέπει να εξετάσω
τη ζωή μου. Επιφανειακά μόνο, εξωτερικά ή ν ' ανιχνεύσωτα βά­
θη του είναι μου. Και τα δυο πρίσματα, ωστόσο, είναι το ίδιο αλη­
θινά. Υπάρχει ο Ούγκο Νόρρεϋς όπως τον βλέπουν οι άλλοι. Υ­
πάρχει επίσης ο Ούγκο Νόρρεϋς, όπως τον βλέπει ο θεός. Θα
προσπαθήσω να είμαι όσο γίνεται πιο αντικειμενικός στην σκια­
γράφηση του εαυτού μου. Όμως, ξαφνικά με σταματά ένας
συλλογισμός. Πόσα ξέρω πραγματικά για κείνον το νέο άντρα
που πήρε το τρένο από το Πεζάνς στις αρχές του 1945 για το
Λονδίνο. Οφείλω να ομολογήσω ότι η ζωή μού είχε φερθεί καλά.
Μου άρεσε η φιλήσυχη δουλειά μου. Η διεύθυνση ενός σχο­
λείου. Είχα χαρεί τις εμπειρίες που μου είχε χαρίσει ο πόλεμος
κι ύστερα ξαναγύριζα στη θέση που με περίμενε με την προοπτι­
κή ενός συνεταιρισμού που θα με ανέβαζε μια ακόμη βαθμίδα
στην κατηγορία των επιθεωρητών. Είχα ζήσει μέχρι τότε αρκε­
τές αισθηματικές περιπέτειες. 'Αλλες με πόνεσαν, άλλες με ι­
κανοποίησαν, αλλά καμιά δεν με άγγιξε ως την ψυχή. Είχα δεσμό
με την οικογένειά μου, αλλά όχι πολύ στενό. ' Ημουν 37 ετών κι
εκείνη ειδικά την ημέρα, είχα το παράξενο συναίσθημα ότι κάτι

19
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

θα μου συνέβαινε. Κάτι που θα έπαιζε αποφασιστικό ρόλο στη


ζωή μου. Περίμενα λοιπόν κάτι...
Μου φάνηκε ξαφνικά πως η ζωή που είχα ζήσει μέχρι εκείνη
τη στιγμή, ήταν ψεύτικη και τώρα προσδοκούσα κάτι το αληθινό.
' Ισως σε όλους να γεννιέται αυτή η ιδέα, τουλάχιστον για μια
φορά στη ζωή τους.
'Οταν ανέβηκα στο τρένο από το Πεζάνς, έκοψα εισιτήριο
για το τρίτο γεύμα γιατί το πρωί είχα απολαύσει ένα εξαιρετικά
πλούσιο πρόγευμα. ' Ετσι, όταν ένας υπάλληλος με άσπρη φόρ­
μα μπήκε στο βαγόνι χτυπώντας το καμπανάκι του για το τρίτο
γεύμα, σηκώθηκα και πέρασα στο βαγκόν - ρεστωράν. Ο υπάλλη­
λος εξέτασε το εισιτήριό μου και μου έδειξε ένα μονό κάθισμα
πίσω ακριβώς από τη μηχανή, απέναντι από την Τζένιφερ. Ό ­
πως βλέπετε, τα πράγματα ακολουθούσαν από μόνα τους το
δρόμο τους. Δεν μπορούσα να προβλέψω τα πράγματα, ούτε να
τα σχεδιάσω. Κάθισα αντίκρυ στην Τζένιφερ -και η Τσένιφερ έ-
κλαιγε...
Στην αρχή δεν το πρόσεξα. Δεν υπήρχε καμιά ένδειξη, ούτε
άκουγα τον παραμικρό θόρυβο. Δεν κοιτάζαμε ο ένας τον άλλον
και συμπεριφερόμαστε σαν δυό οποιοιδήποτε άγνωστοι που βρέ­
θηκαν τυχαία καθισμένοι αντικρυστά στο ίδιο τραπέζι. ' Εσπρωξα
τον κατάλογο προς το μέρος της. Μια ευγενική, αλλά άχρηστη
χειρονομία αφού το μόνο που έγραφε ήταν: Σούπα ψάρι ή κρέ­
ας, γλυκό ή φρούτο.
Δέχτηκε τη χειρονομία μου μ 1 ένα μικρό χαμόγελο. Ο σερβι­
τόρος μας ρώτησε τι θα παραγγέλναμε για ποτό. Ζητήσαμε κι οι
δυό μπύρα. Ύστερα ακολούθησε σιωπή. Ά νοιξα το περιοδικό
που είχα φέρει μαζί μου και προσπάθησα να διαβάσω. Ο σερβιτό­
ρος δεν άργησε να φανεί με τους δίσκους μας που τους τοπο­
θέτησε μπροστά μας. Εξακολουθώντας να φέρομαι σαν τζέ­
ντλεμαν, έσπρωξα το αλάτι και το πιπέρι προς το μέρος της κο­
πέλας. Μέχρι εκείνη την στιγμή, δεν την είχα κοιτάξει, εννοώ
δεν την είχα προσέξει καλά. Αόριστα ήξερα πως ήταν νέα, μερι­
κά χρόνια νεώτερη από μένα, κανονικού ύψους, μελαχρινή, κα­
λής κοινωνικής τάξεως, αρκετά χαριτωμένη, όχι όμως ο τύπος
που θα μπορούσε να ξετρελάνει έναν άντρα. Ξαφνικά, καθώς το
βλέμμα μου έπεσε τυχαία στο πιάτο της, πρόσεξα πως κάτι έ­
σταζε μέσα στη σούπα. Χωρίς καμιά άλλη ένδειξη -ρουθουνί-

20
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

σματα, λυγμούς κ .λ π - έκλαιγε ασταμάτητα.


Ξαφνιάστηκα. Σήκωσα τα μάτια μου στα δικά της. Τα δάκρυα
σταμάτησαν σχεδόν αμέσως. Κατάφερε να τα διώξει και βάλθη-
κε να ρουφά διακριτικά τη μύτη της.
- Είστε... είστε δυστυχισμένη; ρώτησα με το πιο χαμένο ύ­
φος του κόσμου.
Η απάντηση ήταν κάπως ανέλπιστη.
- Είμαι ολότελα ανόητη!
Κανείς μας δεν ξαναμίλησε. Ο σερβιτόρος πήρε τα άδεια
πιάτα από μπροστά μας και τα αντικατέστησε με ένα μεγάλο πιά­
το λαχανικά στον καθένα. Πρόσθεσε, επίσης, από μια μεγάλη
βραστή πατάτα, με τον αέρα κάποιου που μας κάνει μεγάλη χά­
ρη ■
' Εριξα μια ματιά έξω από το παράθυρο και βάλθηκα να σχο­
λιάζω το τοπίο. Δεν ήξερα καλά την Κορνουάλη. Μήπως εκείνη
την ήξερε; Αποκρίθηκε πως ναι, την ήξερε θαυμάσια. Αφού κα­
τοικούσε εκεί. Αλήθεια; Συγκρίναμε την Κορνουάλη με το Ντε-
βονσάιρ, την Ουαλλία, καθώς και τις ανατολικές ακτές. Δεν υ­
πήρχε τίποτα το ουσιαστικό στη συζήτησή μας. Βοηθούσε μόνο
να ξεχαστεί η δική της απρέπεια ν' αφήσει τα δάκρυά της να κυ­
λήσουν σ ' έναν δημόσιο χώρο και η ακόμα μεγαλύτερη δική μου,
να δείξω πως το πρόσεξα. Μονάχα αφού μας σερβίρισαν τον κα­
φέ και δέχτηκε το τσιγάρο που της πρόσφερα, ξαναγυρίσαμε
στο σημείο α π ’ όπου είχαμε αρχίσει.
Της ζήτησα συγγνώμη που φέρθηκα με τόση αγένεια κι εκεί­
νη είπε πως σίγουρα θα μου φάνηκε ανόητη.
- Ό χι, διαμαρτυρήθηκα. Το μόνο που σκέφτηκα ήταν πως ί­
σως είχε σχέση με κάποιο δεσμό που διαλύθηκε... Είχα δίκιο;
Ναι, δεν είχα πέσει έξω.
- Είναι, νομίζω, ανθρώπινο, πρόφερε βραχνά, να νιώθεις
ξαφνικά τέτοια δυστυχία ώστε να μην ενδιαφέρεσαι για το τι κά­
νεις ή ποιός σε βλέπει.
- Εσείς όμως ενδιαφερθήκατε! Παλαίψατε άγρια να συγκρα­
τήσετε τον πόνο σας.
- Δεν σκόπευα να ξεσπάσω σε ουρλιαχτά, αν αυτό εννοείτε,
δήλωσε κάπως πειραγμένα.
Την ρώτησα πόσο άσχημα ένιωθε.
- Πολύ άσχημα, μου ομολόγησε.

21
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

Είχε δώσει ένα τέλος σε όλα και δεν ήξερε πια τι να κάνει.
Νομίζω πως αυτό το είχα καταλάβει ήδη. Υπήρχε πάνω της,
σε όλο το είναι της, κάτι σαν σφραγίδα απελπισίας. Δεν μπορού­
σα να την αφήσω μόνη όσο βρισκόταν σ ’ αυτή την κατάσταση.
Της πρότεινα.
- Ελάτε, λοιπόν. Μιλείστε μου να ξαλαφρώσετε... Είμαι ένας
ξένος για σας και μπορεί κανείς να πει τα πάντα σ' ένα ξένο.
Δεν θα τον ξαναδεί ποτέ του, ίσως.
- Δεν υπάρχει τίποτα να σας εξομολογηθώ, αποκρίθηκε, πέ­
ρα απ' ότι έχω καταστρέψει τα πάντα. Τα πάντα, σας λέω.
Διαμαρτυρήθηκα αρκετά ζωηρά. Αυτό που της χρειαζόταν,
είπα, ήταν λίγη ξεκούραση και ανανέωση. Καινούργια ζωή και
καινούργιο κουράγιο για να ξαναστηθεί στα πόδια της. Δεν είχα
την παραμικρή αμφιβολία πως ήμουν το κατάλληλο πρόσωπο να
τη βοηθήσει. Ναι, έτσι γρήγορα έγιναν όλα.
Εκείνη μ ’ άκουγε με αμφιβολία, σαν αβέβαιο παιδί. Κάποια
στιγμή παρουσιάστηκε ο σερβιτόρος με τον λογαριασμό. Δόξασα
το Θεό που είχε διαλέξει τον τελευταίο λογαριασμό. Δεν επρό-
κειτο να έρθουν άλλοι πελάτες κι έτσι δεν υπήρχε βιασύνη να α-
δειάσουμε τα καθίσματα. Έστρεψα πάλι την προσοχή μου στην
Τζένιφερ.
Δεν είχε σταθεί ποτέ τυχερή. Αντιμετώπισε τη ζωή με απί­
στευτο θάρρος, αλλά της είχαν τύχει πολλά, το ένα μετά το άλλο
και η φυσική αντοχή της άρχισε να κλονίζεται. Τα πράγματα πή­
γαιναν άσχημα γι' αυτήν από τότε που ήταν παιδί, αργότερα κο­
ρίτσι και η κακοτυχία συνεχίστηκε και στο γάμο της. Η γλυκύτητα
και η ευαισθησία της προσγειώνονταν κάθε φορά πολύ άσχημα.
Υπήρξαν φορές που της δόθηκε η ευκαιρία για να δραπετεύσει,
εκείνη όμως την αγνόησε. Προτιμούσε να μείνει και ν ’ αγωνιστεί
μέχρι το τέλος για μια υπόθεση χαμένη εκ των προτέρων. ’ Οταν
τέλος είχε αποτύχει σε όλα και της παρουσιάστηκε μια διέξο­
δος, την ακολούθησε τυφλά, χωρίς να ξέρει ότι αυτή θα την οδη­
γούσε σε ακόμα χειρότερο λαβύρινθο. Για όσα της είχαν συμβεϊ,
δεν κατηγορούσε παρά τον εαυτό της. Η καρδιά μου ένιωσε να
ζεσταίνεται μπροστά σ ’ αυτό το τρυφερό πλάσμα που δεν είχε
γνωρίσει άλλο από αποτυχίες.
- Θα πρέπει να έσφαλα κάθε φορά χωρίς να ξέρω, κατέλη­
ξε.

22
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΎΟ ΘΑΝΑΤΟ

- «Φυσικά, δεν ήταν δικό του το σφάλμα», ήθελα να φωνά­


ξω. «Δεν βλέπεις, λοιπόν, πως είσαι το θύμα;» Ήταν αξιολά­
τρευτη καθώς καθόταν μπροστά μου, μόνη, δυστυχισμένη και α­
πογοητευμένη. Ξαφνικά, κατάλαβα πως αυτό που περίμενα ήταν
αυτή, η Τζένιφερ. Ό χ ι σαν μια συνηθισμένη γυναικεία κατάκτη-
ση αλλά σαν σκοπός. Να ξαναδώσω στην Τζένιφερ την πίστη της
για τη ζωή. Να την δω ευτυχισμένη. Να την νιώσω δυνατή, ανα­
νεωμένη.
Ναι, αυτό ήταν. Αν και δεν χρειάστηκε πολύς καιρός για να
καταλάβω πως ήμουν ερωτευμένος μαζί της. Ο έρωτας -θα το
ξέρετε δ α- είναι πολύ πιο ισχυρός από τη διάθεση για μια καλή
πράξη.
Δεν είχαμε κάνει σχέδια να συναντηθούμε πάλι. Νομίζω πως
πίστευε ειλικρινά ότι δεν θα ξαναβλεπόμαστε ποτέ. ' Ηξερα, ό­
μως, κάτι δικό της. Το όνομά της. Θυμάμαι ανατριχιάζοντας τον
αποχαιρετισμό μας μέσα στο βαγκόν - ρεστωράν. Μου έδωσε το
χέρι της, λέγοντας:
- Πρέπει να σας πω αντίο. Θέλω να ξέρετε μόνο, πως δεν
θα σας ξεχάσω ποτέ, ούτε όσα κάνατε για μένα. ’ Ημουν τόσο α­
πελπισμένη, τόσο μόνη...
Πήρα το χέρι της και είπα αντίο. Μέσα μου, ωστόσο, ήξερα
πως δεν θα ήταν ένας οριστικός αποχαιρετισμός. ' Ενιωθα τόσο
σίγουρος.πως η μοίρα θα μας ξανάφερνε κοντά, που ήμουν πρό­
θυμος να συμφωνήσω ακόμα και να μην προσπαθήσω να την
βρω. Τα πράγματα, εν τούτοις, ήταν πολύ απλά. Υπήρχαν φίλοι
κοινοί. Δεν της το είπα, αλλά θα ήταν πολύ εύκολο να την ξανα-
δώ, αν ήθελα. Το παράξενο είναι ότι η δεύτερη συνάντησή μας
ήρθε μόνη της, χωρίς να την επιδιώξει κανείς. Βρεθήκαμε στο
κοκταίηλ πάρτυ κάποιου φιλανθρωπικού σωματείου. Από κείνη
την ημέρα, κάθε αμφιβολία μας έσβησε. Τώρα ξέραμε και οι δυό
τι επρόκειτο να μας συμβεί...
Συναντηθήκαμε, χωρίσαμε και συναντηθήκαμε πάλι. Βλεπό­
μαστε σε πάρτυ, σε σπίτια φίλων, σε μικρά ήσυχα εστιατόρια.
Παίρναμε το τρένο για μεγάλους, ατέλειωτους περιπάτους στην
εξοχή, ανάμεσα στα δέντρα και τα λουλούδια που έκρυβαν τρυ­
φερά αυτά που νιώθαμε. Πήγαμε σ' ένα κοντσέρτο και ακούσα­
με την Ελίζαμπεθ Σούμαν. Βγαίνοντας από την συναυλία, έξω
στον θόρυβο της Ουίγκμορ Στρητ, επανέλαβε τις τελευταίες

23
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

στροφές από το τραγούδι της διάσημης σοπράνο. «... ζώντας μια


αγάπη που δεν θα ξαναφανερωθεί ποτέ πάνω στη γη...»
- Ω, όχι για μας, όχι για μας, Ούγκο, πρόφερε δειλά.
- Ναι, για μας!
Τότε της φανέρωσα πως ήθελα να ζήσουμε μαζί όλη την υ­
πόλοιπη ζωή μας... Είπε πως δεν μπορούσε να τ' απαρνηθεί όλα
τόσο απότομα. Ο άντρας της δεν θα της έδινε ποτέ διαζύγιο.
- Μα δε ζείτε ήδη χωρισμένοι;
- Ναι, υποθέτω... Ω, Ούγκο, δεν μπορούμε να συνεχίσουμε
όπως είμαστε τώρα;
Ό χι, δεν μπορούσαμε. Τόσο καιρό παρακολουθούσα υπομο­
νετικά τη μάχη που έδινε για να ξαναβρεί το χαμένο εαυτό της.
Δεν ήθελα να την απασχολήσω με προβλήματα και αποφάσεις
μέχρι τη στιγμή που θα ήταν ικανή να το κάνει αυτό. Τώρα θα
πρέπει να ήταν. Είχε ξαναβρεί την ψυχική της ισορροπία. Και­
ρός, λοιπόν, να πάρουμε μια απόφαση. Φυσικά, δεν ήταν εύκολο
να την πείσω. Πρόβαλε τις πιο απίθανες και παράδοξες αντιρρή­
σεις. Το κυριότερο επιχείρημά της ήταν η καριέρα μου. Η αγάπη
της θα την κατέστρεφε. Παραδέχτηκα πως το είχα σκεφτεί, αλ­
λά για μένα δεν μετρούσε. ’ Ημουν νέος ακόμα. Μπορούσα να α­
σχοληθώ με χίλια άλλα πράγματα, εκτός από τη διεύθυνση ενός
σχολείου.
Τότε ξέσπασε σε κλάματα και είπε πως δεν θα συγχωρούσε
ποτέ τον εαυτό της αν γινόταν αιτία να καταστραφεί η ζωή μου.
Την βεβαίωσα πως τίποτα δεν ήταν σε θέση να με καταστρέψει
πέρα από τη δική της απόφαση να με εγκαταλείψει. Για μένα δεν
υπήρχε ζωή χωρίς την παρουσία της.
Ακολούθησε μια περίοδος αβεβαιότητας. Ενώ, όσο είμαστε
μαζί, φαινόταν να συμφωνεί με την άποψή μου, μόλις χωρίζαμε
υπαναχωρούσε. Δεν είχε καμιά αυτοπεποίθηση, ήταν φανερό.
Σιγά - σιγά, ωστόσο, κατέληξε να συμμεριστεί τα σχέδιά μου.
Δεν ήταν μονάχα το πάθος που μας ένωνε. Υπήρχε κάτι πολύ
περισσότερο απ' αυτό. Η αρμονία των σκέψεων, οι ίδιες ιδέες.
Αυτό που ετοιμαζόταν να πει, βρισκόταν κιόλας στην άκρη των
χειλιών μου. Οι δυό μαζί, μοιραζόμαστε ένα ολόκληρο κόσμο
από χιλιάδες μικρές, καθημερινές απολαύσεις. Παραδέχτηκε,
τελικά, πως είχα δίκιο ότι ανήκαμε ο ένας στον άλλον. Και οι τε­
λευταίες της αντιρρήσεις χάθηκαν.

24
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

- Είναι αλήθεια, Ούγκο, δεν ξέρω πως, αλλά είναι. Μου φαί­
νεται απίστευτο πως έχω τόση σημασία για σένα και νιώθω πως
το πιστεύεις.
Οι φόβοι της είχαν πια χαθεί. Η αγάπη μας είχε θριαμβεύσει.
Αρχίσαμε να κάνουμε σχέδια, όνειρα, όμοια με χιλιάδες άλλους
ερωτευμένους...
' Ηταν ένα παγερό, ηλιόλουστο πρωινό όταν ξύπνησα με το
χαρούμενο συναίσθημα ότι άρχιζε για μένα μια καινούργια ζωή.
' Υστερα από λίγη ώρα, η Τζένιφερ κι εγώ, δεν θα χωρίζαμε πο­
τέ. Θα είμαστε πάντα μαζί. Ό μως, δεν είχα πιστέψει ακόμα α­
πόλυτα πως όλη αυτή η ευτυχία ήταν πραγματική. Ακόμα κι αυτό
το τελευταίο πρωινό της παλιάς μου ζωής, θέλησα να βεβαιωθώ
πως δεν είχε αλλάξει γνώμη και της τηλεφώνησα.
- Τζένιφερ...
- Ούγκο...
Στη γλυκιά φωνή της ξεχώρισα ένα τρέμουλο.
- Συγχώρεσέ με, αγάπη μου, είπα, αλλά ήθελα ν ' ακούσω τη
φωνή σου. Γίνεται πραγματικότητα, λοιπόν, το όνειρό μας;
- Ναι, Ούγκο, από τώρα θα είμαστε μαζί. Για πάντα!
Επρόκειτο να συναντηθούμε στο αεροδρόμιο του Νόρχολτ.
Σιγοσφύριζα καθώς ντυνόμουν και ξυρίστηκα προσεκτικά. Στον
καθρέφτη σχεδόν δεν αναγνώρισα τον εαυτό μου. Τόσο έντονα
τον σφράγιζε η ευτυχία. Αυτή η μέρα ήταν δική μου. Την περίμε-
να τριανταοχτώ χρόνια! Έφαγα με όρεξη το πρόγευμά μου κι ύ­
στερα βάλθηκα να ελέγξω τα διαβατήριά μας, τα εισιτήρια. Τέ­
λος, μπήκα στο αυτοκίνητο. Στο βολάν καθόταν ο Χάρριμαν. Του
είπα πως θα οδηγούσα εγώ κι εκείνος πήρε τη θέση πλάι μου.
Βγήκα από το εξοχικό μονοπάτι στον κεντρικό δρόμο. Οδηγούσα
αργά. Είχα πολύ χρόνο στη διάθεσή μου. Ο καιρός ήταν θαυμά­
σιος. Ο ήλιος έλαμπε μονάχα για μας! Για μένα και για την Τζένι­
φερ. Ήθελα να φωνάξω, να τραγουδήσω.
Το φορτηγό ξεπετάχτηκε από τον πλαϊνό δρόμο, τρέχοντος
με εκατό χιλιόμετρα την ώρα. Δεν υπήρχε καμιά περίπτωση να
το αποφύγω, όπως κι αν αντιδρούσα. Ο οδηγός του ήταν μεθυ­
σμένος, όπως μου είπαν αργότερα, αλλά τότε πια δεν είχε καμιά
σημασία.
Έπεσε με ορμή πάνω στη Μπουίκ, από το πλάι. Ο Χάρριμαν
σκοτώθηκε επί τόπου. Η Τζένιφερ περίμενε στο αεροδρόμιο.
Το αεροπλάνο ξεκίνησε. Χωρίς εμάς τους δυό!

25
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

' ) χ ! εν Μπορώ να διηγηθώ τι συνέβη μετά. Για να πω την α-


/λήθ εια , μάλιστα, δεν νομίζω πως υπάρχει μετά. Ακο-
,X / λούθησε σύγχιση, σκοτάδι, πόνος... Μου φάνηκε ότι χα­
νόμουν ασταμάτητα μέοα σ' ατέλειωτα σκοτάδια. Τις λίγες φο­
ρές που συνερχόμουν από το κώμα, ένιωθα αόριστα την ατμό­
σφαιρα του νοσοκομείου. Ξεχώριζα γιατρούς, λευκοντυμένες
νοσοκόμες, μυρωδιά αντισηπτικού κι ακόμα τη λάμψη των ατσα­
λένιων ιατρικών εργαλείων καθώς περιφέρονταν αθόρυβα πάνω
στα μικρά γυάλινα τραπεζάκια με τις ρόδες...
Σιγά - σιγά η κατάστασή μου βελτιωνόταν. Η σύγχιση υποχω­
ρούσε, το ίδιο και ο πόνος. Ακόμα, όμως, δεν μπορούσα να εν­
διαφερθώ για πρόσωπα και πράγματα. ’ Ημουν ένας χαμένος άν­
θρωπος. Τα ευλογημένα ναρκωτικά που μου έδιναν, βοηθούσαν
το μυαλό μου να πάψει να υποφέρει, βυθίζοντάς με σε μια νάρ­
κη. Οι αναλαμπές, εν τούτοις, άρχισαν σιγά - σιγά να πληθαίνουν.
Τώρα καταλάβαινα όταν μου μιλούσαν. ‘ Ετσι έμαθα ότι μου είχε
συμβεί κάποιο δυστύχημα.
Τα υπόλοιπα ήρθαν μετά. Η αληθινή μου κατάσταση... το σα­
κατεμένο κορμί μου... Δεν υπήρχε πια για μένα θέση ανάμεσα
στους φυσιολογικούς ανθρώπους. Οι δικοί μου έρχονταν να με
επισκεφτούν. Ο αδελφός μου, αδέξιος όπως πάντα, με το στόμα
κλειστό, χωρίς να ξέρει τι θάπρεπε να πει. Ποτέ οι σχέσεις μας
δεν ήταν πολύ στενές. Δεν μου ήταν εύκολο να του μιλήσω για
την Τζένιφερ. Την σκεφτόμουν, όμως, ασταμάτητα. Μόλις έγινα
καλύτερα, μου έφεραν τα γράμματά της. Γράμματα από την Τζέ­
νιφερ. Μονάχα οι πολύ στενοί συγγενείς μας είχαν το δικαίωμα
να με βλέπουν. Η Τζένιφερ δεν το είχε. Τυπικά δεν ήταν παρά
μια φίλη.

«Δεν μ ’ αφήνουν να σε δω, Ούγκο αγάπη μου, μου έγραφε.


Θα έρθω αμέσως μόλις μου επιτρέψουν. Ό λη μου η αγάπη είναι

26
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

πως εϊααι ζωντανός. Είναι το μόνο που μετράει. Θα βρεθούμε


σύντομα μαζί. Για πάντα! Δική σου, Τζένιφερ».

Της έστειλε ένα κακογραμμένο σημείωμα αποτρέποντάς την


να έρθει. Τι είχα πια να της προσφέρω; Μόνο όταν βγήκα από το
νοσοκομείο και με μετέφεραν στο σπίτι του αδελφού μου, την
ξαναείδα. Στα γράμματά της επαναλάμβανε συνεχώς το ίδιο
πράγμα. Αγαπιόμαστε! Έστω κι αν δεν γινόμουν ποτέ καλά, θα
ζούσαμε μαζί. Θα με φρόντιζε. Θα είμαστε ευτυχισμένοι. ' Ισως
όχι όπως είχαμε ονειρευτεί, αλλά πάντως ευτυχισμένοι...
Αν και η πρώτη μου σκέψη ήταν να την διώξω μακρυά μου με
λόγια απότομα, το μετάνιωσα. Κι αυτό γιατί πίστευα όπως κι εκεί­
νη, ότι ο δεσμός ανάμεσά μας, δεν στηριζόταν μόνο στη σάρκα.
Ολες οι ευχαριστήσεις της πνευματικής ζωής, εξακολουθού­
σαν να μας ανήκουν. Φυσικά, θα ήταν καλύτερα για κείνη να φύ­
γει και να με ξεχάσει, μα δεν το ήθελε.
Πέρασε αρκετός καιρός πριν αποφασίσω να ειδωθούμε. Αλ­
ληλογραφούσαμε τακτικά και τα γράμματά μας ήταν αληθινά
γράμματα αγάπης. Γεμάτα τρυφερότητα, αλτρουΐσμό και ανιδιο­
τέλεια. Έτσι, τέλος, την άφησα να έρθει.
' Ηρθε... Δεν της επέτρεψα να μείνει για πολλή ώρα. Υποθέ­
τω πως το καταλάβαμε από την πρώτη στιγμή, αλλά αρνόμαστε να
το παραδεχτούμε. Ξαναήρθε. Και πάλι. Σιγά - σιγά άρχισα να νιώ­
θω πως την ανεχόμουν με προσπάθεια. Η τρίτη της επίσκεψη
κράτησε δέκα λεπτά, ενώ εμένα μου φάνηκε ολόκληρος αιώνας.
Ό ταν αργότερα κοίταξα το ρολόι μου, δεν μπορούσα να το πι­
στέψω. Είμαι σίγουρος ότι το ίδιο συνέβη και σε κείνη. Καταλα­
βαίνετε, δεν είχαμε πια τίποτα να πούμε. Ναι, απολύτως τίποτα.
Ανάμεσά μας όλα είχαν χαθεί.
Υπάρχει μεγαλύτερη πίκρα από κείνη ενός ψεύτικου παρα­
δείσου; Ό λη εκείνη η σχέση μας, οι σκέψεις που ξεπηδούσαν
ταυτόχρονα από τα χείλη μας, η βαθιά φιλία μας, η συντροφιά
μας... όλα ψεύτικα... Απάτη! Δεν ήταν τίποτα περισσότερο απ'
τη σωματική έλξη ανάμεσα σ ’ έναν άντρα και σε μια γυναίκα. Η
προσταγή της φύσης. Αυτό ήταν όλο. Το αίμα που έκαιγε στις
φλέβες μας, μας είχε ενώσει. Μονάχα το πάθος. Η σκέψη αυτή
μ ' έκανε να νιώθω ντροπή, να απεχθάνομαι τον εαυτό μου. Οι
ματιές που ρίχναμε ο ένας στον άλλο, ήταν γεμάτες ενοχή. Ανα­

27
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

ρωτιόμαστε και οι δυό, τι είχε γίνει άραγε ο παράδεισος που ο­


νειρευόμαστε, που καρτερούσαμε τόσο ανυπόμονα...
Τα μάτια μου μου φανέρωναν πως ήταν αναμφισβήτητα όμορ­
φη και ελκυστική. Μα όταν άνοιγε το στόμα της, ένιωθα ανυπό­
φορη πλήξη. Κι εγώ, όμως, την κούραζα. Δεν είχαμε θέματα ευ­
χάριστα και στους δυό. Εξακολουθούσε να κατηγορεί τον εαυτό
της για όλα και παρακαλούσα το Θεό να σωπάσει πια. Μου φαινό­
ταν υστερική. Τι στο διάβολο έκανε τόση φασαρία;
Καθώς έφευγε στην τρίτη της επίσκεψη, είπε με το πονεμέ-
νο, καρτερικό ύφος της;
- Θα ξανάρθω πολύ σύντομα, Ούγκο αγάπη μου.
- Ό χι, είπα, όχι μην έρθεις.
- Μα φυσικά, και θάρθω.
Η φωνή της ήταν κάπως αβέβαιη.
- Για όνομα του Θεού, πάψε να προσποιείσαι, Τζένιφερ, ξέ­
σπασα. Ό λ α τελείωσαν. Ό λα.
Είπε πως τα είχα χαμένα και δεν ήξερα τι έλεγα. Εκείνη ήταν
αποφασισμένη να αφιερώσει τη ζωή της στη δική μου φροντίδα
και μαζί θα ζούσαμε την υπόλοιπη ζωή μας. Έδειχνε τόσο απο­
φασισμένη να παίξει το ρόλο του καλού Σαμαρείτη, που εγώ κοκ-
κίνησα. Φοβόμουν πως όσα έλεγε, τα πίστευε. Στην περίπτωση
που δεχόμουν, θα την είχα διαρκώς να τριγυρνά ανάμεσα στα
παράλυτα πόδια μου, να προσπαθεί να φερθεί ευγενικά, να
φλυαρεί ανόητα... ' Ενιωσα να πνίγομαι από τον πανικό που γεν­
νούσε η αδυναμία και η ανυπαρξία μου. Της φώναξα να φύγει...
να φύγει. Υπάκουσε κοιτάζοντάς με τρομαγμένη, μα διέκρινα
στα μάτια της μια ανακούφιση.

' Οταν μπήκε αργότερα στο δωμάτιο η νύφη μου για να τρα­
βήξει τις κουρτίνες, ένιωσα την ανάγκη να της μιλήσω.
- Ό λα τέλειωσαν, Τερέζα. ' Εφυγε. Δεν θα ξαναγυρίσει, τις
λες κι εσύ;
- Ναι, μάλλον, δεν θα ξαναγυρίσει, με καθησύχασε η Τερέ­
ζα με την ήσυχη φωνή της.
- Αλήθεια, νομίζεις, Τερέζα, ότι η αρρώστεια με κάνει να τα
βλέπω όλα με... με αντιπάθεια;
Κατά τη γνώμη της, είπε, η κατάστασή μου με έκανε να βλέ­
πω τα πράγματα χωρίς βερνίκι.

28
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

- Θέλεις να πεις ότι τώρα τα βλέπω όπως είναι στην πραγμα­


τικότητα;
' Οχι, δεν ήθελε να πει αυτό. Απλώς τώρα ήμουν σε θέση να
κρίνω με μεγαλύτερη αντικειμενικότητα την Τζένιφερ απ' ότι
προηγουμένως. Και είχε δίκιο. Τώρα ήξερα τι σήμαινε για μένα η
Τζένιφερ πέρα απ' τον προσωρινό έρωτά μας. Ποιά ήταν η γνώ-
μη της για την Τζένιφερ; Την έβρισκε, όπως μου είπε, ελκυστι­
κή, χαριτωμένη, μα καθόλου ενδιαφέρουσα.
- Λες να είναι πολύ δυστυχισμένη, Τερέζα; ρώτησα με πι­
κρία.
- Ναι, Ούγκο, έτσι νομίζω.
- Εξ αιτίας μου;
- Ό χι, εξ αιτίας του εαυτού της.
- Κατηγορεί τον εαυτό της για το ατύχημά μου, της εξήγη­
σα. Λέει διαρκώς πως αν δεν έτρεχα να τη συναντήσω, δεν θα
μου είχε συμβεί τίποτα. Είναι όλα τόσο ανόητα.
- Σωστά.
- Δε θέλω να τυραννιέται, δε θέλω να είναι δυστυχισμένη,
Τερέζα.
- Κι όμως, Ούγκο, θα πρέπει κάτι να της αφήσεις.
- Τι θέλεις να πεις;
- Μα... την ευχαριστεί η δυστυχία της. Δεν το είχες καταλά­
βει;
Υπήρχε μια τόσο ψυχρή ειλικρίνεια στα λόγια της που τη βρή­
κα ανατριχιαστική. Της το είπα. Αυτή ήταν η γνώμη της, είπε α­
διάφορα.
- Δεν υπάρχει λόγος να εξακολουθείς να διηγείσαι στον ε­
αυτό σου ρομαντικές ιστορίες. Αυτό που γοητεύει την Τζένι­
φερ, είναι να κάθεται και να συλλογίζεται πόσο σκληρά της φέρ­
θηκε η ζωή. Αφού της αρέσει τόσο, γιατί, λοιπόν, να μην την α-
φήσεις να το χαρεί; Ξέρεις, Ούγκο, δεν είναι δυνατόν να νιώσεις
οίκτο για έναν άνθρωπο, εκτός αν νιώσει ο ίδιος για τον εαυτό
του. Η λύπη για κάποιον είναι τρανή απόδειξη της αδυναμίας
του. Κι εσύ προσφέρεις τον οίκτο σου πολύ πρόθυμα. Αυτός εί­
ναι ο λόγος που σ' εμποδίζει να δεις καθαρά.
Ένιωσα μια στιγμιαία ικανοποίηση λέγοντας στην Τερέζα
πως ήταν ένα θηλυκό αντιπαθέστατο. Πρόθυμα συμφώνησε μαζί
μου.

29
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

- Δε λυπάσαι ποτέ κανέναν;


- Πως! Λυπάμαι τη Τζένιφερ.
- Κι εμένα;
- Εσένα; Δεν ξέρω, Ούγκο, δεν ξέρω.
- Το γεγονός ότι είμαι σακάτης, ένας ξοφλημένος άνθρω­
πος, δεν δονεί καμιά χορδή της ψυχής σου; σάρκασα.
- Δεν ξέρω αν σε λυπάμαι ή όχι. Το ατύχημά σου γίνεται αι­
τία ν ' αρχίσεις μια ολότελα καινούργια ζωή, βλέποντας τα πράγ­
ματα κάτω από ένα διαφορετικό πρίσμα. ’ Ισως όλα αυτά να είναι
ενδιαφέροντα.
Της είπα πως ήταν ψυχρή σαν πάγος κι εκείνη απομακρύνθη­
κε χαμογελώντας με συγκατάβαση. Ωστόσο, τα λόγια της μου εί­
χαν κάνει μεγάλο καλό.

30
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ

εν πέρασε πολύς καιρός από τότε που μετακομίσαμε


στην Κορνουάλη, στο παραθαλάσσσιο Σαιν - Λου. Η Τε-
ρέζα είχε κληρονομήσει πρόσφατα ένα σπίτι εκεί από
μια γριά θεία της. Ο γιατρός με συμβούλεψε να απομακρυνθώ
από τον μολυσμένο αέρα του Λονδίνου. Ό σ ο για τον αδελφό
μου Ρόμπερτ - είναι ζωγράφος κι αυτό που πιστεύουν όσοι βλέ­
πουν τους πίνακές του, είναι ότι έχει ένα δικό του τρόπο να βλέ­
πει τα χωράφια. Καθώς οι υπηρεσίες που πρόσφερε στην πατρί­
δα ήταν, όπως και των περισσοτέρων καλλιτεχνών, γεωργικές,
δεν βρήκε κανείς απ' τους τρεις μας δυσκολία να προσαρμοστεί
στη ζωή της επαρχίας.
Η Τερέζα πήγε πρώτη και ετοίμασε το σπίτι. Αυτό που με γέ­
μισε χαρά ήταν που ύστερα από μακροχρόνια θεραπεία, κατάφε-
ρα να περάσω μόνος μου το κατώφλι του σπιτιού στηριγμένος σε
ειδικές πατερίτσες.
- Πώς είναι η ζωή εδώ; ρώτησα την Τερέζα μόλις έφτασα.
' Ηταν πολύ καλά πληροφορημένη. Υπήρχαν τρεις διαφορετι­
κοί κόσμοι. Οι κάτοικοι του παλιού ψαράδικου, συσπειρωμένοι
γύρω από το λιμάνι με τα ψηλά, μαυρισμένα απ' τις καμινάδες,
σπίτια τους. Πέρα από κει, κατά μήκος της ακτής, εκτείνονταν
τα μοντέρνα τουριστικά συγκροτήματα. Μεγάλα, πολυτελή ξενο­
δοχεία, χιλιάδες μικρά μπάνγκαλοους και λιλιπούτειες χαριτωμέ­
νες βιλλίτσες. ’ Ολα μαζί αποτελούσαν μια περιοχή που το καλο­
καίρι έσφυζε από ζωή, θόρυβο και κίνηση, ενώ τον χειμώνα βυθι­
ζόταν στη σιωπή. Υπήρχε κι ένας τρίτος κόσμος που στρεφόταν
γύρω από το κάστρο του Σαιν - Λου και τη χήρα λαίδη Σαιν - Λου.
Απόγονοι παλιών αρχοντικών οικογενειών που επέμεναν να ζουν
με τον ίδιο τρόπο, στα ίδια πατρογονικά σπίτια, χτισμένα στις κα-
ταπράσινες κοιλάδες, και να πηγαίνουν κάθε Κυριακή απόγευμα
στην παλιά εκκλησία του χωριού για ν ' ακούσουν το κήρυγμα.
Συνεχίζουν την παράδοση, με άλλα λόγια, κατέληξε η Τερέζα.

31
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

- Κι εμείς πού ανήκουμε; ρώτησα.


Μέλη της κομητείας κι εμείς, γιατί εκεί ανήκε η γριά θεία
μας, μις ’ Αμυ Τρέτζελις, που το σπίτι της περιήλθε στην κατοχή
της Τερέζας «κατόπιν κληρονομιάς», και όχι από αγορά. Συνε­
πώς, ανήκαμε κι εμείς στην κοινωνική τάξη της μακαρίτισσας
θείτσας.
- Ακόμη και ο Ρόμπερτ; ρώτησα. Παρά το γεγονός πως είναι
ζωγράφος;
Η Τερέζα παραδέχτηκε πως αυτό ήταν κάπως... αντικανονι­
κό.
- Είναι όμως άντρας μου, δήλωσε αποφασιστικά, και πέρ'
α π ’ αυτό, η μητέρα του ήταν μια Ντολτουρό από την πλευρά των
Μπόντμιν.
Της ζήτησα να μου μιλήσει για το ρόλο που θα παίζαμε ο κα­
θένας μας στο καινούργιο σπίτι, ή, τουλάχιστον, εκείνον που
πρότεινε η ίδια. Για τον εαυτό μου είχα κρατήσει τον καλύτερο:
τον ρόλο του θεατή. Η απάντηση ήταν πως θα ' πρεπε να παίρ­
νουμε μέρος σ' όλα τα τοπικά πήγαινε - έλα.
- Και τι κάνουν σ' αυτά;
- Υποθέτω, πως κυρίως συζητούν για πολιτικά, κηπουρική
και σίγουρα για τη μεταχείριση που πρέπει να έχουν οι στρατιώ­
τες που γυρίζουν από το μέτωπο. Οπωσδήποτε, όμως, η πολιτική
θα είναι το πιο ενδιαφέρον θέμα τους.
- Σ ' ενδιαφέρει η πολιτική, Τερέζα;
- Καθόλου. Την θεωρούσα πάντα περιττή. Ψηφίζω πάντα
τον υποψήφιο που μου φαίνεται πιο συμπαθητικός.
- Αξιόλογο κριτήριο, μουρμούρισα.
Τώρα, όμως, συνέχισε η νύφη μου, θα έβαζε τα δυνατά της
να πάρει την πολιτική στα σοβαρά. Φυσικά, σαν οπαδός του Συ­
ντηρητικού Κόμματος. Ιδιοκτήτρια σήμερα του «Πόλνορθ Χά­
ους», εκεί πρέπει ν ' ανήκει.-Σίγουρα, η μακαρίτισσα μις Ά μ υ
Τ ρέτζελις θα ανατρίχιαζε στον τάφο της μαθαίνοντας πως η α-
νηψιά της και κληρονόμος της υποστήριζε ξεπεσμένη νοοτρο­
πία - τους εργάτες.'
- Μα, αν πιστεύεις πως το εργατικό κόμμα είναι το καλύτε­
ρο;
- Δεν το πιστεύω. Δεν νομίζω πως διαφέρει απ' το Συντηρη­
τικό.

32
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

- ' Ετσι όπως το τοποθετείς, έχεις μάλλον δίκιο, παραδέχτη­


κα.
Πέρασαν δεκατέσσερις μέρες από τότε που εγκατασταθή­
καμε στο «Πόλνορθ Χάους», όταν δεχτήκαμε την επίσκεψη της
λαίδης Σαιν - Λ ο υ .' Εφερε μαζί της την αδελφή της λαίδη Τρεζί-
λιαν, τη νύφη της μίσες Μπίγκχαμ Τσάρτερις κοίτην εγγονή της
' Ιζαμπελ. ’ Οταν έφυγαν, ομολόγησα γοητευμένος στην Τερέζα
πως δυσκολευόμουν να πιστέψω ότι αυτές οι τρεις γυναίκες ή­
ταν αληθινές. Ταίριαζαν, ωστόσο, με το περιβάλλον τους, το κά­
στρο του Σαιν - Λου. Οι τρεις μάγισσες και η αιχμάλωτη βασιλο­
πούλα!
Η Αδελαΐδα Σαιν - Λου, ήταν χήρα. Ο άντρας της είχε σκοτω­
θεί στον πόλεμο με τους μπολσεβίκους και την ίδια τύχη είχαν
και οι δυο γιοι της στον πόλεμο του 1914 - 18. Α π ’ τους γιούς
της, μόνο ο ένας απέκτησε μια κόρη που η μητέρα της είχε πε-
θάνει από επιλόχιο πυρετό. ’ Ετσι ο τίτλος πέρασε σ ' έναν εξά-
δελφο, που δεν είχε αντίρρηση να νοικιάσει το κάστρο στη χήρα
λαίδη. Η ’ Ιζαμπελ μεγάλωσε εκεί, κάτω από την πιεστική φροντί­
δα της γιαγιάς και των άλλων δυο ηλικιωμένων γυναικών. Η χήρα
λαίδη Τρεζίλιαν και η μίσες Μπίγκχαμ Τσάρτερις, ήρθαν πρόθυ­
μα να κατοικήσουν μαζί της. Μοιράστηκαν τα έξοδα κι έτσι κατά-
φεραν ν ' ανατραφεί η ' Ιζαμπελ στο περιβάλλον που της έπρε­
πε. ' Ηταν και οι τρεις πάνω από εβδομήντα και στην εμφάνιση έ­
μοιαζαν με γέρικα κοράκια. Η λαίδη Σαιν - Λου είχε ένα μεγάλο
οστεώδες πρόσωπο, με γαμψή μύτη και ψηλό μέτωπο. Η λαίδη
Τρεζίλιαν είχε ένα μεγάλο ολοστρόγγυλο πρόσωπο, μικρά έξυ­
πνα ματάκια και ήταν παχιά. Ό σ ο για τη μίσες Τσάρτερις, ήταν
λιπόσαρκη και με δέρμα ζαρωμένο. Με φορέματα ντεμοντέ και
κοσμήματα αντίκες, αναμφισβήτητης όμως αξίας.
Αυτές ήταν οι τρεις γυναίκες που κατοικούσαν στο κάστρο.
Μαζί τους είχε έρθει και η ' Ιζαμπελ, η μαγεμένη βασιλοπούλα.
’ Ηταν λεπτή και ψηλή, με πρόσωπο οβάλ και αδύνατο, ψηλό, πε­
ρήφανο μέτωπο και υπέροχα ξανθά μαλλιά στο χρώμα του στα-
χυού. ’ Εμοιαζε με φιγούρα βγαλμένη από παλιά γκραβούρα.Άεν
ήταν αυτό που κανείς θα έλεγε όμορφη, μα είχε μια δική της α­
κτινοβολία που σε τραβούσε. Δεν είχε σαρκώδη χείλη ή τριαντα­
φυλλιά ζυγωματικά ή μυτίτσα ανασηκωμένη. Θύμιζε απλώς την
αρμονική τελειότητα ενός αγάλματος. Φαινόταν σοβαρή, μακρυ-

33
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

νή, αέρινη. Λέγοντας στην Τερέζα πως οι τρεις γυναίκες δεν έ­


δειχναν για πραγματικές, πρόσθεσα πως και η κοπέλα δεν μου
φαινόταν τέτοια.
- Σου θύμισε τη φυλακισμένη πριγκήπισσα του μαγεμένου
κάστρου; χαμογέλασε η νύφη μου.
- Ακριβώς. Θα το ' βρισκα πιο φυσικό να ερχόταν εδώ ανά­
μεσα σ ' ένα γαλάζιο σύννεφο, παρά μ 1αυτή τη λιμουζίνα.' Αρα­
γε, τι σκέφτεται η ίδια για τον εαυτό της;
Είχε μιλήσει ελάχιστα όσο βρισκόταν κοντά μας. Είχε καθήσει
με στητό κορμί κι ένα ευγενικό, απόμακρο χαμόγελο στα χείλη.
Είχε απαντήσει σε κάθε ερώτηση που την αφορούσε, αλλά δεν
χρειάστηκε να πει πολλά γιατί οι τρεις κυρίες μονοπωλούσαν τη
συζήτηση. Αναρωτιόμουν αν είχε έρθει από υποχρέωση, υπα-
κούοντας τη γιαγιά της ή από ενδιαφέρον προσωπικό για τους
καινούργιους της γείτονες. Η ζωή της, συμπέρανα, θα πρέπει να
ήταν απίστευτα πληκτική.
- Δεν μετακινήθηκε καθόλου όσο κράτησε ο πόλεμος; ρώ­
τησα με περιέργεια. Έ μεινε πάντα κλεισμένη σ' αυτό το σπίτι;
- Μα, είναι μόνο 19 χρόνων. Ή ρθε εδώ από τότε που τέ-
λειωσε το σχολείο.
- Το σχολείο; έκανα κατάπληκτος. Θέλεις να πεις ότι την εί­
χαν στείλει σε σχολείο; Σε οικοτροφείο, μήπως;
- Ναι. Στο Κολλέγιο του Αγίου Ιωάννου. Γιατί, το βρίσκεις
παράξενο;
- Ναι, παραδέχτηκα, ξέροντας ότι το κολλέγιο του Αγίου
Ιωάννου ήταν ένα ίδρυμα παλιών αρχών, μα με αξιόλογη εκπαι­
δευτική βάση. Αυτή η κοπέλλα δεν δείχνει να απομακρύνθηκε
ποτέ απ' αυτό το μεσαιωνικό φρούριο.
. Η Τερέζα έδειχνε να συμφωνεί μαζί μου. Εκείνη τη στιγμή
μπήκε στο δωμάτιο κι ο αδελφός μου και παίρνοντας μέρος στη
συζήτηση, είπε πως κατά τη γνώμη του το μόνο περιβάλλον που
επιδρά στην ανατροφή ενός ανθρώπου, είναι το οικογενειακό.
- Αναρωτιέμαι, ωστόσο, τι σκέφτεται η ίδια, επέμεινα.
- ’ Ισως δεν σκέφτεται τίποτα, είπε η Τερέζα.
Εμένα όμως εξακολούθησε να με απασχολεί αυτό το ερώτη­
μα. Εκείνη ειδικά την εποχή, υπέφερα από μια νοσηρή αντιπά­
θεια για τον εαυτό μου. Υπήρξα πάντα άντρας υγιής και αθλητι­
κός και αντιπαθούσα καταστάσεις, όπως αρρώστειες και δυ-

34
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

ομορφιές. ' Ενιωθα, βέβαια, οίκτο για τους ανθρώπους που υπέ­
φεραν, αλλά στον οίκτο μου υπήρχε πάντα μια δόση απέχθειας.
Και να τώρα που εγώ ήμουν το αντικείμενο τέτοιων αισθημάτων.
' Ενας ανάπηρος, ένας σακατεμένος άνθρωπος, με μια κουβέρ­
τα αδιάκοπα ριγμένη πάνω στα πόδια του. Σαν αρπακτικό πουλί,
περίμενα να διακρίνω τις αντιδράσεις των άλλων ανθρώπων που
με έβλεπαν σ' αυτή την κατάσταση. Τα γεμάτα κατανόηση βλέμ­
ματα, με γέμιζαν φρίκη. Το ίδιο όμως αισθανόμουν και μπροστά
σε διακριτικά πρόσωπα που έκαναν πως δεν πρόσεχαν την ανα­
πηρία μου. Αν δεν υπήρχε η σιδερένια θέληση της Τερέζας, θα
είχα κλειδωθεί μέσα στο σπίτι και δεν θα έβλεπα κανέναν. Η Τε-
ρέζα όμως είχε ένα χαρακτήρα χαλύβδινο και δεν μπορούσε κα­
νείς να της πάει κόντρα. Χωρίς τσιριμόνιες και κορδελάκια, με
λέξεις που ζεμάτιζαν, μα ταυτόχρονα και ανακούφιζαν, κατάφε-
ρε να με πείσει πως η φυγή μου θα δημιουργούσε την εντύπωση
πως απέβλεπα σε αυτοδιαφήμηση. Ήξερα τι ήθελε να πει και
γιατί το έλεγε, αλλά υποχώρησα. Αποφάσισα να της αποδείξω
πως ήμουν σε θέση να δεχτώ όλες τις αντιδράσεις, όποιες κι αν
ήταν. Συμπάθεια, τακτ, υπερβολική ευγένεια, έντονη προσπά­
θεια να αποφεύγονται λέξεις, όπως ατύχημα, αρρώστεια κ.λπ., α­
κόμη και υποκρισία.
Η συμπεριφορά των τριών κυριών απέναντι μου, δεν μπορώ
να πω ότι με δυσαρέστησε. Η λαίδη Σαιν - Λου, είχε υιοθετήσει
τη γραμμή του τακτ και απέ(ρυγε με επιμέλεια να με κοιτάζει. Η
λαίδη Τρεζίλιαν ήταν φανερό πως δεν είχε την άνεση των τρό­
πων της αδελφής της. ’ Οταν μου απηύθυνε το λόγο, το πρόσω­
πό της γινόταν κατακόκκινο από την ταραχή, ενώ επέμενε να
μου μιλά διαρκώς και αποκλειστικά για βιβλία. ’ Οσο για τη μίσες
Μπίγκχαμ, προσπαθώντας αδιάκοπα να μη με πληγώσει, μιλούσε
για τα επικίνδυνα σπορ με νοήματα ελεγμένα.
Μονάχα το κορίτσι, η ’ Ιζαμπελ, ήταν τελείως φυσική. Είχε
καρφώσει τα μάτια της πάνω μου χωρίς να θέλει να τα στρέψει
αμέσως αλλού. Φαινόταν να με εξομοιώνει με οτιδήποτε άλλο υ­
πήρχε στο δωμάτιο. Τα έπιπλα, τους ανθρώπους... Γι’ αυτήν ή­
μουν μια πραγματικότητα που όμως δεν είχε καμιά σχέση μαζί
της. ' Οταν τέλειωσε με τη δική μου εξέταση, το βλέμμα της έ­
πεσε στο πελώριο πιάνο, ύστερα στον Ρόμπερτ και τέλος στο α-
γαλματάκι που στόλιζε το τραπέζι. Το τελευταίο φάνηκε να της

35
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

συγκρότησε περισσότερο το ενδιαφέρον. Με ρώτησε τι ήταν.


Της εξήγησα.
- Σας αρέσει; τη ρώτησα.
Σκέφτηκε προσεκτικά για ν' απαντήσει μ' ένα ναι.
Αναρωτήθηκα μήπως ήταν καθυστερημένη. Τη ρώτησα αν α­
γαπά τ' άλογα. Είπε πως ήταν το πρώτο που έβλεπε.
- 'Οχι, της εξήγησα. Εννοώ τα πραγματικά.
- Ω, ναι, πολύ. Αλλά δεν υποφέρω το κυνήγι.
- Δε σας αρέσει;
- Ό χι, άλλωστε η περιοχή δεν είναι κατάλληλη γι' αυτό το
σπορ.
Τη ρώτησα αν είχε ταξιδέψει με καράβι και αποκρίθηκε κατα­
φατικά. Εκείνη τη στιγμή, η λαίδη Τρεζίλιαν άρχισε πάλι να μου
μιλά για βιβλία και η Ίζαμπελ ξαναβυθίστηκε στη σιωπή της.
Πρόσεξα πως είχε ένα μεγάλο χάρισμα. Καθόταν τελείως ακίνη­
τη. Δεν κάπνιζε, δεν σταύρωνε τα πόδια, δεν έπαιζε με τα χέρια
της, ούτε χάιδευε τα μαλλιά της. Καθόταν τελείως ακίνητη στην
ψηλή πολυθρόνα του παππού, με τα χέρια -μακρυά, χυτά χέρια-
σταυρωμένα μπροστά. Είχε κάτι επάνω της από την ακινησία του
μαρμάρινου αλόγου. Σκέφτηκα πως έμοιαζαν μεταξύ τους. Ή ­
ταν το ίδιο αξιόλογα διακοσμητικά, κατάλληλα για εκλεκτά μάτια
και ανήκαν σε μια παλιά εποχή...
Γέλασα όταν η Τερέζα είπε πως ίσως να μη σκεφτόταν καθό­
λου, μα αργότερα το βρήκα σωστό. Τα ζώα δε σκέφτονται. Το
μυαλό τους είναι νεκρό, στείρο, μέχρι τη στιγμή που προβάλλει
ένας κίνδυνος, οπότε τον αντιμετωπίζουν με εκπληκτική ετοιμό­
τητα. Στην ουσία η σκέψη δεν είναι παρά ένα μάθημα που διδά­
σκουμε οι ίδιοι στον εαυτό μας.
Τα προγνωστικά της Τερέζας για τη ζωή μας στο Σαιν - Λου,
ήταν απόλυτα σωστά. Σχεδόν αμέσως μπήκαμε στο χορό των πο­
λιτικών. Το «Πόλνορθ Χάους» ήταν πελώριο και επειδή τα οικο­
νομικά της μις ’ Αμυ είχαν υποστεί καθίζηση από τους μεγάλους
φόρους, απομόνωσε μια μεγάλη πτέρυγα και την εφόδιασε με
δική της κουζίνα. Ύστερα από διάφορους άλλους ενοικιαστές,
τελικά έμεινε σ' αυτό κάποιος Κάρσλέικς και ο Ρόμπερτ και η
Τερέζα δεν είχαν καμιά αντίρρηση να του ανανεώσουν το συμ­
βόλαιο. Νομίζω, όμως, πως κι αν ακόμα δεν τον ήθελαν, δύσκολα
θα τον έβγαζαν. Η εγκατάστασή τους, ωστόσο, στο «Πόλνορθ

36
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

Χάουζ» το μετέβαλε σε κέντρο προεκλογικής δραστηριότητας,


αφού όλοι οι υποψήφιοι βουλευτές ανηφόριζαν την Χάι Στρητ
του Σαιν - Λου.
Η Τερέζα, καθώς το είχα προμαντέψει, μπλέχτηκε για τα κα­
λά μέσα στη δίνη της πολιτικής. Οδηγούσε αυτοκίνητο, μοίραζε
φυλλάδια, έκανε προπαγάνδα. Το Σαιν - Λου, σαν μεγάλο ψαρά­
δικο λιμάνι, με τριγύρω γεωργική περιοχή, ήταν φυσικό να εκλέ­
γει έναν υποψήφιο. Τα τελευταία, όμως, δεκαπέντε χρόνια, είχε
αλλάξει χαρακτήρα. Από τότε που διαμορφώθηκε σε τόπο θερι­
νών διακοπών, οι κάτοικοί του άλλαξαν κι αυτοί, με κοινωνικά και
καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα και με πεποιθήσεις πολιτικές, μάλ­
λον αριστερίζουσες. Ό ταν ο σερ Τζωρτζ Μποροντίηλ έπαθε
καρδιακή προσβολή και υπέβαλε την παραίτησή του, οι κάτοικοι
του Σαιν - Λου, είδαν με φρίκη τους να τους εκπροσωπεί στη
Βουλή ένας υποψήφιος του εργατικού κόμματος.
- Πολύ γρήγορα, είναι η αλήθεια, κατέληξε ο κάπταιν Κάρ-
σλέικς, όλοι αναγνώρισαν τη μεγάλη του αξία.
Ο Κάρσλέικς ήταν ένας λεπτός, μικρόσωμος άντρας, μελα­
ψός και με πονηρά μάτια νυφίτσας. Είχε υπηρετήσει στο Πολεμι­
κό Ναυτικό με το βαθμό του πλοιάρχου. Είχε φλογερή πολιτική
συνείδηση και ήξερε καλά τή δουλειά του.
Θα πρέπει να καταλάβατε πως εγώ είμαι τελείως άσχετος με
την πολιτική και δεν κατάφερα ποτέ να παρακολουθήσω τις ασυ­
ναρτησίες των διαφόρων υποψηφίων. Ο ρόλος μου, λοιπόν, στην
προεκλογική ατμόσφαιρα του Σαιν - Λου, ήταν τουλάχιστον α­
νορθόδοξος. Μου θύμιζε τη σχέση που υπήρχε ανάμεσα στα δέ­
ντρα του Ρόμπερτ και τα πραγματικά. Τα πραγματικά είναι με
κλαδιά, φύλλα και καρπούς. Τα δέντρα του Ρόμπερτ ήταν τυ­
χαίες πινελιές από παχιά μπογιά πάνω στο μουσαμά. Κατά τη
γνώμη μου, τα δέντρα του Ρόμπερτ εύκολα θα τα περνούσε κα­
νείς για πιάτα με φρέσκο σπανάκι ή ακόμα και με πρατήριο βενζί­
νης. Ο πίνακας, όμως, ήταν η έκφραση της ιδέας του αδελφού
μου για τα δέντρα. ’ Οπως εμένα, η αδιαφορία που είχα για την
πολιτική, ήταν η έκφραση της ιδέας μου γι' αυτήν. ’ Ολος αυτός
ο πυρετός της προεκλογικής περιόδου, ήταν για μένα ένα ασή­
μαντο και ελαφρά ενοχλητικό γεγονός, που έφερε ωστόσο στο
προσκήνιο το όνομα του ανθρώπου που επρόκειτο να αντιπαθή­
σω τόσο θανάσιμα. Του Τζων Γκάμπριελ.

37
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

πρώτη φορά που άκουσα να αναφέρεται το όνομα


του Τζων Γκάμπριελ, ήταν ένα απόγευμα που ο
Κάρσλέικς μιλούσε στην Τερέζα για το πολιτικό παρελθόν
τους. Ο σερ Τζέιμς Μπράντουελ ήταν ο πρώην συντηρητικός υ­
ποψήφιος. Κάτοικος της περιοχής με αρκετά χρήματα και σω­
στές αρχές. Επι πλέον και αμέμπτου ηθικής. Το κακό ήταν με
την ηλικία του -62 ετών- και άνθρωπος περιωρισμένης ευφυΐας.
Πολύ αργός στις αντιδράσεις και το χειρότερο χωρίς το χάρισμα
του λόγου.
- Στο βήμα είναι αξιολύπητος, συνέχισε ο πλοίαρχος. Ό λο
εεε και ααα και χμ... Φυσικά, του δίναμε έτοιμους τους λόγους
του και στέλναμε πάντα ένα καλό ομιλητή στα σπουδαία ραντε­
βού. ' Ηταν ο κατάλληλος υποψήφιος για την περασμένη δεκαε­
τία. Τίμιος, ντόμπρος, ευθύς και τζέντλεμαν. Μα, σήμερα, δυ­
στυχώς, χρειάζεται κάτι άλλο.
- Μυαλό; ρώτησα.
Μα ο Κάρσλέικς δε φάνηκε να συμμερίζεται αυτή την άπο­
ψη.
- Χρειάζεται κάποιος που να μπορεί ν ' απαντά σε πολλές
ταυτόχρονα ερωτήσεις, να στολίζει το λόγο του με ευφυολογή­
ματα. Φυσικά, να υπόσχεται λαγούς με πετραχείλια, όπως λένε.
' Ενας άνθρωπος σαν αυτόν, θα ήταν πολύ δύσκολο να κάνει κάτι
τέτοιο. Και, δυστυχώς, η μάχη έχει αρχίσει. Τα πάντα εξαρτώνται
από τις λεπτομέρειες. Ο άλλος υποψήφιος, ο Ουίλμπραχαμ, εί­
ναι άνθρωπος μαχητικός, έξυπνος, πρώην καθηγητής και άρι-
στος ομιλητής. Με λίγα λόγια δηλαδή, οι άνθρωποί του έχουν
δουλέψει καλά. Κέρδισε αρκετές εκατοντάδες οπαδούς. Πρώτη
φορά συμβαίνει κάτι τέτοιο στο Σαιν - Λου. Αυτή τη φορά είμα­
στε βέβαιοι, θα τα καταφέρουμε καλύτερα. Ο δικός μας πρέπει
να σαρώσει τον Ουίλμπραχαμ.

38
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

- Είναι δημοφιλής;
- ’ Ετσι κι έτσι. Δεν έχει ξοδέψει αρκετά χρήματα για τον τό­
πο, είναι όμως ευσυνείδητος και ακούει με προσοχή κάθε πρό­
βλημα.
- Δεν πιστεύετε πως μπορούν να υπερισχύσουν οι εργατι­
κοί;
- Δεν το νομίζω. Δεν ελπίζω, βέβαια, στην παλιά πλειοψη-
φία. Εξαρτάται κυρίως από την κατήχηση του δημοκρατικού στοι­
χείου, για το που πρέπει να ρίξει την ψήφο του. Ανάμεσα σε μας
τους δυο, μίσες Νόρρεϋς, πιστεύω πως έχετε περισσότερες δυ­
νατότητες ν ’ αποσπάσετε δημοκρατικούς ψήφους.
Κοίταξα την Τερέζα με την άκρη του ματιού μου. Προσπα­
θούσε να δείξει ότι ένιωθε την κρυφή σημασία που είχαν τα λό­
για του.
- Δεν... δεν νομίζω πως έχω τόσο μεγάλες ικανότητες,
τραύλισε η Τερέζα.
- Θα πρέπει όλοι να δουλέψουμε σκληρά, συνέχισε αυτός
και μου έριξε μια ματιά.
Προθυμοποιήθηκα ν ' αναλάβω γραφική υπηρεσία.
- Θαυμάσια, θαυμάσια, φώναξε ενθουσιασμένος. Το ατύχη­
μά σας δεν σας εμποδίζει σε τίποτα. Το πάθατε στην Βόρεια Α­
φρική;
Οταν του απάντησα στην Σάρροου Στρητ φάνηκε ν ' απογο­
ητεύεται.
- Θα μας βοηθήσει και ο σύζυγός σας; στράφηκε ξανά στην
Τερέζα.
Η νύφη μου κούνησε το κεφάλι της.
- Φοβάμαι πως όχι. Είναι κομμουνιστής.
Αν είχε πει πως ήταν μαύρη μαϊμού, δεν θα τον αναστάτωνε
περισσότερο.
- Βλέπετε, του εξήγησε η Τερέζα, είναι καλλιτέχνης.
Ο Κάρσλέικς συνήλθε λίγο μ ’ αυτή τη δήλωση. Βέβαια, οι ζω­
γράφοι, οι καλλιτέχνες... πάντοτε αντιδραστικοί.
- ’ Ετσι γλύτωσε ο Ρόμπερτ, μου είπε αργότερα η Τερέζα.
Της αποκρίθηκα πως ήταν ασυνείδητη.
Όταν ήρθε ο αδελφός μου, τον πληροφόρησε για τις πολιτι­
κές πεποιθήσεις του.
- Μα, εγώ δεν ήμουν ποτέ κομμουνιστής, διαμαρτυρήθηκε

39
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

αυτός. Βέβαια, δε λέω, πάντα συμφωνούσα με ορισμένες αρχές


τους...
- Μα αυτό ακριβώς του είπα κι εγώ, έκανε η Τερέζα. Στο
μέλλον θα είναι αρκετό να ξεχνάμε πότε - πότε κανένα βιβλίο
του Καρλ Μαρξ στο μπράτσο της πολυθρόνας σου κι έτσι θα α­
παλλαγείς οριστικά από τον κίνδυνο να ζητήσουν τις υπηρεσίες
σου.
- Μέχρις εδώ καλά, είπε ο Ρόμπερτ. Μήπως, όμως... αρχίσει
να ενδιαφέρεται για μένα η άλλη πλευρά;
- Ποτέ, τον καθησύχασε η γυναίκα του. Οι εργατικοί φοβού­
νται τους κομμουνιστές περισσότερο από τους συντηρητικούς.
- Αναρωτιέμαι πως να είναι τάχα ο υποψήφιός μας, αναρω­
τήθηκα.
Ο Κάρσλέικς είχε απαντήσει με υπεκφυγές. Ανάφερε σε μια
στιγμή πως δεν ήταν απ’ αυτά τα μέρη και όταν η Τερέζα τον
ρώτησε για ποιον μιλούσε, αυτός είπε:
- Ο καινούργιος υποψήφιος λέγεται Γκάμπριελ. Είναι ταγμα­
τάρχης. Έχει -όπως έμαθα- τιμηθεί και με το παράσημο αν­
δρείας.
- Σ ' αυτόν τον πόλεμο, ή τον πρώτο;
- Σ' αυτόν, φυσικά. Είναι πολύ νέος, μόλις τριαντατεσσάρων
χρόνων. Οι στρατιωτικές περγαμηνές του είναι άριστες. Πήρε το
παράσημο για διακεκριμένες πράξεις, αυτοθυσία και ηρωισμό.
Μόνο που η εμφάνισή του δεν είναι και πολύ εντυπωσιακή. Μάλ­
λον θα έλεγα απογοητευτική.
- Λέτε να καταφέρει να σταθεί μπροστά στο κοινό;
Το πρόσωπο του Κάρσλέικς έλαμψε.
- Ω, όσο γι' αυτό, είναι βέβαιο. Κερδίζει αμέσως... Καταλα­
βαίνετε τι εννοώ. Είναι ευχάριστος. Και καταφέρνει να μετατρέ­
ψει και την πιο πληκτική ομιλία σε πραγματική απόλαυση. Δυστυ­
χώς, δεν έχει γνωριμίες.,, πρόσθεσε με πρόσωπο συννεφιασμέ­
νο.
- Θέλετε να πείτε ότι δεν είναι από την Κορνουάλη; Από
πού κρατάει η σκούφια του;
- Για να είμαι ειλικρινής, δεν έχω ιδέα. Είναι άγνωστη η κα­
ταγωγή του. Θα κρατήσουμε μυστικότητα γύρω απ' αυτά. Θα βα­
σιστούμε κυρίως γύρω από τις πολεμικές περγαμηνές του και το
ήθος του. Είναι απλός και συμπαθής, ό,τι πρέπει για να κερδίσει

40
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

τον μέσο Εγγλέζο. Φοβάμαι πως η λαίδη Σαιν - Λου δεν τον επι­
δοκιμάζει απόλυτα.
Η Τερέζα ρώτησε αν αυτό είχε καμιά σημασία. Φυσικά και εί­
χε, δεδομένου ότι η λαίδη ήταν πρόεδρος της «Ενώσεως Κυ­
ριών υπέρ του Συντηρητικού Κόμματος», σωματείο που είχε με­
γάλη δύναμη στην περιοχή.
- Αυτό που με κάνει αισιόδοξο με τον Γκάμπριελ είναι ότι τα
καταφέρνει περίφημα μέ τις γυναίκες, συνέχισε. ' Υστερα, μη
ξεχνάμε, οι καιροί άλλαξαν. Κάποτε για να εκλεγεί κανείς, έπρε­
πε να είναι ευγενής. Μακάρι αυτός ο νέος να ήταν τέτοιος. Δυ­
στυχώς, όμως, δεν είναι. Πιστεύω πάντως πως ο ιδεωδέστερος
αντικαταστάτης ενός ευγενούς, είναι ένας ήρωας.
Αυτό, παρατήρησα αργότερα στην Τερέζα, έμοιαζε με επί­
γραμμα. Χαμογέλασε. Δήλωσε πως μάλλον λυπόταν αυτόν τον
Γκάμπριελ.

41
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ

εν μου δόθηκε η ευκαιρία να δω τον καινούργιο υποψή­


φιο, μέχρι τη μεγάλη συγκέντρωση που έγινε στο Ντριλ
Χιλ. Η Τερέζα μου είχε αγοράσει μια πολυθρόνα με ρό­
δες, ειδική για αναπήρους. Μπορούσα μ' αυτήν να βγαίνω μόνος
στη βεράντα και να απολαμβάνω τα ηλιόλουστα πρωινά. Σιγά - σι­
γά, όταν άρχισα να την συνηθίζω, τόλμησα και μεγαλύτερους πε­
ριπάτους. Μια φορά έφτασα και μέχρι την πόλη. Η συγκέντρωση
στο Ντριλ Χιλ έγινε ένα απόγευμα και η Τερέζα επέμενε να
πάω. Με βεβαίωσε πως θα διασκέδαζα. Της είπα πως είχε ασυ­
νήθιστες ιδέες για τη διασκέδαση.
- Θα δεις, θα δεις πόσο θα τους βρεις αστείους όλους κα­
θώς θα παίρνουν τους εαυτούς τους στα σοβαρά. Και μη ξε­
χνάς, πρόσθεσε, θα φοράω το καπέλο μου.
Η Τερέζα που δεν φοράει ποτέ καπέλο, παρά μόνο όταν πη­
γαίνει σε γάμο, είχε κάνει επί τούτου μια εξόρμηση στο Λονδίνο
και είχε επιστρέψει θριαμβευτικά με ένα καπέλο που κατά τη
γνώμη της ήταν κατάλληλο για ένα μέλος του «Συλλόγου Κυριών
υπέρ του Συντηρητικού Κόμματος».
- Και τι είδους καπέλο πρέπει να φορά ένα τέτοιο μέλος;
ρώτησα.
Η απάντηση μου δόθηκε με κάθε λεπτομέρεια. ’ Επρεπε να
είναι από καλό ύφασμα, να μην είναι ντεμοντέ, αλλά ούτε και μο­
ντέρνο. Να στέκεται καλά στο κεφάλι και να φαίνεται φτηνό. Με­
τά μου έδειξε το καπέλο και διαπίστωσα πως ήταν πράγματι ό­
πως μου το είχε περιγράφει. ’ Οταν το φόρεσε, ο Ρόμπερτ και
εγώ χειροκροτήσαμε.
- Είναι τρέλα, αγάπη μου, δήλωσε ο αδελφός μου. Σε κάνει
πολύ σοβαρή και... σου δίνει ένα ύφος σαν να 1χεις στη ζωή σου
ένα σοβαρό σκοπό.
’ Οπως καταλαβαίνετε, λοιπόν, η προοπτική να απολαύσω την

42
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

Τερέζα στη μεγάλη συγκέντρωση του Ντριλ Χιλ, με το καινούρ­


γιο καπέλο στο κεφάλι, με έφερε μέχρι εκεί ένα όμορφο καλο­
καιριάτικο απόγευμα.
Η αίθουσα ήταν γεμάτη από ηλικιωμένους άντρες και γυναί­
κες, με τη σφραγίδα της άνεσης στα πρόσωπά τους -ο ι περισσό­
τεροι νέοι, κατά τη γνώμη μου- αυτή τη στιγμή απολάμβαναν
τις χαρές της θάλασσας.
' Οταν το αναπηρικό καροτσάκι μου οδηγήθηκε από ένα αγό­
ρι σε μια άκρη του τοίχου στα μπροστινά καθίσματα, βάλθηκα να
παρατηρώ τριγύρω προσπαθώντας να μαντέψω την αιτία αυτών
των συναντήσεων. Σε μια στιγμή, μπήκε στην αίθουσα μια μικρή
συντροφιά και κατευθύνθηκε προς την εξέδρα, όπου δεν υπήρ­
χε παρά ένα τραπέζι, ένα ποτήρι νερό και λίγες καρέκλες. Η Τε­
ρέζα με το σοβαρό της καπέλο, καθόταν στη δεύτερη σειρά. Ο
πρόεδρος, μερικά ηλικιωμένα άτομα, ο αντιπρόσωπος του Κόμ­
ματος απ’ το Λονδίνο, η λαίδη Σαιν - Λου, δυο άλλες κυρίες και
ο υποψήφιος, κάθησαν στην πρώτη σειρά.
Ο πρόεδρος άρχισε να μιλά με μια ήσυχη, κάπως τραγουδι­
στή φωνή. Δεν έλεγε παρά συνηθισμένες αερολογίες, χωρίς κα­
νένα νόημα. Ήταν ένας πολύ ηλικιωμένος Στρατηγός, με σω­
ρεία παρασήμων. Κάποτε, η λεπτή, γέρικη φωνή σταμάτησε για
να την διαδεχτεί ένα πλούσιο, ακράτητο χειροκρότημα.
Κλείνοντας το λόγο του ο γέρο - στρατηγός, είχε παρουσιά­
σει στο ακροατήριό του έναν αντιπρόσωπο της νέας γενιάς, υπο­
ψήφιο βουλευτή του Κόμματος των Συντηρητικών: τον ταγμα­
τάρχη Τζων Γκάμπριελ.
Ήταν τότε που μ ’ ένα βαθύ αναστεναγμό, η λαίδη Τρεζί-
λιαν, που ξαφνικά ανακάλυψα να κάθεται πλάι μου, έσκυψε και
μου είπε:
- Τι κρίμα να έχει τόσο κοινά πόδια!
Κατάλαβα αμέσως τι εννοούσε. Αν, ωστόσο, με ρωτήσει κα­
νείς με ποιο κριτήριο ένα πόδι θεωρείται κοινό, δεν θα μπορού­
σα να του εξηγήσω. Ο Τζων Γκάμπριελ δεν ήταν ψηλός. Θα έλε­
γα πως είχε κανονικά πόδια για το ύψος του. Ούτε υπερβολικά
μακρυά, ούτε υπερβολικά κοντά. Το κουστούμι του ήταν κομμέ­
νο σωστά. Αυτά, όμως, τα κρυμμένα στα μπατζάκια πόδια, δεν ή­
ταν πόδια ενός τζέντλεμαν. Μήπως αυτό το ιδιαίτερο, οφείλεται
στη στάση που παίρνει αυθόρμητα ένας αριστοκράτης; Να μια

43
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

δύσκολη ερώτηση! Το πρόσωπό του, αν και άσχημο, ήταν ενδια­


φέρον, με ζωηρά, όμορφα μάτια. Κάποια στιγμή σηκώθηκε όρ­
θιος, χαμογέλασε -ένα χαμόγελο αληθινά γοητευτικό- άνοιξε
το στόμα του κι άρχισε να μιλά με μια βαριά, λαϊκή προφορά.' Ε­
μεινε στο βήμα για είκοσι περίπου λεπτά και μιλούσε όμορφα.
Μη με ρωτήσετε τι έλεγε. Πρόχειρα, θα έλεγα, πως δεν επανα­
λάμβανε παρά τα συνηθισμένα, γνωστά λόγια. Είχε όμως το χάρι­
σμα να σε πείθει. Σε κέρδιζε με τον δυναμισμό του. Ξεχνούσες
το άσχημο πρόσωπό του, την φοβερή του προφορά, την ταπεινή
καταγωγή του και έβλεπες μόνο τη σοβαρή έκφρασή του που υ­
ποσχόταν πολλά. ’ Ελεγες μέσα σου: «Αυτός ο άνθρωπος θα κά­
νει, στ' αλήθεια, ό,τι περνάει από το χέρι του». Σε κατακτούσε.
Αυτό ήταν. Σε κατακτούσε! Πολύ συχνά και εντελώς αναπάντε­
χα, έλεγε κάποιο αστείο κατανοητό σε όλους.
Τελικά η γνώμη μου γι' αυτόν τον άνθρωπο, ήταν πως παρου­
σίασε απλώς τον εαυτό του. Δεν θέλω να πω πως αγνόησε το
Κόμμα. ’ Οχι! Μα το τελικό συμπέρασμα ήταν πως αυτό που είχε
σημασία δεν ήταν το Κόμμα, μα αυτός, ο Τζων Γκάμπριελ. ΑΥ­
ΤΟΣ! θα έκανε όλα αυτά τα έργα, όχι οι άλλοι. Το ακροατήριο
τον συμπάθησε αμέσως... Φυσικά, ήταν προετοιμασμένοι να τον
συμπαθήσουν, λόγω πολιτικών πεποιθήσεων, μα και οι ίδιοι ξαφ­
νιάστηκαν πόσο γρήγορα του χάρισαν τη συμπάθειά τους. Η συ­
γκέντρωση έληξε με τις γνωστές τυπικότητες.
Όταν ο κόσμος άρχισε να αραιώνει, η λαίδη Τρεζίλιαν ήρθε
κοντά μου. Είχα δίκιο όταν υποψιαζόμουν πως ήταν αποφασισμέ­
νη να παίξει το φύλακα άγγελό μου. Ρώτησε αμέσως με την ψι­
λή, ασθματική φωνή της:
- Πώς τον βρίσκετε: Θέλω να μου πείτε την αλήθεια.
- Φαίνεται καλός, αποκρίθηκα. Δεν υπάρχει αμφιβολία γι'
αυτό.
- Χαίρομαι τόσο πολύ που το πιστεύετε, έκανε ανακουφι­
σμένη.
Αναρωτήθηκα γιατί την ενδιέφερε τόσο πολύ η γνώμη μου.
Με διαφώτησε κάπως όταν πρόσθεσε:
- Δεν είμαι τόσο έξυπνη όσο η Ανν ή η Μωντ. Δεν έχω ασχο­
ληθεί ποτέ πριν με τα πολιτικά και είμαι κάπως της παλιάς σχο­
λής. Δεν καταλαβαίνω γιατί οι βουλευτές πρέπει να πληρώνο­
νται. Δεν κάνουν τίποτα περισσότερο από το να προσφέρουν μια

44
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

υπηρεσία στη χώρα τους.


- Δεν μπορείς όλη σου τη ζωή να προσφέρεις δωρεάν υπη­
ρεσίες, Λαίδη Τρεζίλιαν, παρατήρησα.
- Ό χι, το ξέρω. Δηλαδή, όχι σήμερα. Μου φαίνεται, όμως,
κρίμα. Οι πολιτικοί αντιπρόσωποί μας θα πρέπει να προέρχονται
από την τάξη που δεν χρειάζεται να δουλέψει για να ζήσει, από
την τάξη που μπορεί να μείνει αδιάφθορη στο χρήμά.
Ετοιμαζόμουν να της πω και γω δεν ξέρω τι, όταν τα μάτια
μου καρφώθηκαν στην εξέδρα. Η λαίδη Σαιν - Λου συζητούσε με
τον υποψήφιο ταγματάρχη Γκάμπριελ. Τα πόδια του ήταν πραγ­
ματικά κάπως περίεργα. Μήπως πίστευε κι αυτός πως οι υπηρε­
σίες προς την πατρίδα ήταν μόνο καθήκον; Πολύ αμφέβαλα...
Εκείνη τη στιγμή πλησίασε η Τερέζα μαζί με το αγόρι που ε-
πρόκειτο να σπρώξει την πολυθρόνα μου.
- Διασκέδασες; τη ρώτησα.
- Ναι. Πολύ.
- Τι γνώμη σχημάτισες για τον υποψήφιο;
Δεν απάντησε μέχρι που βρεθήκαμε έξω από την αίθουσα.
- Δεν ξέρω, είπε τέλος.

45
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ

f “ 'υνάντησα τον Τζων Γκάμπριελ δυο μέρες αργότερα, ό-


ταν ήρθε στον Κάρσλέικς. Ο καπετάνιος τον είχε φέρει
σε μας για ένα ποτό, Δημιουργήθηκε κάποιο θέμα σχε­
τικά με μια έκτακτη απασχόληση της Τερέζας και αποσύρθηκε
με τον Κάρσλέικς να ξεκαθαρίσουν το ζήτημα.
Ζήτησα συγγνώμη από τον ταγματάρχη που δεν μπορούσα να
σηκωθώ εγώ και του πρότεινα να σερβιριστεί μόνος ένα ποτό.
Καθώς πρόσεξα διάλεξε το καλύτερο. ' Εφερε και σε μένα ένα,
λέγοντας: Στον πόλεμο!
- 'Οχι, αποκρίθηκα. Στη Χάρροου Στρητ!
Αυτή είχε γίνει η μόνιμη απάντησή μου και ήταν αληθινή από­
λαυση για μένα να βλέπω τις διάφορες αντιδράσεις. Αλλά, ο
Γκάμπριελ τη βρήκε πολύ διασκεδαστική.
- Είναι κρίμα να το λέτε, παρατήρησε. Καλύτερα να το απο-
σιωπείτε.
- Μήπως με συμβουλεύετε να παραστήσω τον τραυματισμέ­
νο ήρωα;
- Δεν υπάρχει ανάγκη, είπε. Απλώς, να λέτε, ήμουν στη
Μπούρμα ή στην Αφρική ή... Αλήθεια, πού ήσασταν;
- Στο Ελ Αλαμέιν.
- Ωραία! Να λέτε στο Ελ Αλαμέιν, κι αυτό από μόνο του είναι
αρκετά ικανοποιητικό.
- Έ χει καμιά σημασία; '
- Μπορεί να έχει με... τις γυναίκες. Βλέπουν με διαφορετι­
κό μάτι έναν ήρωα τραυματισμένο.
Αυτό το ήξερα πολύ καλά. Κούνησε το κεφάλι του με κατα­
νόηση.
- Θα σας είναι αρκετά κουραστικό πότε - πότε, συνέχισε. Υ­
ποθέτω, θα σας τριγυρίζουν ένα σωρό θηλυκά, τα περισσότερα
για να σας περιβάλλουν με την καταπιεσμένη μητρική στοργή

46
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

τους. (Έ δειξε το ποτήρι του). Μου επιτρέπετε να σερβιριστώ


άλλο ένα;
- Παρακαλώ!
- Πρόκειται να δειπνήσω στο Κάστρο, εξήγησε. Αυτή η γριά
μάγισσα, καταφέρνει να με τρομάζει.
- Η λαίδη Σαιν - Λου ειδικά; ρώτησα. Ή , μήπως, όλες;
- Η χοντρή δεν με πολυαπασχολεί. Είναι από τους τύπους
που τους φέρνεις εύκολα με τα νερά σου και όσο για την Μπί-
γκχαμ Τσάρτερις, θυμίζει περισσότερο άλογο. Σου προκαλεί τη
διάθεση να της χλιμιντρίσεις. Αυτή η Σαιν - Λου, όμως, σου δίνει
την εντύπωση ότι μπορεί να σε διαπεράσει με το βλέμμα της και
να διαβάσει μέσα σου. Δεν μπορείς να τα βγάλεις πέρα εύκολα
μαζί της. ' Οχι πως μου δόθηκε για την ώρα η ευκαιρία για μια τέ­
τοια εμπειρία... Ξέρετε, όταν έρχεσαι σε επαφή με κάποιον
πραγματικά αριστοκράτη, αισθάνεσαι λίγο σαν δαρμένος. Πολύ
έντονο συναίσθημα...
- Δε νομίζω πως σας πολυκαταλαβαίνω.
Χαμογέλασε.
- Μην ξεχνάετε πως εγώ ανήκω, κατά κάποιο τρόπο, στο α­
ντίθετο στρατόπεδο.
- Εννοείτε ότι δεν ανήκετε αληθινά στους Συντηρητικούς;
- ' Οχι, όχι, δεν εννοούσα αυτό. Απλώς, εξακολουθούν να
θαυμάζουν και να νοσταλγούν την παλιά ετικέττα. Φυσικά, στις
μέρες μας δεν υπάρχει περιθώριο εκλογής και αναγκάζονται να
δίνουν την ψήφο τους σε ανθρώπους σαν κι εμένα. Ο πατέρας
μου ήταν υδραυλικός, πρόσθεσε.
Μου χαμογέλασε και του ανταπέδωσα το χαμόγελο. ' Ενιωθα
ευχάριστα μαζί του.
- Μάλιστα, συνέχισε. Η θέση μου, πραγματικά, είναι με τους
εργατικούς.
- Τότε δεν θα πιστεύετε στο πρόγραμμά τους για να μη
τους προτιμήσετε.
- ' Οχι, δεν πρόκειται γι' αυτό. Για μένα η πίστη δεν βαραίνει
σε τίποτα. Χρειαζόμουνα απλώς μια δουλειά. Μεταξύ μας, πά­
ντοτε επιθυμούσα ν ' ανακατευτώ στην πολιτική.
- Αυτός λοιπόν είναι ο λόγος. Θέλατε να κερδίσετε και δια­
λέξατε τους Συντηρητικούς.
- Θεέ μου, κραύγασε. Δεν πιστεύετε, φυσικά, πως θα κερδί­

47
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

σουν οι Συντηρητικοί;
Αποκρίθηκα πως το πίστευα.
- Ανοησίες, έκανε. Το εργατικό κόμμα θα σαρώσει τα πάντα.
Με συντριπτική πλειοψηφία μάλιστα...
- Μα, τότε... αν έχετε αυτή τη γνώμη...
Σταμάτησα.
- Γιατί δεν πηγαίνω με την πλευρά που θα νικήσει, ε; Μα, φί­
λε μου, γι' αυτό ακριβώς δεν ανήκω στους Εργατικούς. Δεν θέ­
λω να χαθώ μέσα στο πλήθος. Η αντιπολίτευση είναι η κατάλλη­
λη θέση για μένα. Ποιοι είναι οι υποψήφιοι των Συντηρητικών;
’ Ενα πλήθος ραμολιμέντο, ανίκανοι ολότελα και χωρίς την παρα­
μικρή πειθώ. Δεν έχουν ιδέα από πολιτική και λόγω βαθύτατου
γήρατος, δεν έχουν ούτε περιθώρια να μάθουν. Οποιοσδήποτε
με κάποια ικανότητα, θα διακριθεί αμέσως. Με παρακολουθείτε;
Τότε είναι που θα λάμψω εγώ.
- Αν εκλεγείτε, παρατήρησα.
- Α, θα εκλεγώ.
Τον κοίταξα με περιέργεια.
- Πώς είσαστε τόσο βέβαιος;
Χαμογέλασε ξανά.
- Φτάνει να μην κάνω καμιά ανοησία. ' Εχω κι εγώ τα αδύνα­
τά μου σημεία. (Ή π ιε το υπόλοιπο ποτό του). Κυρίως τις γυναί­
κες. Θα πρέπει να μείνω μακρυά τους. Εδώ κάτω δεν είναι δύ­
σκολο κάτι τέτοιο, αν και υπάρχει ένα μικρό, χαριτωμένο πλάσμα
φυλακισμένο στο Κάστρο του Σαιν - Λου. ' Εχει τύχη να το συνα­
ντήσετε; Ό χι; (Τα μάτια του έπεσαν με λύπη στην κουβέρτα).
Λυπάμαι, αλλά δεν θα έτυχε.
Και πρόσθεσε.
- Άσχημη ιστορία.

Ήταν η πρώτη εκδήλωση συμπάθειας που δεν είχα αντι-


κρούσει με βιαιότητα. Ίσως γιατί ειπώθηκε με φυσικό τρόπο.
Από κείνη την ημέρα αναρωτήθηκα πολλές φορές γιατί ο Γκά-
μπριελ μου μίλησε από το πρώτο απόγευμα της γνωριμίας μας
με τόση ειλικρίνεια. Στο συμπέρασμα που κατέληγα, ήταν ότι έ ­
φταιγε η μοναξιά του. Και ένας ανάπηρος είναι, κατά κανόνα,
ευχάριστος ακροατής. Είχα ανάγκη από διασκέδαση και ο Τζων
Γκάμπριελ ήταν πρόθυμος να μου την προσφέρει, αποκαλύπτο-

48
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

ντάς μου απόκρυφες πλευρές της ζωής του. ' Αλλωστε, ήταν εκ
φύσεως ειλικρινής.
Τον ρώτησα με κάποια περιέργεια πως του συμπεριφερόταν
η λαίδη Σαιν - Λου.
- Θαυμάσια! αποκρίθηκε. Τέλεια θα έλεγα, αλλά αυτό που
με τρομάζει είναι τα διαβολικά της μάτια. Αισθάνομαι να διαπερ­
νούν το δέρμα μου, να τρυπάνε τη σάρκα μου. Δεν υπάρχει κα­
νείς να με προστατεύσει απ' αυτή τη γυναίκα και το κακό είναι
πως το ξέρει. Είναι από τις γέρικες κουκουβάγιες, που αν το θέ­
λουν μπορούν να σου κόψουν τη χολή, διαφορετικά γίνονται γλυ­
κός σαν μέλι.
Μου έκανε εντύπωση η ανησυχία του. Τι μπορούσε να τον
ενδιαφέρει πραγματικά, αν η λαίδη Σαιν Λου τον συμπαθούσε ή
όχι; Η γνώμη της δεν είχε στην ουσία και τόση σημασία κι άλλω­
στε ανήκε σε μια νεκρή εποχή.
Του το είπα κι εκείνος με κεραυνοβόλησε με μια πλάγια μα­
τιά.
- Δεν καταλαβαίνετε; έκανε.
- Πράγματι, δεν μπορώ να σας καταλάβω.
- Πιστεύει πως είμαι βρώμικος, αποκρίθηκε απλά.
- Ω, αγαπητέ μου!
- ' Ετσι με κοιτάζει. Οι άνθρωποι σαν κι αυτή, ουσιαστικά δεν
σε βλέπουν. Δεν μετράς γι' αυτούς, δεν υπάρχεις. Απλώς σε α­
νέχονται, όπως το παιδί με τις εφημερίδες ή τον ψαρά.
’ Ηξερα ότι εκείνη τη στιγμή δεν μιλούσε το παρόν του Γκά-
μπριελ, αλλά το παρελθόν. Οι ταπεινώσεις που δέχτηκε κάποτε
ο γιός του υδραυλικού. ' Αρπαξε σχεδόν τις λέξεις από το στόμα
μου.
- Ναι, πολύ σωστά. Έχω πλήρη συναίσθηση της καταγωγής
μου και αντιπαθώ αυτές τις υπεροπτικές αριστοκράτισσες. Με
κάνουν να αισθάνομαι, πως όσο και αν προσπαθήσω δεν θα πάρω
ποτέ μια θέση ανάμεσά τους. Βλέπεις, ξέρουν ποιος πραγματικά
είμαι.
Ξαφνιάστηκα. Τόση μνησικακία, μου φαιΥόταν απίστευτη. Στα
λόγια του υπήρχε αληθινό μίσος. Αναρωτήθηκα ποια ταπείνωση
βάραινε το παρελθόν του Τζων Γκάμπριελ, σε σημείο που να
μαυρίζει ακόμη την ψυχή του.
- Το ξέρω πως δεν υπολογίζονται πια, εξακολούθησε. Η δύ­

49
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

ναμή τους ανήκει στο παρελθόν. Κατοικούν σε σπίτια αρχοντικά,


αλλά ετοιμόρροπα και τα εισοδήματά τους είναι σχεδόν ανύπαρ­
κτα. Οι περισσότεροι δεν έχουν καν αρκετά για να φάνε. Τρώνε
τα λαχανικά που καλλιεργούν οι ίδιοι στον κήπο τους και κάνουν
οι ίδιοι το νοικοκυριό τους. ' Εχουν, ωστόσο, κάτι που δεν θα κα­
ταφέρει ποτέ κανείς να τους αποσπάσει. Κάτι δεμένο μαζί τους.
Έ να έντονο συναίσθημα ανωτερότητας. Είμαι το ίδιο καλός μ'
αυτούς, σε μερικά σημεία μπορεί να είμαι και καλύτερος. Ό ταν
όμως βρίσκομαι ανάμεσά τους, δεν το νιώθω.
Σώπασε απότομα, ξεσπώντας σε γέλια.
- Μη δίνετε σημασία στα όσα λέω. Απλώς φλυαρώ. (Κοίταξε
έξω από το παράθυρο). ’ Ενα παμπάλαιο, μαγεμένο κάστρο, με
τρεις γριές μάγισσες και μια αρχοντοπούλα, που δύσκολα βρί­
σκει κάποια λέξη να σου πει. Νομίζω πως είναι η κοπέλα που έ­
νιωσε το μπιζέλι κάτω από τα δεκάδες στρώματα.
Χαμογέλασα.
- Πάντα έβρισκα υπερβολικό αυτό το παραμύθι με την πρι-
γκήπισσα και το μπιζέλι, παρατήρησα.
Αρπάχτηκε ορμητικά σε μια μου λέξη.
- Πριγκήπισσα! Ακριβώς έτσι συμπεριφέρεται η ίδια και κάνει
και τους άλλους να την αντιμετωπίζουν σαν πριγκήπισσα! Μια
βασιλική μορφή που ξεπήδησε από κάποιο ιστορικό βιβλίο. Κι ό­
μως δεν είναι πριγκήπισσα. Είναι ένα κοινό κορίτσι με σάρκα και
αίμα που θα μπορούσε να πετύχει τα πάντα με την ομορφιά της.
Εκείνη τη στιγμή, μπήκαν στο δωμάτιο η Τερέζα και ο Κάρ-
σλέικς. Πριν περάσει πολλή ώρα, οι δυο επισκέπτες μας, αποφά­
σισαν πως ήταν ώρα να φύγουν.
- Μακάρι να μη βιαζόταν τόσο πολύ, είπε η Τερέζα. Θα ήθε­
λα να μιλούσα λίγο μαζί του.
- Φαντάζομαι πως θα μας επισκέπτεται αρκετά συχνά, την
παρηγόρησα.
Στράφηκε και με κοίταξε.
- Σε ενδιαφέρει. Δεν είναι έτσι;
Απόμεινα σκεφτικός.
- Είναι η πρώτη φορά που σε βλέπω να ενδιαφέρεσαι για κά­
τι, από την ημέρα που ήρθαμε εδώ.
- Ίσως να έχω περισσότερο πολιτική συνείδηση απ' όσο υ­
ποψιαζόμουν, αποκρίθηκα.

50
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

- Α, όχι. Δεν είναι η πολιτική. Είναι αυτός ο άνθρωπος.


- Είναι πράγματι δυναμικός, παραδέχτηκα. Κρίμα που είναι
τόσο άσχημος.
- Είναι στ’ αλήθεια άσχημος, συμφώνησε. Αλλά και πολύ γο­
ητευτικός.
Την κοίταξα κατάπληκτος.
- Ναι, ναι, χαμογέλασε. Μη με κοιτάς μ' αυτό το ύφος. Είναι
στ' αλήθεια γοητευτικός. Ό ποια γυναίκα κι αν ρωτήσεις, θα σου
πει το ίδιο.
- Ομολογώ ότι με ξαφνιάζεις, είπα. Δεν το φανταζόμουν κα­
θόλου πως ήταν από τους άντρες που αρέσουν στις γυναίκες.
- ’ Εκανες λάθος, περιορίστηκε να αποκριθεί ήρεμα η νύφη
μου.

51
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ

πρωί ήρθε η ' Ιζαμπελ Τσάρτερις μ' ένα σημείω-


Μ μα απ' τη λαίδη Σαιν Λου για τον μίστερ Κάρσλέικς.
Βρισκόμουν στη βεράντα και απολάμβανα τον ήλιο. Α­
φού έδωσε το σημείωμα, ήρθε και κάθησε στη βεράντα, κοντά
μου, πάνω στον πέτρινο πάγκο. Αν ήταν η λαίδη Τρεζίλιαν, θα υ­
ποπτευόμουν τη στοργή που έδειχνε κανείς σ' ένα πονεμένο
σκυλί. Η ' Ιζαμπελ, όμως, δεν έδειχνε ν' ασχολείται ιδιαίτερα μα­
ζί μου. Δεν είχα ξαναδεί ποτέ κανέναν άλλο τόοο αδιάφορο στην
κατάστασή μου. Την περασμένη ώρα μείναμε ολότελα σιωπηλοί.
Μονάχα σε κάποια στιγμή, είπε πως αγαπούσε τον ήλιο.
- Κι εγώ το ίδιο, αποκρίθηκα. Παρ' όλα αυτά, δεν είσαστε
καθόλου ηλιοκαμμένη.
- Δεν αλλάζω ποτέ χρώμα, απάντησε.
Το δέρμα της είχε κάτι από τη λευκότητα του περιστεριού
και της μανόλιας. Πρόσεξα πόσο υπερήφανα στηριζόταν το κε­
φάλι πάνω στους ώμους της. Καταλάβαινα θαυμάσια γιατί ο Γκά-
μπριελ τη θεωρούσε πριγκήπισσα. Αυτή η σκέψη με έκανε να
πω:
- Ο ταγματάρχης Γκάμπριελ δείπνησε μαζί σας χθες το βρά­
δυ, δεν είναι έτσι;
- Ναι.
- Πήγατε στη συγκέντρωση του Ντριλ Χιλ;
- Ναι.
- Δε σας είδα εκεί.
- Καθόμουν στη δεύτερη σειρά.
- Σας άρεσε;
Έμεινε για ένα λεπτό σκεφτική.
- Ό χι.
- Τότε γιατί πήγατε;
Και πάλι σκέφτηκε πριν απαντήσει.

52
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

- Είναι ένα από τα πράγματα που κάνουμε.


Ένιωσα την περιέργειά μου να ξυπνά.
- Σας αρέσει που ζείτε εδώ; Είστε ευτυχισμένη;
- Ναι.
Αναρωτήθηκα πόσο σπάνια δεχόμαστε μονοσύλλαβες ερω­
τήσεις. Τα μάτια της στράφηκαν προς το κάστρο και στα χείλη
της διαγράφηκε ένα αμυδρό χαμόγελο.
Τώρα ήξερα τι μου θύμιζε αυτό το χαμόγελο. Τις Καρυάτιδες
των Αθηνών, κληρονομιά της αρχαίας Ελλάδας. Χαμογελούσαν
κι εκείνες με τον ίδιο υπέροχο αινιγματικό τρόπο. ’ Ετσι, λοιπόν,
η Ίζαμπελ Τσάρτερις, ήταν ευτυχισμένη που κατοικούσε στο
κάστρο του Σαιν Λου, μαζί με τρεις ηλικιωμένες γυναίκες. Καθι­
σμένη τώρα στη βεράντα, κοντά μου, της έφτανε να βλέπει το
κάστρο για να νιώθει ευτυχία. Σχεδόν δεν μπορούσα να καταλά­
βω την ήρεμη, γλυκιά σιγουριά που την αγκάλιαζε. Και ξαφνικά,
ένιωσα φόβο, Φόβο για κείνη. Ρώτησα:
- Ήσουν πάντα ευτυχισμένη, Ίζαμπελ;
’ Ηξερα ήδη τη\^απάντηση πριν έρθει, αν και καθυστέρησε λι­
γάκι.
- Ναι.
- Και στο σχολείο;
- Ναι.
Μου ήταν δύσκολο να τη φανταστώ μαθήτρια. ' Ηταν τόσο
διαφορετική από τις νεαρές Εγγλέζες της ηλικίας της.Στην ά­
κρη της βεράντας, έκανε ξαφνικά την εμφάνισή του ένας καφέ
σκίουρος.Στάθηκε για λίγο με τα ματάκια του καρφωμένα πάνω
μας κι ύστερα έτρεξε ξέφρενα να χωθεί ανάμεσα στα κλαδιά ε­
νός δέντρου.
Εκείνη τη στιγμή ένιωσα να με αρπάζει μια δίνη και να με
φέρνει σε άλλο κόσμο. Σ' ένα κόσμο όπου η ύπαρξη σήμαινε το
παν ενώ η σκέψη και η θεωρία δεν είχαν καμιά αξία. Εδώ υπήρ­
χαν ήλιος και φεγγάρι, μέρα και νύχτα, τροφή και νερό, κρύο και
ζέστη. Ακόμα υπήρχε κίνηση, σκοπός, χαρά. Ήταν ο κόσμος
που χαιρόταν ο σκίουρος. Ο κόσμος εκείνος που θριάμβευε η
φύση, τα δέντρα, η πράσινη χλόη, η γαλάζια θάλασσα, η ζωή και
η ανάσα. Εκεί ζούσε η ’ Ιζαμπελ. Εντελώς αυθόρμητα, καρφώθη­
κε στο μυαλό μου η σκέψη πως κι εγώ, ένα ανθρώπινο ερείπιο,
μπορούσα να βρω κάποια θέση...

53
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

Για πρώτη φορά από τότε που μου συνέβη το δυστύχημα, έ-


παψα να επαναστατώ. Η πίκρα, η οργή, ο οίκτος για τον εαυτό
μου, με εγκατέλειψαν. Δεν ήμουν πια ο Ούγκο Νόρρεϋς, ένας
άντρας μέχρι πριν λίγο γερός, δραστήριος, γεμάτος όνειρα. Είχα
γίνει ο Ούγκο Νόρρεϋς , ο ανάπηρος, που, όμως, μπορούσε ακό­
μα ν ' απολαμβάνει το χάδι του ήλιου, το άρωμα των λουλουδιών,
ακόμα και την ίδια του την ανάσα που του επέτρεπε να υπάρχει
και να ζήσει μια ακόμα μέρα μέσα στην ατέλειωτη αιωνιότητα...
Η αίσθηση αυτή κράτησε μονάχα για λίγο. Για μια - δυο στιγ­
μές. Εν τούτοις, είχα γνωρίσει τον κόσμο που ανήκα πραγματικά.
' Ημουν σίγουρος πως στον ίδιο κόσμο ζούσε και η ' Ιζαμπελ.

54
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΟΓΔΟΟ

J 7 ) α πρέπει μια - δυο μέρες μετά να συνέβη εκείνο το δυ-


/7 ί / στύχημα με το παιδί που έπεσε στο λιμάνι του ΣαινΛου.
Μερικά παιδιά έπαιζαν στην άκρη της αποβάθρας και
ένα απ' αυτά τρέχοντος με ουρλιαχτά, σύμφωνα με τους κανό­
νες του παιχνιδιού, έπεσε με το κεφάλι απ' την άκρη της αποβά­
θρας κι από ύψος δεκαπέντε μέτρων μέσα στο νερό. Η στάθμη
της θάλασσας ήταν ανεβασμένη απ' την παλίρροια και στο λιμάνι
το ύψος της είχε φτάσει στα είκοσι μέτρα. Ο ταγματάρχης Γκά-
μπριελ, που έτυχε να περνά από κει την ίδια στιγμή, δεν δίστασε
καθόλου. Πήδησε κατευθείαν πίσω από το παιδί. Στην αποβάθρα
συγκεντρώθηκε ένα μικρό πλήθος από εικοσιπέντε περίπου άτο­
μα. Κάποιος βαρκάρης πήδησε στη βάρκα και λάμνοντας σαν
δαιμονισμένος τα κουπιά, κατευθύνθηκε προς το μέρος τους.
Πριν, όμως, προλάβει να τους φτάσει, πήδησε στο νερό ένας άλ­
λος άντρας που κατάλαβε ότι ο ταγματάρχης Γκάμπριελ δεν ή­
ξερε κολύμπι.
Το επεισόδιο είχε ευτυχισμένο τέλος. Ο Γκάμπριελ και το
παιδί σώθηκαν. Το παιδί ήταν αναίσθητο, αλλά το συνέφεραν εύ­
κολα με τεχνητή αναπνοή. Η μητέρα του σε κατάσταση σχεδόν
υστερίας, έπεσε στην αγκαλιά του Γκάμπριελ, γεμίζοντάς τον
ευχές και ευχαριστίες. Εκείνος τη χτύπησε φιλικά στον ώμο και
πήγε βιαστικά στο στρατόπεδο του Σαιν Λου για να φορέσει στε­
γνά ρούχα και να πιει ένα ποτό.
Αργότερα, την ίδια μέρα, ο Κάρσλέικς τον έφερε στο σπίτι
για τσάι.
- Δεν έχω δει στη ζωή μου τέτοια τόλμη, είπε στην Τερέζα.
Δεν δίστασε ούτε στιγμή. Θα μπορούσε θαυμάσια να έχει πνιγεί.
Είναι, μάλιστα, θαύμα πως δεν πνίγηκε!
Ο Γκάμπριελ, ωστόσο, ήταν πολύ μετριόφρων.
- ’ Ηταν ανοησία μου, δήλωσε. Θα ήταν πολύ λιγότερο επι-

55
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

δεικτικό, αν φώναζα βοήθεια ή έριχνα μια βάρκα.Το κακό είναι


ότι το μυαλό σου σταματάει τη στιγμή που το χρειάζεσαι.
- Στο άμεσο μέλλον ίσως χρειαστεί να κάνετε κι άλλα επι­
δεικτικά πράγματα, πρόφερε ξερά η Τερέζα.
Ο Γκάμπριελ στράφηκε και της έριξε μια γρήγορη ματιά. ' Ο­
ταν αργότερα βγήκε με τα φλυτζάνια από το τσάι και ο Κάρ-
σλέικς μας άφησε με τη δικαιολογία ότι πνιγόταν στη δουλειά, ο
ταγματάρχης στράφηκε εμπιστευτικά προς το μέρος μου.
- Είναι απότομη, ε;
- Ποιά;
- Η μίσες Νόρρεϋς. Φαίνεταιπως έχει την ικανότητα να δια­
βάζει μέσα σου. Θα πρέπει στο μέλλον να είμαι προσεκτικός μα­
ζί της.
Πριν περάσει πολλή ώρα με ρώτησε:
- Τα κατάφερα καλά;"
- Τι στο διάβολο, εννοείτε;
- Μα, με τη συμπεριφορά μου. ' Ηταν η σωστή, δεν νομίζε­
τε; Εννοώ η κατάλληλα σεμνή. Τι άλλο μπορούσα να κάνω;
Χαμογέλασε ευχάριστα και πρόσθεσε:
- Δε σας πειράζει που σας ρωτάω, ε; Είναι εξαιρετικά δύ­
σκολο για μένα να ξέρω πότε δημιουργώ τις προϋποθέσεις για
τα κατάλληλα αποτελέσματα.
- Μα, είναι απαραίτητο να περιμένετε αποτελέσματα; ρώτη­
σα. Δεν είναι αρκετό να συμπεριφέρεστε φυσικά;
Αποκρίθηκε πως, δυστυχώς, δεν ήταν.
- Δεν θα ήταν δυνατόν, βέβαια, να έρθω εδώ και τρίβοντας
τα χέρια μου να πω με ανακούφιση: «Τι μεγάλη τύχη που τη γλύ­
τωσα». Μπορώ;
- Αυτό σκεφτόσαστε; Πως ήταν σπουδαία τύχη που τη γλυ­
τώσατε;
- Αγαπητέ μου, δεν με καταλαβαίνετε. Προσπαθούσα διαρ­
κώς να βρω ένα τρόπο να γίνω γνωστός. ’ Αλλοι το κατορθώνουν
πηδώντας σε άλογα που τρέχουν, βάζουν πυρκαγιές ή σώζουν
ένα παιδί από τις ρόδες ενός αυτοκινήτου. Τα παιδιά είναι, ξέρε­
τε, το πιο κατάλληλο υλικό για τέτοιους σκοπούς. Δεν αργείς να
γίνεις πρώτη σελίδα στις εφημερίδες. Φαίνεται, όμως, ότι τα δια­
βολάκια του Σαιν Λου είναι υπερβολικά προσεκτικά.
- Δεν φαντάζομαι να δώσατε σ ’ αυτό το παιδί ένα σελλίνι για

56
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

να πέσει στη θάλασσα, ε; ρώτησα.


Πήρε την παρατήρησή μου πολύ στα σοβαρά και αποκρίθηκε
πως το γεγονός ήταν εντελώς τυχαίο.
- ' Οπως και να ’ χει πάντως το πράγμα, δεν θα διακινδύνευα
ποτέ κάτι τέτοιο. ' Ισως η μικρή το φανέρωνε στη μητέρα της και
τότε ποια θα ήταν η θέση μου;
Ξέσπασε σε γέλια.
- Πέστε μου, όμως, επέμενα. Είναι αλήθεια πως δεν μπορεί­
τε να κολυμπήσετε;
- Μόλις που καταφέρνω να επιπλέω.
- Δεν ήταν τότε μεγάλο το τόλμημά σας; Θα μπορούσατε
να είχατε πνιγεί.
- Ίσως. Ακούστε, όμως, φίλε μου Νόρρεϋς, δεν μπορείς να
τα έχεις όλα δικά σου. Δεν είναι δυνατόν να προσποιείσαι τον ή-
ρωα, χωρίς να έχεις κάνει ποτέ καμιά έστω και ελάχιστα ηρωική
πράξη. Κι άλλωστε, υπήρχαν πολλοί άνθρωποι τριγύρω. Κανείς
δεν ήθελε να βραχεί, φυσικά, αλλά τελικά κάποιος θα αποφάσιζε
να μας σώσει. Κι αν δεν το έκαναν για μένα, θα το έκαναν για το
παιδί. Μη ξεχνάτε και τις βάρκες. Ο άνθρωπος που βούτηξε πί­
σω μου, πήρε το παιδί και ο ψαράς έφτασε με τη βάρκα, πριν πα­
ραδώσω τα όπλα και βυθιστώ. Σ' οποιαδήποτε περίπτωση, όμως,
η τεχνητή αναπνοή σε συνεφέρνει ακόμα κι αν είσαι μισοπνιγμέ-
νος.
Το γοητευτικό χαμόγελό του απλώθηκε ξανά στο πρόσωπό
του.
- Είναι όλοι τόσο ανόητοι, δεν συμφωνείτε; είπε. Οι άνθρω­
ποι, εννοώ. Θα αποκτήσω πολύ περισσότερους υποστηρικτές με
την απερισκεψία μου να πέσω στο νερό χωρίς να μπορώ να κολυ­
μπήσω, παρά αν είχα σώσει το παιδί με κάποιον από τους γνω­
στούς και σίγουρους τρόπους.
- Δεν νιώσατε κανένα δισταγμό πριν πηδήξετε; ρώτησα.
' Ενα αίσθημα ανησυχίας, ας πούμε, ή κάποια κράμπα στο στομά­
χι;
- Δεν είχα το χρόνο για τίποτα τέτοιο. Το μόνο που συλλογί­
στηκα ήταν ότι το ατύχημα αυτό ήταν ακριβώς ό,τι λαχταρούσα.
- Δεν είμαι σίγουρος ότι σας καταλαβαίνω. Κι ακόμα, δεν
βλέπω τη σκοπιμότητα· μιας τέτοιας ενέργειας.
Το πρόσωπό του σοβάρεψε απότομα.

57
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

- Μα, δε βλέπετε πως είναι το μοναδικό μου προσόν; Οι


περγαμηνές μου είναι ελάχιστες. Δεν είμαι καταπληκτικός ομι­
λητής, δεν έχω χρήματα και επιρροή, δεν έχω γνωριμίες... Γεν­
νήθηκα με ένα μοναδικό χάρισμα, (ακούμπησε φιλικά το χέρι του
στο γόνατό μου), το φυσικό θάρρος. Πιστεύετε πως αν δεν είχα
πάρει αυτό το παράσημο, θα με διάλεγαν για υποψήφιο βουλευ­
τή της περιοχής ποτέ;
- Μα, αγαπητέ μου, δεν σας είναι λοιπόν αρκετό αυτό το πα­
ράσημο ανδρείας;
- Δεν ξέρετε από ψυχολογία, Νόρρεϋς. ' Ενα ανόητο επει­
σόδιο σαν το σημερινό, έχει πολύ μεγαλύτερη αξία από ένα πα­
ράσημο ανδρείας, κερδισμένο στη Νότια Ιταλία.
- Αγαπητέ μου Γκάμπριελ!
’ Εστρεψε το άσχημο πρόσωπό του και με κοίταξε με μάτια
που έλαμπαν.
- ' Εχετε δίκιο, δεν μπορείς ποτέ να είσαι σίγουρος πως θα
κερδίσεις ένα παράσημο. Χρειάζεται να σε ευνοήσει η τύχη.
- Πέστε μου κάτι, ζήτησα. Πρόκειται για απλή περιέργεια,
αλλά αν δεν ήταν κανείς μπροστά να σας δει, απολύτως κανείς,
θα κάνατε το ίδιο;
- Ποιά θα ήταν η αξία του αν δεν υπήρχε πράγματι κανείς;
Θα πνιγόμαστε και οι δυο και ο θάνατός μας θα γινόταν γνωστός,
μονάχα όταν η παλίρροια ξέβραζε τα πτώματά μας.
- Θα συνεχίζατε, λοιπόν, το δρόμο σας, αφήνοντας την μι­
κρούλα στην τύχη της;
- Ό χι, βέβαια. Για ποιον με παίρνετε! Δεν είμαι αναίσθητος.
Θα κατέβαινα σαν τρελός τα σκαλιά, θα ανέβαινα σε μια βάρκα
και θα κωπηλατούσα με όλη μου τη δύναμη προς τη μικρούλα.
Με λίγη τύχη, θα την ψάρευα ζωντανή. Άλλωστε, αγαπώ τα παι­
διά. (Και πρόσθεσε). Πιστεύετε πως ο εμπορικός Συνεταιρισμός
θα μου δώσει εξτρά κουπόνια για ν' αντικαταστήσω το κουστού­
μι που κατέστρεψα; Είναι αδύνατο να το ξαναφορέσω.
Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια που μου είπε πριν φύγει.
Απασχόλησα πολλή ώρα το μυαλό μου με τον Τζων Γκά-
μπριελ.Δεν μπορούσα ν' αποφασίσω αν τον συμπαθούσα ή όχι. Η
ωμή κερδοσκοπία του με αήδιαζε, η ειλικρίνειά του όμως μου ή­
ταν αρκετά συμπαθής. Ό σο για την ακρίβεια των ενεργειών
του, βεβαιώθηκα γρήγορα για το πόσο σωστή ήταν.

58
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

Το πρώτο πρόσωπο που μου έφερε τα νέα της επιτυχίας του,


ήταν η λαίδη Τρεζίλιαν.
- Ξέρετε, πρόφερε ξέπνοα, πάντοτε ένιωθα πως υπήρχε κά­
τι πολύ όμορφο στον ταγματάρχη Γκάμπριελ. Αυτό το αποδει-
κνύουν και οι πράξεις του, δεν νομίζετε;
- Τι ακριβώς εννοείτε;
- Να, θέλω να πω, πως δε λογαριάζει τις συνέπειες. Για να
σώσει εκείνο το παιδί, πήδησε στο νερό, αν και ήξερε πως δεν
μπορούσε να κολυμπήσει.
- Δεν είναι και πολύ σωστό αυτό, διαμαρτυρήθηκα. Το κατα­
λαβαίνετε, βέβαια, πως δεν θα κατάφερνε ποτέ να σώσει τη μι­
κρούλα χωρίς βοήθεια.
- Σωστά, αλλά αυτό δεν μετράει και τόσο. Εκείνο που θαυ­
μάζει κανείς, είναι η γενναία απόφαση, στερημένη από κάθε υ­
πολογισμό.
Χρειάστηκε να καταβάλω αρκετή προσπάθεια για να μη της
φανερώσω πως το μόνο που απασχολούσε το μυαλό του ήρωά
μας, ήταν αποκλειστικά και μόνο ο υπολογισμός.
Συνέχισε, ενώ το στρογγυλό, γέρικο πρόσωπό της, είχε κοκ-
κινήσει σαν παιδούλας.
- Θαυμάζω απεριόριστα έναν αληθινά γενναίο άντρα.
Κάποιον σαν τον Τζων Γκάμπριελ, συλλογίστηκα.
Η μίσες Κάρσλέικς, μια φλύαρη αντιπαθητική γυναίκα που
θύμιζε αόριστα αιλουροειδές, ήταν κυριολεκτικά ξετρελαμένη
μαζί του.
- Δεν έχω ξανασυναντήσει ποτέ τόσο θαρραλέο άνθρωπο,
δήλωσε. Έμαθα, ξέρετε, πως η γενναιότητα του μίστερ Γκά-
μπριελ στον πόλεμο, ήταν απίστευτη. Δεν έδειχνε να γνωρίζει τι
σημαίνει φόβος! ' Ολοι οι άντρες του τον λάτρευαν! Ο ταξίαρχός
του έρχεται εδώ την ερχόμενη βδομάδα, συγκεκριμένα την Πέ­
μπτη. Θα του ζητήσω να πει όλη την αλήθεια για τον ταγματάρ­
χη. Φυσικά, εκείνος θα γινόταν έξω φρενών αν ήξερε τι σκο­
πεύω να κάνω. Είναι τόσο μετριόφρων, δεν βρίσκετε;
- Είναι πράγματι η εντύπωση που προσπαθεί να δημιουργεί,
παρατήρησα.
Δεν έδειξε να άκουσε τα λόγια μου.
- Είναι κρίμα που ο μίστερ Νόρρεϋς είναι κομμουνιστής.
- Κάθε οικογένεια έχει το μαύρο πρόβατό της.

59
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

- ' Εχουν φοβερές ιδέες αυτοί οι άνθρωποι. Σκεφτείτε, ότι ε ­


πιμένουν να θέλουν να μοιράζονται τις ξένες περιουσίες.
- ' Εχουν πολύ σπουδαιότερα πράγματα στο μυαλό τους, δή­
λωσα. Η απελευθερωτική κίνηση στη Γαλλία, ξεκίνησε από τους
κομμουνιστές.
Η φράση αυτή την αποστόμωσε και προτίμησε ν ' απομακρυν­
θεί.
Η μίσες Μπίγκχαν Τσάρτερις βρήκε την ευκαιρία, όταν ήρθε
στο σπίτι για κάτι εγκυκλίους, να μου εκθέσει τις απόψεις της
για το επεισόδιο στο λιμάνι.
- Αυτός ο άνθρωπος θα πρέπει να είχε κάποιο σπουδαίο
πρόγονο, είπε.
- Νομίζετε;
- Είμαι σίγουρη.
- Ο πατέρας του ήταν υδραυλικός, παρατήρησα με αδιάφο­
ρο τάχα ύφος.
Δε φάνηκε να της κάνει εντύπωση.
- Το περίμενα. Ωστόσο, επιμένω ότι κάποιος πρόγονός του
ήταν γαλαζοαίματος. ’ Εστω πολύ παλιός. Θα πρέπει να τον προ-
σκαλούμε συχνότερα στο Κάστρο, εξακολούθησε. Θα μιλήσω
σχετικά στην ΑδελαΤδα. Μερικές φορές προκαλεί κάτι πολύ δυ­
σάρεστο, ξέρετε, κάνει τους άλλους να αισθάνονται ανησυχία.
Το ίδιο συμβαίνει και στον ταγματάρχη. Μ - εμένα προσωπικά, τα
πηγαίνει θαυμάσια.
- Έ χει αρχίσει να γίνεται πολύ δημοφιλής στην περιοχή.
- Ω, ναι, τα καταφέρνει περίφημα. Κι άλλωστε, το κόμμα
χρειάζεται νέο αίμα. Το έχει ανάγκη.
Σώπασε λίγο και πρόσθεσε:
- ’ Ισως να είναι ένας καινούργιος Ντισραέλι.
- Νομίζω ότι περιμένετε πάρα πολλά.
- Είμαι σίγουρη πως έχει τα.προσόντα να φτάσει στην κορυ­
φή. Κι άλλωστε, διαθέτει τόση ζωτικότητα.
Τα σχόλια της λαίδης Σαιν Λου, για το ίδιο πάντα γεγονός,
μου τα μετέφερε η Τέρέζα που είχε πάει για επίσκεψη στο κά­
στρο.
- Χμ... είχε μουρμουρίσει. Το έκανε με το ένα μάτι καρφω­
μένο στη γκαλερί, φυσικά.
Τώρα μπορούσα θαυμάσια να καταλάβω, γιατί ο Γκάμπριελ α-
ποκαλούσε τη λαίδη Σαιν Λου γριά μάγισσα.

60
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑΤΟ

καιρός εξακολουθούσε να είναι θαυμάσιος. Την περισ-


§ / σότερη ώρα την περνούσα στην ηλιόλουστη βεράντα.
\_ y Τριγύρω μου υπήρχαν άφθονα παρτέρια με τριαντάφυλ­
λα ενώ μια γέρικη οξυά από το πλάι, μου χάριζε την ευεργετική
σκιά της. Από το σημείο που καθόμουν, μπορούσα να βλέπω τη
θάλασσα και τις πολεμίστρες του κάστρου των Σαιν Λου κι ακόμα
μπορούσα να απολαμβάνω την ' Ιζαμπελ να διασχίζει με το ανά­
λαφρο βήμα της τους αγρούς για να έρθει από το κάστρο στο
«Πόλνορθ Χάους».
Συνήθιζε να κάνει μεγάλους περιπάτους. Τις περισσότερες
φορές είχε μαζί της τα σκυλιά κι άλλοτε ήταν μόνη. ' Οταν έφτα­
νε στο σπίτι, με καλημέριζε μ - ένα χαμόγελο και καθόταν στο
πέτρινο παγκάκι, κοντά στην αναπηρική πολυθρόνα μου.
Μας συνέδεε μια παράξενη φιλία, αλλά, οπωσδήποτε, φιλία.
Δεν ήταν ευγενική εκδήλωση προς έναν ανάπηρο, ούτε οίκτος,
ούτε συμπάθεια το αίσθημα που έφερνε κοντά μου την Ίζα-
μπελ. ' Ηταν κάτι καλύτερο, κατά τη γνώμη μου της άρεσα. Της
άρεσε η συντροφιά μου, γι' αυτό και ερχόταν να καθήσει πλάι
μου. Το έκανε τόσο φυσικά όσο κι ένα αγνό ζώο.
Όταν μιλούσαμε, το θέμα μας αφορούσε κυρίως πράγματα
που μπορούσαμε να δούμε. Το μέγεθος ενός σύννεφου, η α­
νταύγεια της θάλασσας, οι κινήσεις ενός πουλιού... Ήταν ένα
πουλί η αιτία που γνώρισα μια άλλη όψη από την ψυχοσύνθεση
της ’ Ιζαμπελ. Το πουλί ήταν νεκρό. Είχε πέσει δυνατά με το κε­
φάλι στην τζαμαρία του σαλονιού και τώρα κοιτόταν άψυχο στη
βεράντα, με τα πόδια'του λυγισμένα σε μια παθητική στάση, το
πρόσωπο στραμμένο προς τον ουρανό και τα λαμπερά καφέ μα­
τάκια του κλειστά. Η ' Ιζαμπελ το είδε πρώτη και ο τρόμος που υ­
πήρχε στη φωνή της, με έκανε να ξαφνιαστώ ελαφρά.
- Κοιτάξτε! Ένα πουλί... νεκρό!

61
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

Ήταν ο πανικός που κρυβόταν στα λόγια της, εκείνος που


με έσπρωξε να την κοιτάξω ερευνητικά. ' Εμοιαζε με φοβισμένο
άλογο. Τα χείλη της σχεδόν έτρεμαν.
- Πιάσ" το, είπα.
Κούνησε το κεφάλι βίαια.
- Δεν μπορώ να τ' αγγίξω.
- Δεν σας αρέσει να πιάνετε τα πουλιά; Ήξερα πως σε με­
ρικούς ανθρώπους συμβαίνει αυτό.
- Δεν μπορώ ν ' αγγίξω τίποτα... νεκρό.
Στύλωσα το βλέμμα μου πάνω της.
- Φοβάμαι το θάνατο, μου ομολόγησε. Τον φοβάμαι τρομε­
ρά. Δεν μπορώ να υποφέρω τίποτα νεκρό. Υποθέτω, επειδή... ε­
πειδή μου θυμίζει ότι... κι εγώ θα πεθάνω κάποτε!
- Ό λοι θα πεθάνουμε μια μέρα, είπε μοιρολατρικά.
- Και δεν σας νοιάζει; Δεν σας κάνει να υποφέρετε στην σκέ­
ψη πως ο θάνατος είναι μπροστά σας... ότι διαρκώς πλησιάζει και
περισσότερο! και μια μέρα (τα μακριά όμορφα χέρια της που κι­
νούνταν πάντα τόσο συγκρατημένα, απλώθηκαν δραματικά), θα
έρθει το τέλος της ζωής και θα μας αγγίζει...
- Τι παράξενο κορίτσι που είστε, ’ Ιζαμπελ! Δεν το φανταζό­
μουν ποτέ πως σας απασχολούν τέτοιες ιδέες.
- Είμαι τυχερή που γεννήθηκα κορίτσι και όχι αγόρι, ψέματα;
με ρώτησε με πικρή φωνή. Διαφορετικά θα έπρεπε να πάω στρα­
τιώτης και ίσως το έβαζα στα πόδια ή κάτι τέτοιο. Ναι, συμπλή­
ρωσε με ήρεμη, σιγανή φωνή, είναι τρομερό να είσαι δειλός...
Γέλασα κάπως βεβιασμένα.
- Δε νομίζω πως θα φερόσαστε με δειλία μπροστά σε μια
κρίσιμη στιγμή, δήλωσα. Κι άλλωστε, οι περισσότεροι φοβούνται
ακριβώς το φόβο τους.
- Εσείς φοβόσαστε;
- Μα, Θεέ μου, ασφαλώς και φοβάμαι.
- Όταν, όμως, όταν... ήρθε η στιγμή, το ξεπεράσατε εύκο­
λα;
Γύρισα το μυαλό μου πίσω σ' εκείνες τις φοβερές ώρες... το
ατέλειωτο καρτέρι μέσα στο σκοτάδι... την ελπίδα να κινηθώ... τη
διαρκή κράμπα στο στομάχι....
Της απάντησα με ειλικρίνεια.
- Ό χι! Δε θα σας τα περιγράφω όλα με ευχάριστα χρώματα.

62
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

Διαπίστωσα, πάντως, πως αργά ή γρήγορα θα 'πρεπε να τα συ­


νηθίσω. Βλέπετε, όταν περάσει η πρώτη κρίση, αισθάνεσαι πως
δεν είσαι εκείνος που θα σταματήσει το παιχνίδι της μοίρας.
- Νομίζετε ότι το ίδιο νιώθει και ο ταγματάρχης Γκάμπριελ;
Αποφάσισα ν ' αποδώσω στον υποψήφιο βουλευτή τον έπαινο
που του άξιζε.
- Φαντάζομαι πως ο Γκάμπριελ είναι απ' εκείνους τους σπά­
νιους και τυχερούς ανθρώπους που, απλούστατα, δεν έχουν ι­
δέα τι θα πει φόβος.
- Ναι, είπε. Το έχω σκεφτεί.
Στο πρόσωπό της ήταν ζωγραφισμένη μια έκφραση παράξε­
νη. Τη ρώτησα αν ανέκαθεν ένιωθε φόβο για το θάνατο ή είχε
δεχτεί κάποιο σοκ που της γέννησε αυτό το φόβο.
Έγνεψε αρνητικά.
- Δε νομίζω. Ο πατέρας μου σκοτώθηκε πριν γεννηθώ. Δεν
ξέρω αν...
- Ναι, έκανα ήσυχα. Είναι πολύ πιθανό. Ο φόβος ζούσε πά­
ντα στο υποσυνείδητό σας.
Συνοφρυώθηκε. Το μυαλό της ταξίδεψε στο παρελθόν.
- Το καναρίνι μου πέθανε όταν ήμουν πέντε χρονών. Φαινό­
ταν εντελώς καλά την προηγούμενη νύχτα. Και το άλλο πρωί...
το βρήκα πεσμένο στο κλουβί του, με τα πόδια λυγισμένα, όπως
αυτού του πουλιού. Το πήρα στα χέρια μου... (Ανατρίχιασε). ’ Η­
ταν παγωμένο... Δεν... δεν ήταν πια πραγματικό... ήταν μονάχα
ένα πράγμα... Δεν έβλεπε... δεν άκουγε... δεν υπήρχε!
Εντελώς ξαφνικά, σχεδόν παθητικά, με ρώτησε:
- Δε νομίζετε ότι είναι φοβερό το ότι θα πρέπει να πεθάνου-
με;
Δεν ξέρω τι θα πρεπε να της απαντήσω. Προτίμησα να πω
την αλήθεια. Τη δική μου πικρή αλήθεια.
- Μερικές φορές, είναι το μοναδικό πράγμα που μπορεί να
ελπίζει ένας άνθρωπος.
- Δεν ξέρω τι θέλετε να πείτε.
- Αλήθεια; έκανα με πίκρα. Κοιτάξτε με καλά, Ίζαμπελ. Τι
νόημα νομίζετε πως έχει μια τέτοια ζωή; Με πλένουν, με ντύ­
νουν σαν μωρό, με σηκώνουν σαν ένα σακί με κάρβουνα. Αισθά­
νομαι σαν ένα άχρηστο αντικείμενο που κάθεται κάτω από τον ή­
λιο χωρίς να ' χει τίποτα να κάνει... να σκεφτεί... να ελπίσει. Αν

63
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

ήμουν μια σπασμένη καρέκλα ή τραπέζι, θα με πέταγαν στα


σκουπίδια. Επειδή, όμως, είμαι άνθρωπος, μου φόρεσαν πολιτι­
σμένα ρούχα, έκρυψαν τα πόδια μου κάτω από μια κουβέρτα και
να μαι τώρα ν ’ απολαμβάνω τη λιακάδα!
Τα μάτια της είχαν γίνει πελώρια, ερωτηματικά, γεμάτα έκ­
πληξη. Μου φάνηκε πως για πρώτη φορά δεν κοίταζαν πέρα από
μένα, αλλά εμένα. Αλλά και πάλι δεν έδειξε να κατάλαβε τίποτα
περισσότερο από τα φυσικά γεγονότα.
- Ό μως, απολαμβάνετε τη λιακάδα... είπε. Είσαστε ζωντα­
νός! Θα μπορούσατε να είχατε πεθάνει!
- Σωστά. Δεν καταλαβαίνετε, λοιπόν, πως θα προτιμούσα να
είχε συμβεί αυτό;
' Οχι, δεν το καταλάβαινε. Γι' αυτήν ήταν σαν να μιλούσα μια
ξένη γλώσσα.
- Μήπως επειδή πονάτε πολύ; ρώτησε δειλά. Γι’ αυτό;
- Αισθάνομαι πράγματι δυνατούς πόνους κάπου - κάπου, αλ­
λά όχι, ’ Ιζαμπελ. Δεν είναι γι' αυτό. Δεν μπορείς να καταλάβεις
ότι δεν υπάρχει πια κανένας λόγος να ζω;
- Μα... το ξέρω πως είμαι ανόητη, αλλά... πρέπει να υπάρχει
κάποιος ιδιαίτερος λόγος για να ζει κανείς; Δεν είναι αρκετό να
ζει απλώς;
’ Ενιωσα την ανάσα μου να κόβεται, διαπιστώνοντας πόσο α­
πλά και φυσικά τα έβλεπε όλα. Εκείνη τη στιγμή καθώς στράφη­
κα απότομα στην πολυθρόνα, μια άστοχη χειρονομία μου πέταξε
το μικρό μπουκαλάκι με τις ασπιρίνες στο γρασίδι. Στο πέσιμό
του, το μπουκαλάκι άνοιξε και οι ασπιρίνες μου σκορπίστηκαν α­
νάμεσα στα χόρτα. Ούρλιαξα σχεδόν. Η φωνή μου έφτασε στ'
αυτιά μου υστερική, αφύσικη.
- Μην τις αφήσετε να χαθούν... μαζέψτε τις... βρείτε τις!
Το κορίτσι γονάτισε κι άρχισε να μαζεύει υπάκουα τις τα-
μπλέττες. Στρέφοντας απότομα το κεφάλι, είδα μέσα από το
τζάμι την Τερέζα να έρχεται. ’ Ενιωθα κάποιο λυγμό στο λαρύγ­
γι. Είπα ξέπνοα:
- Έρχεται η Τερέζα.
Και τότε, εντελώς ξαφνικά, κατάπληκτος είδα την Ίζαμπελ
να κάνει κάτι, που δεν θα το φανταζόμουν ποτέ πως είχε την ικα­
νότητα. Με μια ταχύτατη και σίγουρη κίνηση τράβηξε το χρωμα­
τιστό φουλάρι γύρω από το λαιμό της και τα φησε να πέσει κα­

64
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

λύπτοντας τις σκορπισμένες ταμπλέττες. Ταυτόχρονα είπε με


ήρεμη, κανονική φωνή:
- ... βλέπετε όλα θα είναι κανονικά όταν θα έρθει ο Ρού-
περτ...
Θα μπορούσα να πάρω όρκο ότι συνεχίζαμε κάποια συζήτη­
ση. Η Τερέζα μας πλησίασε ανύποπτη.
- Θα θέλατε να πιείτε κάτι εσείς οι δυο;
Δέχτηκα με ευχαρίστηση. Γυρίζοντας στο σπίτι η Τερέζα, μι-
σογονάτισε σχεδόν να σηκώσει το πεσμένο μαντήλι. Στ' αυτιά
μου έφτασε η απαλή φωνή της Ίζαμπελ.
- Αφήστε το, μίσες Νόρρεϋς. Τα χρώματά του φαίνονται α­
κόμα ομορφότερα πάνω στο γρασίδι.
Η νύφη μου χαμογέλασε και χάθηκε ξανά πίσω από την τζα­
μαρία. Μείναμε πάλι οι δυο μας.
- Αγαπητό μου κορίτσι, είπα, γιατί το κάνατε αυτό;
Με κοίταξε δειλά.
- Γιατί σκέφτηκα πως... πως δεν θα θέλατε να τα δει, δεν εί­
ναι;
- Σκαφτήκατε σωστά, χαμογέλασα.
Τον πρώτο καιρό της ανάρωσής μου, έφτιαξα με το χέρι μου
ένα σχέδιο. Είχα ήδη καταλάβει την απελπιστική μου θέση, την
πλήρη μελλοντική εξάρτησή μου από τους άλλους. Ή θελα να
είχα πρόχειρο στη διάθεσή μου ένα μέσον που θα με βοηθούσε
να απαλλαγώ για πάντα απ' αυτή την τραγική μου μοίρα.
Ό σ ο μου χορηγούσαν μορφίνη σε ενέσεις, δεν μπορούσα
να κάνω τίποτα.Αργότερα όμως ήρθε ο καιρός που η μορφίνη α-
ντικαταστάθηκε από υπνωτικά χαπάκια ή ταμπλέττες. Αυτή ήταν
η ευκαιρία που περίμενα. Στην αρχή, η εφαρμογή του σχεδίου
μου ήταν πολύ δύσκολη. ’ Οταν, όμως, πήγα να ζήσω κοντά στον
Ρόμπερτ και την Τερέζα όπου η ιατρική παρακολούθηση ήταν λι­
γότερο συχνή, ο γιατρός άρχισε να μου δίνει υπνωτικά χαπάκια,
σεκονάλ, νομίζω, ή αμιτάλ, πάντα με τη συμβουλή ν ' αποφεύγω
να τα παίρνω αν δεν μου ήταν τελείως απαραίτητα. Σιγά - σιγά,
άρχισα να δημιουργώ το μικρό μου απόθεμα. Εξακολούθησα να
παραπονούμαι για αϋπνίες και οι ταμπλέττες μου διαρκώς αυξά­
νονταν. Πέρασα πολλές νύχτες πόνου με μάτια ανοιχτά, έχο­
ντας βαθιά στο μυαλό μου τη σκέψη πως δεν θα ' πρεπε να χα­
λάσω το απόθεμά μου. Εδώ και αρκετό καιρό, μάλιστα, είχα όσα

65
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

χρειάζονταν για το διάβημά μου και ακόμα περισσότερα.


' Οταν ολοκλήρωσα το σχέδιό μου, έπαψα να βιάζομαι για την
πραγματοποίησή του. Σκεφτόμουν ότι μπορούσα να περιμένω
για λίγο ακόμα.Δεν σκόπευα, όμως, να περιμένω για πάντα.
Τη στιγμή λοιπόν που είδα ότι οι ταμπλέττες μου κινδύνευαν
να με προδώσουν στην Τερέζα, ένιωσα όλα να χάνονται, να κα-
ταστρέφονται. Μα η γρήγορη κίνηση της Ίζαμπελ με έσωσε.
Ό ταν η Τερέζα εξαφανίστηκε μέσα στο σπίτι, συγκέντρωσε ή­
συχα τα χαπάκια, τα έβαλε στο μπουκαλάκι και μου το έδωσε.
Τα έβαλα στη θέση τους αναπνέοντας βαθιά με ανακούφιση.
- Σ' ευχαριστώ, Ίζαμπελ, είπα με θέρμη.
Δεν έδειξε καμιά περιέργεια. Είχε καταλάβει με μιας την α­
γωνία μου και προσπάθησε να με βοηθήσει. Μετάνιωσα πικρά
που την είχα παρομοιάσει κάπως με το αγαλματένιο άλογο, στο
σαλόνι. Δεν ήταν καθόλου ανόητη. Τι να σκεφτόταν άραγε; Σί­
γουρα θα είχε καταλάβει πως οι ταμπλέττες ήταν κάτι διαφορε­
τικό από ασπιρίνες. Την κοίταξα. Στο πρόσωπό της υπήρχε μια
έκφραση πραότητας, εντελώς ανεξιχνίαστη. ’ Ηταν πολύ δύσκο­
λο να την καταλάβω. ’ Ενιωσά την περιέργειά μου να ξυπνά. Είχε
αναφέρει ένα όνομα.
- Ποιός είναι ο Ρούπερτ;
- Είναι ο εξάδελφός μου.
- Εννοείτε τον λόρδο Σαιν Λου;
- Ναι. ' Ισως έρθει σύντομα εδώ. Βρισκόταν στη Μπούρμα
τον περισσότερο καιρό του πολέμου. (Σταμάτησε για λίγο και
πρόσθεσε). ' Ισως έρθει να ζήσει εδώ... το κάστρο είναι δικό του,
ξέρετε. Εμείς είμαστε απλοί ένοικοι.
- Αναρωτιόμουν, είπα, να, αναρωτιόμουν πως το αναφέρατε
τόσο ξαφνικά.
- ' Ηθελα να πω κάτι και να το κάνω να φαίνεται φυσικό, σαν
να συζητούσαμε. (Απόμεινε για ένα λεπτό διατακτική). Υποθέ­
τω... υποθέτω πως μίλησα για τον Ρούπερτ επειδή... επειδή τον
σκέφτομαι διαρκώς, τελευταία...

66
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ

Λ Τν^έχρι τώρα, ο λόρδος Σαιν Λου, ήταν απλώς ένα όνομα,


//M r μια αφηρημένη έννοια. Ο απών ιδιοκτήτης του κάστρου,
y I S του Σαιν Λου. Μα να που τώρας έμπαινε κι αυτός στο
προσκήνιο. Άρχισα να αναρωτιέμαι πως να ήταν.
Το απόγευμα ήρθε η λαίδη Τρεζίλιαν να μου φέρει, όπως η
ίδια το περιέγραψε, «ένα βιβλίο που ασφαλώς με ενδιέφερε».
Με την πρώτη ματιά διαπίστωσα ακριβώς το αντίθετο. ' Ηταν ένα
από κείνα τα ευκολοχώνευτα βιβλία που προσπαθούσαν να σε
πείσουν ότι μπορείς να κάνεις τον κόσμο ωραιότερο και καλύτε­
ρο, με το να είσαι ξαπλωμένος ανάσκελα και να κάνεις ωραίες
σκέψεις. Τα μητρικά ένστικτα της λαίδης Τρεζίλιαν την έσπρω­
χναν διαρκώς να μου φέρνει κάτι. Η αγαπημένη της ιδέα ήταν ότι
θα μπορούσα να γίνω συγγραφέας. Μου είχε φέρει τη διεύθυν­
ση τουλάχιστον τριών σχολών δι' αλληλογραφίας με τον τίτλο:
Πως θα μάθετε να συγγράφετε μέσα σε 24 μαθήματα, ή κάτι τέ­
τοιο. Η λαίδη ήταν μια α π ’ αυτές τις ευγενικές ευαίσθητες γυ­
ναίκες, που δεν μπορούν όταν βλέπουν κάποιον να υποφέρει, να
τον αφήσουν να υποφέρει μόνος.
Δεν μπορώ να ισχυριστώ πως την αντιπαθούσα, όμως, μου ή­
ταν αδύνατον να την υποφέρω όλες τις ώρες. Πότε - πότε, η Τε-
ρέζα βοηθούσε την κατάσταση κι άλλοτε με κοιτούσε και χαμο­
γελούσε και μ ’ άφηνε στη μοίρα μου. 'Οταντης παραπονιόμουν
αργότερα, μου έλεγε πως ένα διεγερτικό ήταν απαραίτητο κάθε
τόσο.
Εκείνο ειδικά το απόγευμα, η Τερέζα είχε βγει να πάει σε μια
πολιτική συγκέντρωση, οπότε δεν υπήρχε καμιά ελπίδα να δρα­
πετεύσω από τη συμπαθητική γριούλα. Αφού η λαίδη με ρώτησε
αναστενάζοντας πως αισθανόμουν και μου μίλησε για το πόσο
καλύτερο έβρισκε το χρώμα μου, εγώ την ευχαρίστησα για το βι­
βλίο, βεβαιώνοντάς την ότι με ενδιέφερε πολύ. Έτσι φτάσαμε

67
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

στη συνηθισμένη κουβεντούλα μας. Αυτό τον καιρό είχε κατα­


πιαστεί κυρίως με τις πολιτικές εξελίξεις της επαρχίας. Μου μί­
λησε για το πόσο καλά πήγαιναν οι συγκεντρώσεις και με πόση ε-
πιδεξιότητα αντιμετώπιζε ο Γκάμπριελ όσους τον διέκοπταν.
Φλυάρησε επίσης για το τι χρειαζόταν πραγματικά η χώρα και το
πόσο δυσάρεστο θα ήταν αν κρατικοποιούνταν όλα, καθώς και
τον πονοκέφαλο που δημιούργησε στους αγρότες ο Συνεταιρι­
σμός Γάλακτος. Η συζήτηση ήταν ακριβώς ίδια μ' εκείνη που εί­
χαμε κάνει τρεις ημέρες πριν.
Μεσολάβησε μια μακρυά σιωπή, οπότε η λαίδη Τρεζίλιαν πα­
ρατήρησε μ ' ένα βαθύ αναστεναγμό, πόσο υπέροχα θα ήταν αν
γυρνούσε γρήγορα ο Ρούπερτ.
- Υπάρχει τέτοια περίπτωση; ρώτησα.
- Μα, ναι. Πληγώθηκε στην Μπούρμα, ξέρετε. Είναι τόσο
δυσάρεστο που οι εφημερίδες δεν αναφέρουν τίποτα για το 14ο
τάγμα. ’ Εμεινε αρκετό διάστημα στο νοσοκομείο και τώρα βρί­
σκεται στην ανάρρωση. Υπάρχουν πολλά πράγματα που πρέπει
να φροντίσει εδώ. Κάνουμε, φυοικά, ό,τι μπορούμε, αλλά οι συν­
θήκες έχουν αλλάξει φοβερά.
Παρατήρησα πως οι φόροι και τα άλλα προβλήματα θα υπο­
χρέωναν το λόρδο Σαιν - Λου να πουλήσει μερική από τη γή του.
- Το μέρος προς τη θάλασσα είναι πράγματι κατάλληλο για
οικοδομές, ωστόσο, είναι φοβερό να το δει αίφνης κανείς να γε­
μίζει απ' αυτά τα μικρά παραλιακά κουτιά.
Συμφώνησα πως οι μηχανικοί που έχουν σχεδιάσει τα μπα-
γκαλόους, δεν διέθεταν και μεγάλο ποσοστό καλαισθησίας.
- Ο γαμπρός μου, διηγήθηκε, χάρισε εκείνη την περιοχή
στην πόλη. Ή θελε να μοιραστεί στους ανθρώπους, αλλά δεν
φανταζόταν ποτέ πως η ενέργειά του αυτή θα γινόταν αιτία όλης
αυτής της καταστροφής. Το Διοικητικό Συμβούλιο πούλησε χι­
λιοστό προς χιλιοστό, ολόκληρη; την έκταση οε εργολάβους. Αυ­
τό ήταν παλιανθρωπιά από μέρους τους, γιατί δεν συμφωνούσε
καθόλου με την επιθυμία του λόρδου.
Τη ρώτησα αν ο καινούργιος κληρονόμος σκόπευε να έρθει
να ζήσει στο κάστρο.
- Δεν ξέρω. Αεν μας έχει πει τίποτα οριστικό. (Αναστέναξε).
Πάντως το ελπίζω. Το ελπίζω ολόψυχα.
Σώπαοε λίγο και εξακολούθησε.

68
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

- Δεν τον έχουμε δει από τότε που ήταν δεκάξη χρονών ερ­
χόταν να περάσει τις γιορτές κοντά μας όσα χρόνια σπούδαζε
στο ' Ητον. Η μητέρα του ήταν μια θαυμάσια γυναίκα από την
Νέα Ζηλανδία, και όταν έμεινε χήρα, γύρισε στους δικούς της,
παίρνοντας μαζί της και το παιδί. Δεν μπορεί να την κατηγορήσει
κανείς, ωστόσο, πιστεύω πως ο Ρούπερτ δεν πήρε ανατροφή α­
νάλογη με τον τίτλο και την περιουσία του. Ό ταν έρχεται εδώ,
αισθάνεται περιορισμένος, σαν να βρίσκεται έξω από το κλίμα
του. Βέβαια, είναι εύκολο ν ' αλλάξουν όλα.
Το συμπαθητικό πρόσωπό της πήρε μια έκφραση πικρή.
- Κάναμε ό,τι καλύτερο μπορούσαμε. Οι θάνατοι που αντι­
μετωπίσαμε, ήταν μεγάλα χτυπήματα για μας. Το Κάστρο έπρε­
πε να νοικιαστεί. ’ Ετσι ενώνοντας τα λίγα έσοδά μας η ' Αντυ, η
Μωντ κι εγώ, καταφέραμε να μην το νοικιάσουμε. Θα μας ήταν
αδύνατο να το βλέπουμε κατοικημένο από ξένους. ’ Ηταν πάντα
το σπίτι της Ίζαμπελ.
Τα χαρακτηριστικά της μαλάκωσαν καθώς έσκυβε εμπιστευ-
τικά προς το μέρος μου.
- Μπορεί να είμαι πολύ συναισθηματική, αλλά ελπίζω, τόσο
πολύ, η Ίζαμπελ και ο Ρούπερτ... Θα ήταν ιδανική λύση!
Δεν μίλησα και εξακολούθησε.
- Είναι τόσο όμορφος νέος, τόσο γοητευτικός και ευχάρι­
στος. ' Εδειχνε μεγάλη αγάπη και στις τρεις μας, αλλά στην ' Ιζα-
μπελ είχε μια ξεχωριστή αδυναμία. Της ήταν κυριολεκτικά αφο-
σιωμένος. Κι εκείνη ήταν μονάχα έντεκα χρονών και τον ακολου­
θούσε παντού. Αν.... Η Μωντ φυσικά δεν σταματά να λέει πως εί­
ναι πρώτα εξαδέλφια και δεν επιτρέπεται να παντρευτούν, αλλά
εκείνη αντιμετωπίζει όλα τα πράγματα από την χειρότερη όψη.
Εκατοντάδες πρώτα εξαδέλφια παντρεύονται κι όλα πηγαίνουν
θαυμάσια. Γιατί τάχα όχι και στη δική μας περίπτωση;
Σώπασε και πάλι. Το πρόσωπό της που όση ώρα μονολογούσε
είχε αλλάξει χιλιάδες εκφράσεις, πήρε τώρα μια ιδιαίτερα τρυ­
φερή.
- Θυμόταν πάντα τα γενέθλιά της και της έστελνε λουλού­
δια. Δεν το βρίσκετε πολύ συγκινητικό; Η ' Ιζαμπελ είναι τόσο
γλυκιά και αγαπά βαθιά το Σαιν Λου. (Έστρεψε το βλέμμα της
προς τις πολεμίστρες του κάστρου). Αν καταφέρουν να γνωρί­
σουν μαζί την ευτυχία στη γαλήνη του...

69
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

Τα μάτια της είχαν αρχίσει να βουρκώνουν.


- Αυτό το μέρος γίνεται όλο και πιο εξωπραγματικό, διαμαρ-
τυρήθηκα στην Τερέζα όταν επέστρεψε. Θα έρθει ένας ωραίος
πρίγκηπας και θα παντρευτεί τη γοητευτική αιχμάλωτη του Κά­
στρου. Μα πού ζούμε λοιπόν; Στην εποχή των παραμυθιών;

- Μιλείστε μου γι' αυτόν τον εξάδελφό σας, τον Ρούπερτ,


ζήτησα από την ' Ιζαμπελ την επόμενη ημέρα όταν ήρθε να με
συντροφέψει στο παγκάκι.
- Δε νομίζω πως υπάρχει τίποτα να σας πω.
- Είπατε πως τον σκέφτεστε διαρκώς. Είναι αλήθεια;
Απόμεινε για μια - δυο στιγμές σκεφτική.
- ’ Οχι, δεν τον σκέφτομαι. Θέλω να πω ότι τριγυρίζει στο
μυαλό μου η σκέψη πως μια μέρα θα τον παντρευτώ.
Στράφηκε προς το μέρος μου σαν να την ανησυχούσε η σιω­
πή μου.
- Σας φαίνεται παράλογο που το λεω; Δεν έχω δει τον Ρού­
περτ από τότε που ήμουν έντεκα χρονών κι εκείνος δεκάξη. Τό­
τε μου είπε πως κάποια μέρα θα ερχόταν να με παντρευτεί. Το
πίστεψα. Εξακολουθώ να το πιστεύω.
- ’ Ετσι ο λόρδος και η λαίδη Σαιν Λου θα παντρευτούν και θα
ζήσουν ευτυχισμένα στο Κάστρο κοντά στη θάλασσα, είπα με
ποιητική διάθεση.
- Λέτε να μη συμβεί αυτό; ρώτησε η Ίζαμπελ.
Με κοιτούσε λες και η γνώμη μου αντιπροσώπευε και το τελι­
κό ναι ή όχι.
- Πιστεύω πως θα συμβεί. ' Ετσι, άλλωστε, τελειώνουν και τα
παραμύθια.
Όμως, προσγειωθήκαμε ανώμαλα από τον κόσμο του παρα­
μυθιού, βλέποντας να εμφανίζεται απότομα στη βεράντα η μί-
σες Μπίγκχαμ Τσάρτερις. Κρατούσε ένα μεγάλο δέμα που το ά­
φησε στο παγκάκι και με παρακάλεσε να το παραδώσω στον κά-
πταιν Κάρσλέικς.
- Νομίζω πως είναι στο γραφείο του, άρχισα αλλά με διέκο­
ψε.
- Το ξέρω, αλλά δεν θέλω να πάω. Δεν είμαι σε κατάλληλη

70
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

διάθεση για ν ' αντιμετωπίσω αυτή τη γυναίκα.


Εγώ, προσωπικά, δεν είχα ποτέ την κατάλληλη διάθεση για
την μίσες Κάρσλέικς, κατάλαβα ωστόσο ότι ο λόγος που είχε
προκαλέσει την ταραχή της μίσες Μπίγκχαμ Τσάρτερις ήταν ι­
διαίτερα σοβαρός.
Το ίδιο ένιωσε και η ' Ιζαμπελ.
- Συμβαίνει τίποτε, θεία; ρώτησε.
Με πρόσωπο κατάχλωμο η γυναίκα αποφάσισε να μιλήσει.
- Χτυπήθηκε η Λουσίντα.
Η Λουσίντα ήταν το σκυλάκι της μίσες Τσάρτερις που λά­
τρευε με σχεδόν αρρωστημένο πάθος. Εξακολούθησε να μιλά
βιαστικά εμποδίζοντας με την κοφτερή ματιά της κάθε εκδήλω­
ση συμπάθειας εκ μέρους μου.
- Συνέβη στην προκυμαία. Κάποιος απ' αυτούς τους κατα­
ραμένους τουρίστες έτρεχε με ταχύτητα. Δεν σταμάτησε ακόμα
κι όταν... Εμπρός, Ιζαμπελ... Είναι ώρα για το σπίτι...
Δεν της πρόσφερα τσάι, ούτε συμπάθεια. Η ' Ιζαμπελ ρώτη­
σε:
- Και πού είναι τώρα;
- Την πήρα στους Μπαρτ. Με βοήθησε ο ταγματάρχης Γκά-
μπριελ. 'Ηταν πολύ ευγενικός, απίστευτα ευγενικός.
Ο Γκάμπριελ εμφανίστηκε σαν από μηχανής Θεός τη στιγμή
που η Λουσίντα σωριαζόταν στο χώμα και η μίσες Τσάρτερις γο­
νάτιζε γεμάτη αγωνία πλάι της. Έσκυψε αμέσως και πήρε στα
χέρια του το σώμα του ζώου, εξετάζοντάς το παντού με τρυφε­
ρά, επιδέξια χέρια.
- Υπάρχει αρκετή δύναμη στα πισινά της πόδια, είπε. ' Ισως
να μην έχει τίποτα περισσότερο από ένα επιπόλαιο τραύμα. Θα
πρέπει να τη δει ο γιατρός.
- Την πηγαίνω πάντοτε στον Τζόνσον από το Πολγουίθεν.
Είναι καταπληκτικός με τα σκυλιά. Είναι, όμως, πολύ μακρυά.
Ο ταγματάρχης έγνεψε καταφατικά.
- Ποιος είναι ο καλύτερος γιατρός στο Σαιν Λου;
- Ο Τζέιμς Μαρτ. Είναι έξυπνος, αλλά αχρείος. Δεν θα του
εμπιστευόμουν ποτέ τη Λουσίντα. Πίνει, ξέρετε. Μένει εδώ κο­
ντά. ' Ισως θα ήταν καλό να του ρίξει μια ματιά. Προσέξτε, μπο­
ρεί να σας δαγκώσει.
- Δεν θα με δαγκώσει, αποκρίθηκε με σιγουριά ο Γκάμπριελ

71
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

και άρχισε να μιλά γλυκά στη σκυλίτσα. 'Ελα,κορίτσι μου, έλα.


Φρόνιμα.
Πέρασε απαλά, σχεδόν τρυφερά, τα χέρια του κάτω από τα
πόδια της. Το πλήθος που είχε συγκεντρωθεί και αποτελείτο
από μικρά αγόρια, ψαράδες και γυναίκες με τις φορτωμένες από
ψώνια τσάντες, τον κοιτούσαν με συμπάθεια και έδιναν συμβου­
λές.
- 'Ελα, αγάπη μου, φρόνιμα, Λούσυ, παρακάλεσε στοργικά
και η μίσες Τσάρτερις κι αμέσως μετά στράφηκε στο ταγματάρ­
χη. Είναι πολύ ευγενικό εκ μέρους σας. Το σπίτι του γιατρού
φαίνεται αμέσως μόλις στρίψουμε τη γωνία, στη Δυτική συνοικία.
Επρόκειτο για ένα τυπικό, Βικτωριανό σπίτι με κεραμίδια στην
οροφή και ένα μεγάλο, μπρούτζινο κουδούνι στην εξώπορτα.
Την πόρτα άνοιξε μια αρκετά όμορφη γυναίκα γύρω στα εικο-
σιοχτώ, που παρουσιάστηκε ως μίσες Μπαρτ. Αναγνώρισε αμέ­
σως την μίσες Μπίγκχαμ Τσάρτερις.
- Ω, μίσες Τσάρτερις, λυπάμαι πολύ. Ο σύζυγός μου είναι
έξω, το ίδιο και οι βοηθοί του.
- Πότε θα επιστρέφει;
- Νομίζω από στιγμή σε στιγμή. Φυσικά, οι ώρες που δέχεται
είναι εννέα με δέκα και δυο με τρεις, αλλά είμαι σίγουρη ότι θα
κάνει για σας μια εξαίρεση. Τι έπαθε το σκυλάκι; Τραυματίστηκε;
- Ναι, μόλις τώρα από αυτοκίνητο.
- Μερικοί οδηγοί είναι πολύ απρόσεκτοι. Τρέχουν σαν τρε­
λοί. Έχετε την καλωσύνη να το φέρετε στο ιατρείο;
Μιλούσε με γλυκιά, απαλή φωνή. Η μίσες Μπίγκχαμ Τσάρτε-
ρις στάθηκε κοντά στη Λουσίντα και τη χάϊδευε. Τα χαρακτηρι­
στικά της ήταν αλλαγμένα από τον πόνο και δεν φαινόταν να δί­
νει καμιά προσοχή στην ευγενική φλυαρία της Μίλλυ Μπαρτ. Η
τελευταία προσφέρθηκε να τηλεφωνήσει στο Πάουερ Γκρέιντζ
Φαρμ για να δει αν βρισκόταν εκεί ο γιατρός. Το τηλέφωνο ήταν
στο χώλ. Ο Γκάμπριελ πήγε μαζί.της αφήνοντας τη μίσες Τσάρ-
τερις με τη Λουσίντα και την αγωνία τ η ς .' Ηταν πολύ διακριτικός
άνθρωπος. Η μίσες Μπαρτ σχημάτισε τον αριθμό στο καντράν
και περίμένε.
- Εμπρός, ναι, μίσες Χουίντεν. Είμαι η μίσες Μπαρτ. Είναι ε­
κεί ο γιατρός; Ναι, σας παρακαλώ αν δεν σας πειράζει...
Μεσολάβησε μια λιγόστιγμη σιωπή κι ύστερα ο Γκάμπριελ εί­

72
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

δε το πρόσωπό της να γίνεται κατακόκκινο. Η φωνή της άλλαξε.


Έγινε φοβισμένη.
- Λυπάμαι, Τζιμ. Ό χ ι βέβαια...
Ο Γκάμπριελ μπορούσε ν ' ακούσει την άγρια, θυμωμένη φω­
νή του γιατρού, αν και δεν ξεχώριζε τα λόγια του. Η φωνή της
γυναίκας αδυνάτιζε ολοένα και περισσότερο.
- Είναι η μίσες Μπίγκχαμ Τσάρτερις από το Κάστρο. Η σκυλί­
τσα της... ναι, ένα αυτοκίνητο. Είναι εδώ τώρα.
Κοκκίνησε ξανά βάζοντας το ακουστικό στη θέση του, ενώ ο
Γκάμπριελ άκουγε τη θυμωμένη φωνή από την άλλη άκρη του
σύρματος.
- Δεν μπορούσες να το πεις αμέσως, ανόητη;
Μεσολάβησε μια στιγμή αμηχανίας. Ο Γκάμπριελ ένιωσε λύ­
πη για τη μίσες Μπαρτ, μια όμορφη, συμπαθητική γυναίκα που
φοβόταν τόσο τον άντρα της. Προσπάθησε να την παρηγορήσει
με τον τρόπο που ήξερε μονάχα αυτός.
- ’ Ηταν πολύ ευγενικό εκ μέρους σας να μπείτε σε τέτοιο
κόπο, μίσες Μπαρτ, είπε χαμογελώντας με το γοητευτικό χαμό­
γελό του.
- Ω, δεν ήταν τίποτα, ταγματάρχα. Είστε ο ταγματάρχης
Γκάμπριελ, δεν είναι έτσι; (Φαινόταν λίγο συγκινημένη από την
παρουσία του στο σπίτι της). ' Ηρθα χθες το βράδυ στη συγκέ­
ντρωση του Ινστιτούτου.
- Πολύ ευγενικό εκ μέρους σας, μίσες Μπαρτ.
- Είμαι σίγουρη... πως θα κερδίσετε. Ό λοι, ξέρετε, είναι
πολύ κουρασμένοι από το μίστερ Ουίλμπραχαμ. Κι άλλωστε, δεν
ανήκει πραγματικά εδώ. Δεν έχει καμιά σχέση με την Κορνουά-
λη.
- Φοβάμαι, πως ούτε κι εγώ έχω.
- Ω, εσείς!
Τον κοίταξε με μάτια όμοια με της Λουσίντα, γεμάτα θαυμα­
σμό. Τα μαλλιά της ήταν καστανά, όμορφα, ελαφρά σγουρά. Τα
χείλη της μισάνοιξαν εκστατικά λες και έβλεπε μιΐροστά της μια
φιγούρα που ξεπήδησε σαν από θαύμα, μέσα από τις φλόγες του
πολέμου. Ζέστη, πυροβολισμοί, αίμα, πανικός. Μια πραγματικό­
τητα, όμοια με το φιλμ που είχε δει την περασμένη εβδομάδά.
Και ήταν τόσο φυσικός.... τόσο ευγενικός... σαν έναν οποιονδή-
ποτε άντρα.

73
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

Ο Γκάμπριελ θεώρησε υποχρέωσή του να την απασχολήσει.


Δεν ήθελε, κυρίως, να την αφήσει να επιστρέφει στο ιατρείο και
να ζαλίσει με τη φλυαρία της την καημένη τη γριούλα που προτι­
μούσε να μείνει μόνη με τη σκυλίτσα της. Η μίσες Μπαρτ ήταν
αναμφισβήτητα ευγενική γυναίκα, αλλά προτιμούσε να εκδηλώ­
νει τη συμπάθειά της με λόγια.Θα μιλούσε διαρκώς για τα ατυχή­
ματα που γίνονται κάθε χρόνο, πόσα σκυλιά σκοτώνονται, τι χαρι­
τωμένο σκυλάκι που ήταν η Λουσίντα, και μήπως η μίσες Τσάρ-
τερις ήθελε ένα φλυτζάνι τσάι;
Έτσι προτίμησε να της πιάσει την κουβέντα ο ίδιος, κάνο-
ντάς την να γελά με αποτέλεσμα να φαίνονται τα όμορφα δόντια
της και η ελίτσα που είχε στην άκρη του στόματός της. Φαινόταν
να διασκεδάζει, όταν άνοιξε η πόρτα και φάνηκε ένας χοντρός
άντρας με φαρδιά παντελόνια.
Ο Γκάμπριελ ξαφνιάστηκε για το πως η γυναίκα του γιατρού
κοκκίνησε και τραβήχτηκε.
- Ω, Τζιμ, ήρθες; είπε νευρικά. Να σου συστήσω τον ταγμα­
τάρχη Γκάμπριελ:
Ο Τζέιμς Μπαρτ έγνεψε ευγενικά και η σύζυγός του εξακο­
λούθησε.
- Η μίσες Τσάρτερις βρίσκεται στο ιατρείο με το σκυλί...
- Γιατί δεν το πήρες εσύ εκεί κάτω και να την αφήσεις να
περιμένει έξω; τη διέκοψε ο γιατρός. Δεν έχεις κουκούτσι μυα­
λό;
- Να τη ρωτήσω...
- Θα πάω εγώ.
Την προσπέρασε και κατέβηκε τις σκάλες προς το ιατρείο.
Στα μάτια της Μίλλυ Μπαρτ απλώθηκε ένα σύννεφο δάκρυα. Ρώ­
τησε τον ταγματάρχη αν ήθελε ένα φλυτζάνι τσάι. Εκείνος επει­
δή τη λυπόταν και επειδή πίστευε πως ο άντρας της ήταν ένας
φοβερός αγροίκος, δέχτηκε.
Έτσι άρχισαν όλα.

74
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΔΕΚΑΤΟ

ταν, νομίζω, την άλλη μέρα ή ίσως την παραπάνω που η


Τερέζα έφερε στο σαλόνι μας, τη μίσες Μπαρτ.
- Ο κουνιάδος μου, Ούγκο, είπε. Ούγκο, να σου συστήσω
την μίσες Μπαρτ που προσφέρθηκε τόσο ευγενικά να μας βοη­
θήσει.
Το «μας» αφορούσε φυσικά το κόμμα των Συντηρητικών. Κοί­
ταξα την Τερέζα. Το πρόσωπό της παρέμεινε ολότελα ανέκφρα­
στο. Στο μεταξύ, η μίσες Μπαρτ έσκυβε ήδη προς το μέρος μου
με τα όμορφα καστανά μάτια της φορτωμένα συμπάθεια και κα­
τανόηση. Η Τερέζα δεν άργησε να μας αφήσει μόνους. Η μίσες
Μπαρτ κάθησε κοντά μου αποφασισμένη να μου διασκεδάσει τον
πόνο. Ό σ ο κι αν η κατάστασή μου με εμπόδιζε ν ’ αντιμετωπίζω
με ευχαρίστηση τους ανθρώπους, όφειλα να παραδεχτώ πως ή­
ταν ωραία γυναίκα.
- Νομίζω, άρχισε, ότι όλοι θα πρέπει να κάνουμε κάτι για τις
εκλογές. Φοβάμαι πως εγώ προσωπικά, δεν μπορώ να προσφέ­
ρω και πολλά. Δεν είμαι αρκετά έξυπνη. Δεν μπορώ, λόγου χάρη,
να κάνω διαλέξεις, αλλά σκοπεύω να ζητήσω από τη μίσες Νόρ-
ρεϋς να μου αναθέσει -αν υπάρχει- δουλειά γραφείου ή να μοι­
ράζω φυλλάδια. Ο ταγματάρχης Γκάμπριελ μίλησε τόσο όμορφα
στο Ινστιτούτο για το μεγάλο ρόλο που μπορούν να παίξουν οι
γυναίκες. Μ' έκανε να αισθάνομαι σχεδόν ντροπή που μέχρι τώ­
ρα δεν πρόσφερα τίποτα. Είναι καταπληκτικός ομιλητής, δεν βρί­
σκετε; Ω, ξέχασα... Υποθέτω...
Η αμηχανία της ήταν σχεδόν αφοπλιστική. Με κοίταζε σαν
παραπονεμένο παιδί. ' Εσπευσα να τη βγάλω από τη δύσκολη θέ­
ση.
- Ακόυσα τον εναρκτήριο λόγο του στο Ντριλ Χιλ. Οπωσδή­
ποτε, κατορθώνει να βρίσκει τους αντικειμενικούς στόχους του.
Δεν υποψιάστηκε καθόλου την ειρωνεία μου. Αντίθετα, είπε
με θέρμη.

75
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

- Τον βρίσκω υπέροχο.


- Έτσι ακριβώς... επιθυμούσε να τον βρίσκουμε όλοι.
- Κι έτσι πρέπει. Θέλω να πω... είναι σπουδαίο να εκπροσω­
πεί τα συμφέροντα του Σαιν Λου ένας άνθρωπος σαν κι αυτόν.
Ένας αληθινός άντρας. Κάποιος που πήγε πραγματικά στο
στρατό και αγωνίστηκε για την πατρίδα του. Ο μίστερ Ουίλμπρα-
χαμ είναι πολύ καλός, φυσικά, μα νομίζω ότι... Κι άλλωστε, δεν
είναι παρά καθηγητής ή κάτι τέτοιο. ' Οταν σε κοιτάζει, τα μάτια
του φαίνονται κουρασμένα και η φωνή του είναι τόσο βαρετή.
Δεν σε πείθει ότι μπορεί στ' αλήθεια να εκπληρώσει τα όνειρά
σου.
Την άκουγα με αρκετό ενδιαφέρον και από τα λόγια της δια­
πίστωνα ότι, πράγματι, ο Γκάμπριελ είχε πετύχει τους στόχους
του.
Το πρόσωπό της άστραφτε από ενθουσιασμό.
- ' Εμαθα πως είναι ένας από τους πιο γενναίους άντρες του
στρατού μας. Λένε, ότι θα μπορούσε να κερδίσει πάρα πολλά
παράσημα ανδρείας.
Ναι, αναμφισβήτητα, ο Γκάμριελ είχε πετύχει τη σωστή δημο­
σιότητα γύρω από το όνομά του, εκτός κι αν όλος αυτός ο εν­
θουσιασμός ήταν εκδήλωση αποκλειστικά και μόνο της μίσες
Μπαρτ. Φαινόταν τόσο χαριτωμένη με τα μάγουλά της να κοκκι­
νίζουν ελαφρά koj τα μάτια της να λάμπουν σαν αστέρια.
- Ήρθαν με τη μίσες Μπίγκχαμ Τσάρτερις, μου εξήγησε,
την ημέρα που τραυματίστηκε το σκυλάκι της. ’ Ηταν πολύ ευγε­
νικό εκ μέρους του, δεν βρίσκετε; Κι όμως, ο ίδιος δεν φαινόταν
να δίνει καμιά ιδιαίτερη σημασία στην πράξη του.
- Ίσως ν ' αγαπάει τα σκυλιά, είπα.
’ Ομως, η εξήγηση αυτή ήταν πολύ πεζή για τη Μίλλυ Μπαρτ.
- Δεν είναι αυτό, είπε. Νομίζω πως φταίει η ευγένειά του,
αυτή η αφοπλιστική ευγένεια. Και μιλούσε τόσο φυσικά, τόσο ευ­
χάριστα. (Σώπασε για λίγο και συνέχισε). ’ Ενιωσα να ντρέπομαι.
Θέλω να πω, επειδή δεν είχα κάνει τίποτα προκειμένου να βοη­
θήσω το μεγάλο σκοπό. Φυσικά, ψήφιζα πάντα τους Συντηρητι­
κούς, αλλά με το να ψηφίζεις, απλώς δεν κάνεις και μεγάλα
πράγματα. Δεν συμφωνείτε;
- Είναι θέμα καθαρά προσωπικό.
- Εγώ, όμως, ένιωσα πως έπρεπε οπωσδήποτε να κάνω κάτι.

76
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ-ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

' Ετσι, πήγα στον κάπταιν Κάρσλέικς και του μίλησα. ' Εχω, βλέ­
πετε, αρκετό καιρό στη διάθεσή μου. Ο μίστερ Μπαρτ είναι τόσο
απασχολημένος. Περνάει σχεδόν όλη την ημέρα του στο ιατρείο
και δεν έχω παιδιά.
Μια αλλιώτικη έκφραση που ζωγραφίστηκε, ξαφνικά και για
μια στιγμή, στα καστανά, βελουδένια μάτια της, μ 1 έκανε να τη
λυπηθώ ολόψυχα. ' Ηταν από τις γυναίκες που θα ’ πρεπε να έ ­
χουν παιδιά. Θα γινόταν πολύ καλή μητέρα. Η γλυκιά μητρική
όψη ξαναγύρισε στο πρόσωπό της όταν έπαψε να μιλά για τον
Τζων Γκάμπριελ και άρχισε ν ' ασχολείται μαζί μου.
- Πληγωθήκατε στο Ελ Αλαμέιν, δεν είναι έτσι; με ρώτησε.
- 'Οχι, αποκρίθηκα κοφτά. Στη Χάρροου Στρητ.
- Ω, φάνηκε ξαφνικά να τα χάνει. Μα... ο ταγματάρχης Γκά-
μπριελ μου είπε...
- Μπορεί. Καλά θα κάνετε, όμως, να μη πιστεύετε λέξη α π ’
όσα λέει.
Χαμογέλασε με επιείκεια. Έμοιαζε να άκουσε ένα αστείο
που δεν μπορούσε να καταλάβει.
- Φαίνεστε θαυμάσια, είπε ενθαρρυντικά.
- Αγαπητή μίσες Μπαρτ, ούτε φαίνομαι, ούτε αισθάνομαι.
- Ω, ψέλλισε χαριτωμένα. Λυπάμαι στ’ αλήθεια γ ι’ αυτό, λο­
χαγέ Νόρρεϋς.
Πριν προλάβω να πραγματοποιήσω την απόπειρα να την σκο­
τώσω, η πόρτα άνοιξε και μπήκαν ο Κάρσλέικς και ο Γκάμπριελ.
Ο ταγματάρχης ήταν σε καλή διάθεση, όπως πάντα. Το πρό­
σωπό του έλαμπε όταν πλησίασε την επισκέπτρια.
- Χαίρομαι που σας ξαναβλέπω, μίσες Μπαρτ. Η προσφορά
σας ήταν πολύ ευγενική. Ναι, εξαιρετικά ευγενική.
Η Μίλλυ Μπαρτ φάνηκε να τα χάνει από ευτυχία.
- Ω, στ’ αλήθεια, ταγματάρχα Γκάμπριελ, δεν πιστεύω πως
θα καταφέρω πολλά πράγματα. Θέλω, όμως, να βοηθήσω.
- Και θα βοηθήσετε, έννοια σας. Δεν θ ’ αργήσουμε να σας
αναθέσουμε τη δουλειά σας.
Το χέρι της εξακολουθούσε να είναι μέσα στο δικό του και
του χαμογελούσε σχεδόν στατικά. Μπορούσα να νιώσω τη γοη­
τεία και το μαγνητισμό που εξασκούσε αυτός ο άνθρωπος και
βέβαια σαν το ’ νιωθα εγώ, η Μίστες Μπαρτ το ένιωθε πολύ πε­
ρισσότερο. Γέλασε και τα μάτια της άστραψαν.

77
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

- Θα κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ. Δεν είναι σπουδαίο που θα


αποδείξουμε στο μίστερ Τσώρτσιλ πως η επαρχία μας του είναι
πιστή;
Θα της έλεγα με ευχαρίστηση πως, πολύ πιο σπουδαίο είναι
το ότι θα αποδείχναμε την πίστη μας στον Τζων Γκάμπριελ στέ-
φοντάς τον με επιτυχία.
- Πιστεύω απόλυτα πως οι γυναίκες διαθέτουν σήμερα τη
μεγαλύτερη δύναμη στις εκλογές, δήλωσε θερμά ο ταγματάρ­
χης. Είναι κρίμα μόνο που δεν τη χρησιμοποιούν.
- Ω, έχετε δίκιο. (Το πρόσωπο της Μίλλυ Μπαρτ ήταν τώρα
σοβαρό). Δεν ενδιαφερόμαστε ιδιαίτερα.
- ' Ισως επειδή δεν πιστεύετε πως ένας υποψήφιος είναι πο­
λύ καλύτερος από έναν άλλον.
- Ω, ταγματάρχα Γκάμπριελ! πρόφερε σοκαρισμένη. Ασφα­
λώς και υπάρχει μεγάλη διαφορά.
- Πράγματι, μίσες Μπαρτ, συμφώνησε ο Κάρσλέικς. Είμαι σί­
γουρος ότι ο ταγματάρχης θα τους κάνει όλους ν' απορήσουν
στο Ουεστμίνστερ!
' Ημουν έτοιμος να πω ειρωνικά: «Αλήθεια;» αλλά παραιτήθη­
κα. Ο Κάρσλέικς πήρε τη γυναίκα μαζί του για να της δώσει φυλ­
λάδια ή να γράψει κάτι στη γραφομηχανή. Ό ταν η πόρτα έκλει­
σε πίσω τους, ο Γκάμπριελ στράφηκε σε μένα.
- Συμπαθητική γυναίκα, έτσι;
- Πράγματι. Και πρόθυμη στη διάθεσή σας.
Συνοφρυώθηκε ελαφρά.
- Ελάτε τώρα, Νόρρεϋς. Συμπαθώ τη μίσες Μπαρτ. Και τη
λυπάμαι. Σας βεβαιώ ότι η ζωή της δεν είναι καθόλου ευχάριστη.
- Ίσως να χετε δίκιο. Δε φαίνεται ιδιαίτερα ευτυχισμένη.
- Ο γιατρός Μπαρτ μοιάζει με αφρισμένο διάβολο. Χθες
πρόσεξα στο μπράτσο της δυο έντονες μελανιές. Κάτι τέτοιες
καταστάσεις με κάνουν να κοκκινίζω από οργή.
’ Ενιωσα κάποια έκπληξη. Ο Γκάμπριελ το πρόσεξε και έγνε­
ψε καταφατικά.
- Δε σας λέω ψέματα. Η βία πάντοτε με αήδιαζε. Αναρωτη­
θήκατε ποτέ τι είναι υποχρεωμένες να περνούν ορισμένες γυ­
ναίκες και μάλιστα χωρίς να χουν το δικαίωμα να διαμαρτυρη-
θούν;
- Υποθέτω ότι το θέμα μπορεί να λυθεί νομικά.

78
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

- Ό χι, δεν μπορεί, Νόρρεϋς. Δεν μπορεί, αν η κατάσταση


δεν έχει προηγουμένως φτάσει στο απροχώρητο. Προηγείται η
δυνατότητα, η συστηματική κακομεταχείριση και άλλα παρόμοια.
Πώς μπορεί να τ' αντιμετωπίσει όλα αυτά μια γυναίκα; Τι άλλο να
κάνει από το να κάθεται ήσυχα και να υπομένει; Οι γυναίκες σαν
την Μίλλυ Μπαρτ, δεν έχουν προσωπική περιουσία. Πώς μπο­
ρούν, λοιπόν, ν' αφήσουν τους συζύγους τους; Οι συγγενείς
δεν δέχονται με ευχαρίστηση μια διαζευγμένη. Η μοίρα τους εί­
ναι η μοναξιά. Κανείς δεν θ ' απλώσει το χέρι του να τις βοηθή­
σει.
- Ναι, πράγματι, συμφώνησα και τον κοίταξα με περιέργεια.
Συμμερίζεστε πολύ το πρόβλημά της.
- Μα, γιατί; Με θεωρείτε ανίκανο για μια αληθινή συμπάθεια;
Μ' αρέσει αυτή η κοπέλλα. Τη λυπάμαι ειλικρινά. Μακάρι να
μπορούσα να κάνω κάτι γ ι’ αυτήν, αλλά φοβάμαι πως δεν μπορώ.
Κινήθηκα στην καρέκλα μου ανήσυχος. Ή μάλλον, για να εί­
μαι ακριβής, επιχείρησα να κινηθώ, αλλά με σταμάτησε ένας
σουβλερός πόνος που ένιωσα στο σώμα. Μαζί, όμως, με τον φυ­
σικό, γεννήθηκε και ένας άλλος πόνος. Εκείνος που προκαλούν
οι αναμνήσεις. Βρισκόμουν μέσα σ ’ ένα τρένο και ταξίδευα από
την Κορνουάλη στο Λονδίνο, ενώ έβλεπα δάκρυα να πέφτουν σ ’
ένα πιάτο σούπας... ' Ετσι άρχισαν τα πράγματα κι όχι όπως πιθα­
νόν φανταστήκατε. Ήταν ο οίκτος εκείνος που μ ’ έσπρωξε
στην περιπέτεια που κατέστρεψε -αλλίμονο- εκ θεμελίων τη
ζωή μου. Σε μια αναπηρική καρέκλα, χωρίς κανένα μέλλον μπρο­
στά μου και ένα παρελθόν που με ατένιζε περιπαιχτικά. Στράφη­
κα απότομα στον Γκάμπριελ προσπαθώντας να διώξω τις εφιαλτι­
κές σκέψεις από το μυαλό μου.
- Τι κάνει το χαριτωμένο μέλος της οικογένειας Σαιν Λου;
Χαμογέλασε.
- Μια χαρά, φίλτατε. Φυσικά, είμαι πολύ διακριτικός. Δεν γί­
νεται αλλιώς, όσο βρίσκομαι εδώ. (Αναστέναξε). Κρίμα κι είναι ο
τύπος μου... Αλλά και πάλι δεν μπορείς να τα έχεις όλα. Αυτό
που προέχει, είναι να νικήσουμε τους Εργατικούς.
Τον ρώτησα αν το Εργατικό κόμμα είχε δύναμη και αποκρίθη-
κε ότι στο Σαιν Λου έπνεε ένας βαθιά πουριτανικός άνεμος. Οι
ναυτικοί, πρόσθεσε, ήταν ιδιαίτερα προσκολλημένοι στις παρα­
δόσεις.

79
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

- Παρά το γεγονός ότι έχουν μια γυναίκα σε κάθε λιμάνι;


- Αυτοί είναι οι θαλασσινοί. Εννοούν να ξεχωρίζουν τελείως
τη δική τους ζωή από τη ζωή της οικογένειας τους.
- Κι εσείς, λοιπόν, ακολουθείτε το παράδειγμά τους. Μην α­
ναμιγνύετε την ψηφοφορία σας στο Σαιν Λου με τα αισθήματά
σας προς τη μίσες Μπαρτ.
Φάνηκε να χάνει την ψυχραιμία του.
- Μπορείτε να μου εξηγήσετε τι ακριβώς εννοείτε; Η μίσες
Μπαρτ είναι τίμια γυναίκα.
Τον κοίταξα ερωτηματικά.
- Να είστε βέβαιος, επέμεινε, πως δεν θα δεχόταν ποτέ κα­
μιά ανήθικη πρόταση.
- Σωστά, παραδέχτηκα. Τρέφει όμως απεριόριστο θαυμασμό
για σας.
- Ω, γι' αυτό ευθύνεται το παράσημο ανδρείας, η Λουσίντα,
το επεισόδιο στο λιμάνι και μερικοί ακόμη ψίθυροι που κυκλοφο­
ρούν.
- Ή θελα να σας ρωτήσω σχετικά μ ' αυτό. Ποιος φροντίζει
για την κυκλοφορία των ψιθύρων;
Χαμογέλασε.
- Θα σας εμπιστευθώ κάτι. Μου είναι χρήσιμοι. Εξαιρετικά
χρήσιμοι, θα έλεγα.
- Ναι, αλλά από ποιον ξεκινούν; Από τον Κάρσλέικς;
- ' Οχι, όχι αυτόν. Είναι πολύ χοντροκέφαλος. Δεν θα αποφά­
σιζα να τον εμπιστευτώ. Θα αναγκαζόμουν, ίσως, να φροντίσω ο
ίδιος.
Ξέσπασα σε γέλια.
- Μα, σοβαρά, έχετε το θάρρος να διαδίδετε ότι θα μπορού­
σατε ν ' αποκτήσετε κι άλλα παράσημα ανδρείας;
- Δεν το λέω ακριβώς έτσι. Χρησιμοποιώ τις γυναίκες, κατά
προτίμηση τις λιγότερο πνευματώδεις. Παρασύρομαι δήθεν
στην κουβέντα μαζί τους, τους ανοίγω την καρδιά μου, κι αφού
τα πω όλα, τις παρακαλώ θερμά να μη μιλήσουν σε κανένα γι'
αυτό. Εκείνες, φυσικά, δεν βλέπουν την ώρα να τρέξουν να τα
προλάβουν στις φίλες τους.
- Είστε στ' αλήθεια ξεδιάντροπος, Γκάμπριελ.
- Απλώς, αγωνίζομαι για την εκλογή, αγαπητέ μου. Είμαι υ­
ποχρεωμένος να σκεφτώ την καριέρα μου. Αυτά τα πράγματα έ ­

80
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

χουν πολύ μεγαλύτερο αντίκτυπο από το να έταζα σχολεία ή


βελτίωση του οδικού δικτύου. Κι άλλωστε, οι γυναίκες συγκινού-
νται αποκλειστικά και μόνο από πρόσωπα.
- Α, τώρα που το θυμήθηκα. Ποιός διάβολος σας έσπρωξε
να πείτε στη μίσες Μπαρτ ότι πληγώθηκα στο Ελ Αλαμέιν;
Αναστέναξε βαθιά.
- Υποθέτω πως σπεύσατε να τη βγάλετε από την αυταπάτη.
Δεν έπρεπε, αγαπητέ μου. Εκμεταλλευτείτε κάτι, για το καλό
σας, αφού μπορείτε. Οι ήρωες έχουν προς το παρόν κάποια α­
ξία, αργότερα θα ξεχαστούν. Μοιραστείτε τη δόξα τους, όσο εί­
ναι δυνατόν.
- Λέγοντας ψέματα;
- Δεν υπάρχει κανένας λόγος να λέτε στις γυναίκες την α­
λήθεια. Εγώ, δεν το έκανα ποτέ. ' Αλλωστε, τους αρέσει πολύ το
ψέμα.
- Διαφέρει, όμως, το να ισχυρίζεσαι κάτι τόσο χοντρό.
- Εσείς δεν χρειάζεται να ισχυρίζεστε τίποτα απολύτως. Θα
λέω εγώ ψέματα για λογαριασμό σας. Εσείς είναι αρκετό να
μουρμουρίζετε: «Ανοησίες... πρόκειται για λάθος... Αυτός ο
Γκάμπριελ δεν μπορεί να κρατήσει τη γλώσσα του». ' Υστερα θ ’
αρχίσετε να φλυαρείτε για τον καιρό, για τα σπορ ή τι να μαγει­
ρεύεται στη σκοτεινή Ρωσία. Θα διαπιστώσετε ότι η επισκέπτριά
σας θα φύγει με μάτια διεσταλμένα από ενθουσιασμό. Δεν θέλε­
τε λοιπόν να διασκεδάσετε;
- Τι διασκέδαση μπορώ να περιμένω πια εγώ;
- Αντιλαμβάνομαι θαυμάσια πως δεν μπορείτε να κάνετε έ­
ρωτα μαζί τους, δήλωσε ωμά. Το «κάτι» όμως αξίζει περισσότε­
ρο από το τίποτα. Δεν θέλετε να σας σκέφτονται οι γυναίκες;
- Ό χι.
- Πολύ αστείο. Εγώ πάρα πολύ.
- Αμφιβάλλω.
Το πρόσωπό του άλλαξε απότομα. Συνοφρυώθηκε.
- ' Ισως έχετε δίκιο, πρόφερε αργά. Υποθέτω πως υπάρχουν
στιγμές που ανακαλύπτουμε ότι δεν ξέρουμε τίποτα για τον εαυ­
τό μας... Κι όμως, εγώ πιστεύω ότι γνωρίζω θαυμάσια τον Τζων
Γκάμπριελ. Εσείς το αμφισβητείτε. Κι όμως, νομίζω...
Βάλθηκε να βηματίζει πάνω - κάτω στο δωμάτιο. Κατάλαβα
ότι τα λόγια μου τον είχαν προβληματίσει. Φαινόταν ανήσυχος.

81
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

Έμοιαζε... ναι, έμοιαζε με τρομαγμένο παιδί.


- Κάνετε λάθος, δήλωσε τέλος αποφασιστικά. Ναι, κάνετε
λάθος. Γνωρίζω στ' αλήθεια τον εαυτό μου. Ίσως να είναι το
μοναδικό πράγμα που γνωρίζω τόσο καλά. Ξέρω ακριβώς τι είμαι
και γιατί είμαι ικανός. Προσέχω να μην καταλάβουν τίποτα για
όλα αυτά οι άλλοι. Ξέρω από που έρχομαι και που πηγαίνω. Τι θέ­
λω και πως θα το αποκτήσω. Δούλεψα για πολύ καιρό ένα σχέδιο
στο μυαλό μου και εννοώ να το πραγματοποιήσω. (Σώπασε για
μια - δυο στιγμές). ’ Οχι, δε νομίζω πως υπάρχει λόγος ν ' ανησυ­
χώ. Σίγουρα θα φτάσω εκεί που επιδιώκω.
Το πάθος που υπήρχε στη φωνή του με συγκίνησε. Για πρώτη
φορά σταμάτησα να τον βλέπω σαν τσαρλατάνο. Τον είδα σαν
πραγματική δύναμη.
- Αυτό επιδιώκετε, λοιπόν; είπα. ' Ισως τελικά και να τ' απο­
κτήσετε.
- Ν' αποκτήσω, τι;
- Μα, δύναμη, φυσικά. Αυτό δεν σας ενδιαφέρει;
Με κοίταξε κι ύστερα ξέσπασε σε γέλια.
- Θεέ μου, και βέβαια όχι. Ποιος νομίζετε ότι είμαι; Ο Αττί­
λας; Δεν χρειάζομαι δύναμη. Δεν έχω καμιά επιθυμία να κυβερ­
νώ τον κόσμο. Επιτέλους, τι άνθρωπος φαντάζεστε ότι είμαι; Αυ­
τό που επιθυμώ, είναι μια καλή, σταθερή δουλειά. Τίποτε περισ­
σότερο.
Στύλωσα το βλέμμα μου πάνω του απογοητευμένος. Για μια
και μόνο στιγμή, ο Γκάμπριελ είχε πάρει στα μάτια μου τιτάνιες
διαστάσεις. Τώρα είχε ξαναγίνει θνητός. Κάθησε σε μια καρέκλα
και τέντωσε τα πόδια του. Για πρώτη φορά, τον είδα όπως ήταν
πραγματικά. Ένας άσχημος, μικρόσωμος άντρας. Ένας άπλη­
στος άνθρωπος.
- Και να ευχαριστείτε το Θεό που μου φτάνει αυτό, παρατή­
ρησε αλαζονικά. Οι πλεονέκτες σαν κι εμένα, δεν ησυχάζουν
παρά μόνο όταν κατακτήσουν τον κόσμο. Και είναι οι κατάλληλοι
για να κυβερνούν. Ο Θεός και οι άνθρωποι τους βοηθούν. ’ Ενας
τέτοιος χαρακτήρας, δε λυπάται αν κάνει λαούς να υποφέρουν,
παιδιά να πεινούν, γυναίκες να διαφθείρονται. Απλώς, δεν ενδια-
φέρεται. ' Ενας εγωιστής σαν κι εμένα, όμως, δεν προκαλεί τό­
σο κακό. Το μόνο που επιδιώκει είναι μια μικρή, αλλά άνετη γωνιά
κι όταν την αποκτήσει, απολαμβάνει την ευτυχία του μέσου α­

82
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

στού. ' Ετσι, έχει πολύ λιγότερες έννοιες στο κεφάλι του. Ξέρω
καλά ότι το ίδιο επιθυμούν οι περισσότεροι άνθρωποι. Να αισθά­
νονται σπουδαίοι σε μια μικρή κοινωνία ανθρώπων. Προσέξτε,
Νόρρεϋς, από κεί θα ξεκινήσει το μεγάλο λάθος των Εργατικών,
όταν καταλάβουν την αρχή...
- Αν την καταλάβουν, τον διέκοψα.
- Θα την καταλάβουν οπωσδήποτε, αποκρίθηκε με σιγουριά.
Αλλά θα κάνουν και ένα τρομερό λάθος. Θα προωθούν διαρκώς
τους εργαζόμενους, κι όλους τους άλλους με τις καλύτερες
προοπτικές. Ενώ οι Συντηρητικοί είναι πονηροί και απατεώνες. Ο
Θεός να σε φυλάει απ’ αυτούς. Είναι φοβερό το πόσο πολύ μπο­
ρεί ένας απατεώνας να επηρεάσει μια ολόκληρη χώρα.
Διαφώνησα.
- Εξακολουθείτε, καθώς βλέπω, να πιστεύετε ότι είστε ο
πλέον κατάλληλος για να κρίνει ποιο είναι το καλύτερο για την
Αγγλία.
- ' Οχι, καθόλου. Απλώς ξέρω ποιο είναι το καλύτερο για τον
Τζων Γκάμπριελ. Η χώρα δεν θα υποφέρει ποτέ από τις ιδέες
μου, γιατί προτιμώ να τις χρησιμοποιώ αποκλειστικά και μόνο για
προσωπική μου άνεση. Δεν ενδιαφέρομαι καθόλου να γίνω πρω­
θυπουργός.
- Με εκπλήσσετε.
- Μη με ειρωνεύεστε, Νόρρεϋς, θα μπορούσα θαυμάσια να
γίνω, αν το ήθελα. Είναι απίστευτο το τι μπορείς να κατορθώ­
σεις, αν μελετήσεις τι αρέσει στους ανθρώπους ν ’ ακούν, και
τους τα σερβίρεις. Το να γίνεις πρωθυπουργός, όμως, σημαίνει
πολύ δύσκολη δουλειά. Κι εγώ δεν έχω καμιά διάθεση για τίποτα
τέτοιο. Μου φτάνει να γίνω γνωστός, τίποτα περισσότερο.
- Και πώς θα κερδίσετε χρήματα; Εξακόσιες λίρες το χρόνο,
δεν είναι βέβαια αρκετά.
- Οπωσδήποτε θα αυξηθεί το ποσό μόλις ανέβουν οι Εργατι­
κοί. ' Ισως φτάσει και τις χίλιες λίρες. Μη σας απασχολεί, όμως,
αυτό. Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να αποκτήσεις χρήματα σε μια
πολιτική καριέρα. ’ Αλλοι ευθείς και άλλοι πλάγιοι. Κι ακόμα υ­
πάρχει και ο γάμος...
- Σχεδιάζετε να παντρευτείτε, βλέπω. Μήπως θα προτιμή­
σετε τίτλο;
Για κάποιο άγνωστο λόγο κοκκίνησε.

83
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

- ' Οχι, δε σκοπεύω να παντρευτώ μια γυναίκα που να μην α­


νήκει στην τάξη μου. Ω, ξέρω θαυμάσια ποια είναι η τάξη μου.
Δεν είμαι τζέντλεμαν.
- Σημαίνει τίποτα πια στην εποχή μας αυτή η λέξη; πρόφερα
σιγανά.
- Η λέξη όχι. Αυτό που εννοεί πάντως, εξακολουθεί να υ­
πάρχει.
Στύλωσε το βλέμμα ίσια μπροστά του. Οταν ξαναμίλησε, η
φωνή του έμοιαζε να ερχόταν από πολύ μακρυά.
- Θυμάμαι κάποτε, όταν πήγα σ ' ένα αρχοντικό σπίτι με τον
πατέρα μου. Τον ήθελαν να διορθώσει την αποχέτευση της κου­
ζίνας. Εγώ έμεινα απέξω. Ξαφνικά ήρθε ένα όμορφο κοριτσάκι
και μου μίλησε. Θα ' ταν ένα - δυο χρόνια περίπου μεγαλύτερη
από μένα. Με πήρε μαζί της στον κήπο - ένα κήπο υπέροχο, με
λιμνούλες, μεγάλα δέντρα και γκαζόν σαν βελούδο. Εκεί βρισκό­
ταν και ο αδελφός της. Αυτός ήταν μικρότερος. Αρχίσαμε να
παίζουμε, να τραγουδάμε, να χαιρόμαστε όπως όλα τα παιδιά, ό­
ταν ξαφνικά η μαγεία διαλύθηκε. Μια γκουβερνάντα με στολή
βγήκε από το σπίτι και φώναξε τα δυο αρχοντόπουλα. Ο Παμ -
αυτό ήταν το όνομα του αγοριού- έτρεξε κοντά της και της ζή­
τησε να με καλέσει να πιω τσάι μαζί τους. Βλέπω ακόμη μπρο­
στά μου την έκφραση που ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο της γυ­
ναίκας και στ' αυτιά μου βουίζει μέχρι σήμερα η τσιριχτή φωνή
της·
» Δεν είναι δυνατόν, χρυσό μου. Πρόκειται για ένα κοινό α­
γόρι.
Ο Γκάμπριελ σταμάτησε. ' Ενιωσα αγανάκτηση μπροστά στην
τόση σκληρότητα, αναρωτήθηκα πόση καταστροφή μπορεί να
προκαλέσει μια άστοχη φράση. Εκείνος δεν ξέχασε ποτέ τη φω­
νή, το πρόσωπο, τη στολή της γκουβερνάντας, μέχρι σήμερα...
Το τραύμα που του είχε προκαλέσει ήταν βαθύ...
- Ακούστε, είπα αποφασιστικά, δεν ήταν η μητέρα των παι­
διών που το είπε. ' Ηταν μια γυναίκα ίσως κατώτερη κι από σας,
που το μόνο που διέθετε ήταν σκληρότητα.
Στράφηκε αργά και με κοίταξε με πρόσωπο χλωμό.
- Δεν καταλαβαίνετε, Νόρρεϋς. Παραδέχομαι πως μια αρι-
στοκράτισσα δεν θα έλεγε ποτέ κάτι τέτοιο. Η αλήθεια, όμως,
παραμένει η ίδια. ' Ημουν πράγματι ένα κοινό αγόρι. Και εξακο­

84
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΜ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

λουθώ να είμαι ένας κοινός άντρας. Δεν θ ' αλλάξει τίποτα μέχρι
να πεθάνω.
- Μην είστε ανόητος! Τι μπορεί να σημαίνουν σήμερα αυτά
τα πράγματα;
- Τίποτα. Κι όσο περνάει ο καιρός, χειροτερεύουν περισσό­
τερο. Στην εποχή μας είναι πλεονέκτημα να μην είσαι ευγενής.
Οι άνθρωποι κοροϊδεύουν αυτές τις υπεροπτικές, άκαμπτες γη-
ραιές κυρίες και τους υπερήφανους, που οι περισσότεροι δεν έ ­
χουν αρκετά χρήματα για να ζήσουν. Αυτό που μετράει τώρα εί­
ναι η μόρφωση. Το κακό, όμως, Νόρρεϋς, είναι ότι εγώ δεν θέλω
να είμαι ένας κοινός άνθρωπος. 'Οταν γυρίσαμε στο σπίτι, είπα
στον πατέρα μου: «Μπαμπά, όταν μεγαλώσω, θέλω να γίνω λόρ­
δος». «Δεν θα γίνεις ποτέ, παιδί μου», αποκρίθηκε εκείνος.
«Πρέπει να γεννηθείς λόρδος. ' Ισως, αν αποκτήσεις πολλά χρή­
ματα να σε βαφτίσουν σερ, αλλά δεν είναι το ίδιο πράγμα». Και
πράγματι δεν είναι. Υπάρχει κάτι, κάτι που εγώ δεν θα το έχω πο­
τέ. ’ Οχι, δεν εννοώ τον τίτλο. Εννοώ την αυτοπεποίθηση, τη σι­
γουριά, να ξέρεις κάθε στιγμή τι πρέπει να πεις και τι να κάνεις.
Να γίνεσαι αγενής όταν κρίνεις ότι πρέπει, κι όχι επειδή το αι­
σθάνεσαι ότι μειονεκτείς και προσπαθείς απεγνωσμένα να επι­
βληθείς. Να μη κοκκινίζεις όταν σε σφίγγει το κολλάρο και να
μην αναρωτιέσαι διαρκώς τι σκέφτονται οι άλλοι για σένα, μα τι
σκέφτεσαι εσύ για κείνους. Να μην σε ενδιαφέρει αν σε θεω­
ρούν εκκεντρικό, παράξενο ή φτωχό, γιατί εσύ δεν θα πάψεις
ποτέ να είσαι αυτό που είσαι...
- Λαίδη Σαιν Λου, ίσως, πρότεινα.
- Καταραμένη γριά - μάγισσα, μούγκρισε.
Χαμογέλασα.
- Ξέρετε κάτι, είπα. Είσαστε στ' αλήθεια ενδιαφέρων άν­
θρωπος.
- Δεν μπορείτε να τα καταλάβετε όσα λέω, δεν είναι έτσι;
Δεν τα ξέρετε. Μπορεί να πιστεύετε το αντίθετο, αλλά δεν είναι
δυνατόν να τα νιώσετε.
- ’ Ηξερα από την αρχή ότι σας είχε συμβεί κάτι, ομολόγησα.
Κάποιο σοκ. Πληγωθήκατε άσχημα όταν ήσαστε παιδί και δεν
μπορέσατε να το ξεπεράσετε μέχρι σήμερα.
- Σταματήστε την ψυχολογία, πρόφερε κοφτά. Τώρα τουλά­
χιστον θα καταλάβατε γιατί νιώθω άνετα με μια χαριτωμένη κο­

85
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

πέλα σαν τη Μίλλυ Μπαρτ. Μαζί της νιώθω ευτυχισμένος. Ένα


τέτοιο κορίτσι θέλω να παντρευτώ. Να έχει χρήματα, φυσικά, αλ­
λά με χρήματα ή χωρίς, να προέρχεται από τη δική μου τάξη. Φα­
ντάζεστε τι δυστυχία θα ήταν να παντρευτώ μια αλύγιστη αριστο-
κράτισσα και σ ’ ολόκληρη τη ζωή μου να μη προσπαθώ άλλο, πα­
ρά να την ανέχομαι;
Σταμάτησε και πρόσθεσε απότομα:
- Είσαστε στην Ιταλία. Πήγατε ποτέ στην Πίζα;
- Ναι... Πριν αρκετά χρόνια.
- Θα 'χετε, ασφαλώς, δει τους πελώριους πίνακες στους
τοίχους. Τους μικρούς διαβόλους, τους αγγέλους, τις γυναί­
κες... Θεέ μου! αυτές οι γυναίκες! (Η φωνή του υψώθηκε έντο­
να). Δεν κάνουν τίποτα, δεν ξέρουν τίποτα, δεν νιώθουν τίποτα!
Απλώς κάθονται πάνω στα δέντρα, χαμογελώντας αινιγματικά!
Πόσο θα 'θελα να τις σκίσω και να τις πετάξω στις φλόγες! Να
τις βλέπω να καίγονται και τότε να τις υποχρεώσω να νιώσουν,
να ζεματιστούν, να υποφέρουν! Με ποιο δικαίωμα -πέστε μου-
αγνοούν τι θα πει πόνος; Κάθονται χαμογελαστές, αγέρωχες,
σαν ν ’ αποκλείεται να τις αγγίξει κάτι κακό... Μοιάζουν να βρί­
σκονται ανάμεσα στ’ αστέρια. Ναι, ανάμεσα στ' αστέρια...
Σηκώθηκε. Η φωνή του έσβυσε σε ψίθυρο, ενώ η ματιά του
γινόταν αφηρημένη.
- Ανάμεσα στ' αστέρια! επανέλαβε.
Ύστερα ξέσπασε σε γέλια.
- Συγγνώμη που σας ζάλισα μ' όλες αυτές τις ανοησίες. Αλ­
λά γιατί όχι; Η Χάρροου Στρητ μπορεί να κατάστρεψε τη ζωή σας
αλλά σας άφησε κάτι πολύ σημαντικό: τη δυνατότητα να είστε
χρήσιμος. Καταφέρνετε και με ανέχεστε να μιλώ όποτε νιώθω
την ανάγκη... Θα διαπιστώσετε σύντομα, φαντάζομαι, ότι οι άν­
θρωποι αναζητούν τη συντροφιά σας για να σας μιλούν.
- Το έχω ήδη διαπιστώσει.
- Ξέρετε γιατί συμβαίνει αυτό; ’ Οχι επειδή είστε ένας κατα­
πληκτικός ακροατής ή τίποτα τέτοιο. Απλώς, επειδή είστε ανίκα­
νος για οτιδήποτε άλλο.
Στεκόταν και με παρακολουθούσε με το κεφάλι ελαφρά γερ­
μένο στο πλάι και μάτια σαν φουρτουνιασμένη θάλασσα. Ό μως,
δεν κατόρθωσε να με κάνει να πονέσω. Αντίθετα, ένιωσα αληθι­
νή ανακούφιση, ακούοντας κάποιον να τολμά να ξεστομίσει τα

86
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

λόγια που βασάνιζαν διαρκώς το μυαλό μου.


- Δεν μπορώ να καταλάβω, διάβολε, πως δεν αποφασίζετε
να τελειώσετε απ' αυτό το μαρτύριο, πρόφερε κοφτά. ’ Η μήπως
σας λείπουν τα μέσα;
- Τα έχω εξασφαλίσει τα μέσα, απάντησα ήρεμα σφίγγοντας
στη χούφτα μου το μπουκαλάκι με τις ταμπλέττες.
- Καταλαβαίνω, είπε. Τότε, έχετε πολύ περισσότερο κουρά­
γιο απ' ότι φανταζόμουν...

87
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΩΔΕΚΑΤΟ

μίσες Κάρσλέικς πέρασε αρκετή ώρα το επόμενο πρωί


μαζί μου, συζητώντας. Δεν συμπαθούσα καθόλου αυτή
τη γυναίκα. Ήταν μελαχρινή και ξερακιανή με φαρμα­
κερή γλώσσα. Δε θυμάμαι ποτέ, όσο έμεινα στο «Πόλνορθ Χά­
ους», να την άκουσα να πει μια καλή λέξη για κανένα. Φορές -
φορές για να διασκεδάσω, άρχιζα να αραδιάζω το ένα όνομα με­
τά το άλλο περιμένοντας μάταια να γλυκάνει τα πικρόχολα σχό­
λιά της. Τώρα μιλούσε για την Μίλλυ Μπαρτ.
- Συμπαθητική κοπέλα, έλεγε, και επιθυμεί τόσο πολύ να
βοηθήσει. Φυσικά είναι λίγο ανόητη και όχι αρκετά μορφωμένη.
Οι γυναίκες αυτής της τάξης, δεν έχουν καμιά ιδέα από πολιτι­
κή.
' Ηξερα καλά, ότι στην ίδια τάξη με την Μίλλυ Μπαρτ, ανήκε
και η ίδια. Για να την προκαλέσω, της είπα:
- Σαν την Τερέζα, υποθέτω.
Φάνηκε να πειράζεται.
- Ω, μα η μίσες Νόρρεϋς είναι πολύ έξυπνη (το γνωστό φαρ­
μάκι ξαναπότισε τα χείλη της), υπερβολικά έξυπνη, θα έλεγα. Υ­
πάρχουν φορές που έχω την εντύπωση ότι αισθάνεται πολύ πιο
ανώτερη απ' όλους εμάς. Οι πνευματώδεις γυναίκες αποκτούν
μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους, δεν νομίζετε; Φυσικά, δεν θα
αποκαλούσα ποτέ τη μίσες Νόρρεϋς εγωίστρια, αλλά...
Ξαναγύρισε την κουβέντα στην Μίλλυ Μπαρτ.
- Είναι πολύ καλό για τη μίσες Μπαρτ να έχει ν ' ασχολείται
με κάτι. Φοβάμαι, ξέρετε, ότι η οικογενειακή της ζωή, δεν είναι
και τόσο ευτυχισμένη.
- Λυπάμαι που το ακούω.
- Αυτός ο σύζυγός της, ο Μπαρτ, δεν έχει καθόλου καλό ό­
νομα. Τον περισσότερο χρόνο του τον περνάει στα μπαρ του
στρατοπέδου του Σαιν Λου. Στ' αλήθεια, αναρωτιέμαι πως του

88
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

επιτρέπουν την είοοδο. Μερικές φορές γίνεται πολύ βίαιος ή έ­


τσι τουλάχιστον λένε οι γείτονες. Κυκλοφορεί η φήμη ότι η γυ­
ναίκα του τον τρέμει.
Η μύτη της τρεμούλιασε ελαφρά στην άκρη. Υπέθεσα ότι αυ­
τή ήταν μια εκδήλωση ευτυχίας που ένιωθε, όταν στόλιζε όπως
έπρεπε τα θύματά της.
- Γιατί δεν τον εγκαταλείπει; ρώτησα.
Το σοκ ήταν δυνατό γι' αυτήν.
- Ω, στ' αλήθεια, μίστερ Νόρρεϋς, δεν μπορείτε να μιλάτε
σοβαρά. Να πάει πού; Δεν έχει καθόλου συγγενείς. Μερικές φο­
ρές σκέφτηκα πως, αν παρουσιαζόταν κάποιος συμπαθητικός
νέος... δεν πιστεύω, ξέρετε, ότι έχει πολύ αυστηρές αρχές. Και
είναι, κατά κάποιο τρόπο, χαριτωμένη.
- Δεν την πολυσυμπαθείτε, ε;
- Ω, μα ναι, ασφαλώς και τη συμπαθώ, αν και τη γνωρίζω ελά­
χιστα. Ένας επαρχιακός αστίατρος επιτέλους, δεν μπορεί να
θεωρηθεί σαν πραγματικός γιατρός.
Αφού ξεκαθάρισε τις απόψεις της γύρω από τις κοινωνικές
διαφορές, με ρώτησε αν υπήρχε τίποτα που μπορούσε να κάνει
για μένα.
- Είστε πολύ ευγενική, αλλά δεν νομίζω ότι χρειάζομαι τίπο­
τα.
Κοίταξα έξω από το παράθυρο. Ακολούθησε τη ματιά μου και
είδε αυτό που έβλεπα κι εγώ.
- Ω, έκανε. Η Ίζαμπελ Τσάρτερις.
Παρακολουθούσαμε κι οι δυο την κοπέλα να πλησιάζει όλο
και περισσότερο, να μπαίνει από την εξώπορτα και ν ’ ανεβαίνει
ένα - ένα τα σκαλιά της βεράντας.
- Είναι όμορφο κορίτσι, είπε η μίσες Κάρσλέικς. Και πολύ ή­
συχη. Νομίζω ότι αυτές οι ήσυχες κοπελίτσες είναι στο βάθος ύ­
πουλες.
Η τελευταία της λέξη με άφησε άφωνο. Δεν πρόλαβα να της
απαντήσω τίποτα, γιατί εκμεταλλεύτηκε την ταραχή μου για να
γίνει καπνός. Ύπουλη! Τι φοβερή λέξη! Ιδιαίτερα όταν αφορού­
σε την ' Ιζαμπελ. Το κυριώτερο χαρακτηριστικό της ήταν η ευθύ-
της, μια άφοβη και σχεδόν τραχειά ευθύτης.
Θυμήθηκα ξαφνικά τον τρόπο που άφησε το φουλάρι της να
πέσει πάνω στις σκορπισμένες ταμπλέττες. Την ευκολία που υ-

89
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

ποκρίθηκε ότι συνεχίζαμε κάποια συζήτηση. Και όλα αυτά, εντε­


λώς φυσικά, χωρίς την παραμικρή ταραχή, λες και ήταν πράγμα­
τα που επαναλάμβανε καθημερινά.
Μήπως αυτό εννοούσε η μίσες Κάρλέικς με τη λέξη «ύπου­
λη»; Σκέφτηκα πως θα πρεπε να ρωτήσω την Τερέζα σχετικά
μ' αυτό. Η νύφη μου δεν ήταν από τους ανθρώπους που διέδι­
δαν τη γνώμη τους στα καλά καθούμενα, αλλά όταν της της ζη­
τούσες, δεν είχαν αντίρρηση ν ' ανοίξουν το στοματάκι τους.
' Οταν έφτασε κοντά μου η ' Ιζαμπελ, πρόσεξα ότι φαινόταν
αναστατωμένη. Δεν ξέρω αν οι άλλοι το κατάλαβαν, εγώ, όμως,
το ένιωσα με την πρώτη ματιά. Είχα αρχίσει να μαθαίνω το χαρα­
κτήρα της. Ξέσπασε απότομα χωρίς να χάσει χρόνο.
- ' Ερχεται ο Ρούπερτ.Στ' αλήθεια, έρχεται. Μπορεί να φτά­
σει από μέρα σε μέρα. Φυσικά, θα μείνει μαζί μας.
Κάθησε χαμογελαστή. Τα μακρυά, λεπτά χέρια της, διπλώθη­
καν με χάρη στην ποδιά της. Πίσω απ' το κεφάλι της, τα κλαδιά
των δέντρων κουνιόνταν ρυθμικά, λες και προσπαθούσαν ν ’ αγ­
γίξουν τον ουρανό. Φαινόταν τόσο εξωπραγματική. Η ομορφιά
της, η στάση της, το αδιαπέραστο χαμόγελό της, μου θύμιζαν
κάτι. Κάτι που είχα δει ή ακούσει τώρα τελευταία...
- Σημαίνει πολλά για σένα αυτός ο ερχομός, ’ Ιζαμπελ; ρώ­
τησα μιλώντας της για πρώτη φορά με αληθινή οικειότητα.
- Ναι, πολλά, αποκρίθηκε και αμέσως πρόσθεσε: Βλέπεις,
τον περίμενα καιρό.
Μήπως υπήρχε κάποια σχέση ανάμεσα στην Ιζαμπελ και
στις μυστηριώδεις γυναικείες μορφές του Μεσαίωνα; Μήπως ε ­
κεί ανήκε πραγματικά;
- Περίμενες τον Ρούπερτ;
- Ναι.
- Τον... τον αγαπάς τόσο πολύ;
- Αγαπώ τον Ρούπερτ περισσότερο από κάθε τι στον κόσμο.
(Κι ύστερα πρόσθεσε): Νομίζω πως τον αγαπάω.
- Δεν... δεν είσαι σίγουρη;
Με κοίταξε με πρόσωπο που έγινε ξαφνικά σοβαρό.
- Μπορεί κανείς να είναι απόλυτα σίγουρος για κάτι;
Δεν επρόκειτο για μια περιγραφή των αισθημάτων της. ’ Ηταν
απλώς μια ερώτηση. Ρώτησε εμένα γιατί πίστευε πως ίσως εγώ
μπορούσα να δώσω την απάντηση που εκείνη αγνοούσε. Δεν φα­

90
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

νταζόταν πως αυτή ειδικά η ερώτηση με έκανε να υποφέρω.


- Ό χι, είπα, και δυσκολεύτηκα ν' αναγνωρίσω τη φωνή μου.
Δεν μπορεί ποτέ κανείς να είναι απόλυτα σίγουρος.
Δέχτηκε την απάντηση με τα μάτια καρφωμένα στη λευκότη­
τα των διπλωμένων χεριών της.
- Καταλαβαίνω, πρόφερε ήρεμα. Καταλαβαίνω!
- Πόσο καιρό έχεις να τον δεις;
- Οκτώ χρόνια.
- Είσαι πολύ ρομαντική, Ίζαμπελ.
Στύλωσε τα μάτια της πάνω μου ερωτηματικά.
- Επειδή πιστεύω ότι ο Ρούπερτ θα γυρίσεΓ και θα παντρευ­
τούμε; Μα, αυτό δεν είναι ένα ρομαντικό όνειρο. Είναι η αλή­
θεια.
Τα μακρυά όμορφα χέρια της κινήθηκαν απαλά.
- Είναι η δική μου μοίρα και η δική του. Θα έρθει και θα ενω­
θούμε. Δεν πιστεύω ότι θα μπορούσα ποτέ ν ' αποχωριστώ το
Σαιν Λου. Γεννήθηκα εδώ και έζησα εδώ μέχρι σήμερα. Θέλω να
εξακολουθήσω να ζω εδώ. Ελπίζω... ελπίζω ακόμα και να πεθάνω
εδώ.
Ανατρίχιασε ελαφρά σ ' αυτές στις τελευταίες λέξεις και την
ίδια στιγμή ένα σύννεφο έκρυψε τον ήλιο. Αναρωτήθηκα και πάλι
γιατί της προκαλούσε τέτοια φρίκη η σκέψη του θανάτου.
- Δε νομίζω πως θα πεθάνεις για πολλά - πολλά χρόνια ακό­
μα, Ίζαμπελ, είπα καθησυχαστικά. Είσαι πολύ δυνατή και υγιής.
Με κοίταξε σοβαρή.
- Ναι, είμαι πολύ δυνατή. Δεν έχω αρρωστήσει ποτέ. Νομίζω
πως θα φτάσω τα ενενήντα, ίσως και τα εκατό. Πολλοί άνθρωποι
το κατορθώνουν.
Προσπάθησα να φέρω την εικόνα της ’ Ιζαμπελ στα ενενήντα
της χρόνια. Μου ήταν αδύνατο. Μπορούσα, ωστόσο, θαυμάσια
να δω την εικόνα της λαίδης Σαιν Λου στα εκατό. Μα ήταν κάτι
τελείως διαφορετικό. Η γριά λαίδη ήταν αυταρχική, δυναμική, ι­
κανή να διαμορφώσει τα γεγονότα ανάλογα με τις επιθυμίες της.
Αγωνιζόταν για τη ζωή, ενώ η ’ Ιαμπελ απλώς τη δεχόταν.
Εκείνη τη στιγμή άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα ο Γκάμπριελ
λέγοντας:
- Ακούστε, Νόρρεϋς. (Σταμάτησε βλέποντας μαζί μου την
Ίζαμπελ). Ω, καλημέρα σας, μις Τσάρτερις.

91
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

Η συμπεριφορά του ήταν ελαφρά συγκρατημένη. Βρισκόταν,


καθώς διαπίστωσα με ευχαρίστηση, μπροστά στη σκιά της λαίδης
Σαιν Λου.
- Συζητούσαμε για τη ζωή και το θάνατο, είπα εύθυμα. Μό­
λις τώρα προφήτεψα ότι η μις Τσάρτερις θα ζήσει μέχρι τα ενε­
νήντα.
- Δεν πιστεύω να το επιθυμεί η ίδια, είπε εκείνος. ' Η μήπως
το επιθυμείτε;
- Ναι, αποκρίθηκε το κορίτσι.
- Γιατί;
- Δεν θέλω να πεθάνω, του εξήγησε.
- Ω, έκανε εκείνος ανέμελα, κανένας δεν θέλει να πεθάνει.
’ Η τουλάχιστον, δεν το σκέφτονται, αλλά στην πραγματικότητα
τον φοβούνται το θάνατο. Είναι πολύ οδυνηρό.
- Είναι ο θάνατος που με τρομάζει, είπε η Ιζαμπελ. Ό χ ι ο
πόνος. Μπορώ να υποφέρω πολύ δυνατούς πόνους.
- Έτσι φαντάζεστε, παρατήρησε εκείνος.
Κάτι στον ειρωνικό τόνο της φωνής του την έκανε να θυμώ­
σει. Κοκκίνησε.
- Κι όμως, μπορώ, επέμείνε.
Απόμειναν να κοιτάζονται στα μάτια. Το δικό του βλέμμα ή­
ταν χλευαστικό, το δικό της προκλητικό. Τότε ο Γκάμπριελ έκα­
νε κάτι που μου φάνηκε απίστευτο. Είχα ακουμπήσει το τσιγάρο
μου στο τασάκι. Με μια γρήγορη κίνηση έσκυψε, το πήρε και το
έφερε κοντά στο μπράτσο της Ίζαμπελ. Εκείνη δεν κινήθηκε,
ούτε τράβηξε το μπράτσο της. Νομίζω ότι φώναξα μια διαμαρτυ­
ρία, αλλά κανείς α π ’ τους δυο δεν φάνηκε να με προσέχει. Πίε­
σε την κάφτρα πάνω στο ολόλευκο δέρμα της.
Το πραγματικά αξιολύπητο πλάσμα εκείνη τη στιγμή ήμουν
εγώ. Βιδωμένος σε μια πολυθρόνα, ανίκανος να κάνω το παραμι­
κρό. Μου ήταν αδύνατο να εμποδίσω αυτή την αχαρακτήριστη ε ­
νέργεια του Γκάμπριελ.
Είδα το πρόσωπο της ' Ιζαμπελ να χλωμιάζει αργά - αργά από
τον πόνο. Τα χείλη της σφίχτηκαν, μα δεν κινήθηκε από τη θέση
της. Τα μάτια της εξακολουθούσαν να είναι βυθισμένα μέσα στα
μάτια του Γκάμπριελ.
- Είσαι τρελός, ταγματάρχη; ούρλιαξα. Τι στο διάβολο είναι
αυτά που κάνεις;

92
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

Δεν μου έδωσε καμιά σημασία. Λες και δεν βρισκόμουν στο
ίδιο δωμάτιο μαζί τους. Ξαφνικά, με μια απότομη κίνηση πέταξε
το τσιγάρο στο τζάκι.
- Λυπάμαι, είπε μονάχα στην Ίζαμπελ. Είχατε δίκιο.
Χωρίς άλλη λέξη, βγήκε βιαστικός από το δωμάτιο. Μου ήταν
αδύνατο σχεδόν να βρω τις κατάλληλες λέξεις.
- Το κάθαρμα, ο αχρείος, τι στο διάβολο νομίζει ότι έχει δι­
καίωμα να κάνει; Θα ’ πρεπε να τον πυροβολήσουν.
Η ' Ιζαμπελ με το βλέμμα καρφωμένο στην πόρτα, τύλιξε ή­
ρεμα ένα μεταξωτό μαντήλι γύρω από το καμένο μπράτσο της.
Το έκανε, μπορώ να πω,σχεδόν αφηρημένα. Λες και το μυαλό
της ταξίδευε αλλού. Τέλος, σαν να συνήλθε, στράφηκε και με
κοίταξε. Φαινόταν έκπληκτη.
- Τι συμβαίνει; ρώτησε έκπληκτη.
Προσπάθησα μάταια να της εξηγήσω τι ένιωθα σχετικά με
την πράξη του Γκάμπριελ.
- Δεν καταλαβαίνω, πρόφερε απλά, γιατί αναστατώθηκες έ­
τσι. Ο ταγματάρχης Γκάμπριελ με δοκίμασε μονάχα αν αντέχω
στον πόνο. Τώρα ξέρει ότι αντέχω.

93
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΤΡΙΤΟ

'ο ίδιο απόγευμα είχαμε ένα τσάι - πάρτυ. Μια ανηψιά


της μίσες Κάρσλέικς ήταν περαστική από το Σαιν'Λου.
Καθώς μου είπε η θεία της, ήταν στο ίδιο σχολείο με
την Ίζαμπελ. Δεν είχα καταφέρει ποτέ να συλλάβω στο μυαλό
μου την εικόνα της ' Ιζαμπελ σαν μαθήτριας, γι' αυτό και συμφώ­
νησα πρόθυμα όταν η Τερέζα πρότεινε να καλέσουμε την ανη­
ψιά, τώρα μίσες Μόρνταντ και την μίσες Κάρσλέικς για τσάι. Κα-
λέσαμε επίσης και την ' Ιζαμπελ να έρθει.
- Θα έρθει και η Ανν Μόρνταντ. Νομίζω πως ήταν στο σχο­
λείο μαζί σου.
- Υπήρχαν τρεις με το όνομα Ανν, αποκρίθηκε σοβαρά. Η
Ανν Τρένσαρντ, η Ανν Λάνγκλεϋ και η Ανν Τόμσον.
Η Ανν Μόρνταντ αποδείχτηκε πως ήταν η Ά ν ν Τόμσον. Ε-
πρόκειτο για μια νεαρή ζωντανή γυναίκα, με μάλλον αντιπαθητι­
κό, αυταρχικό χαρακτήρα. Δεν έχανε την ευκαιρία να επαναλαμ­
βάνει διαρκώς: «Ό πως και να χει το πράγμα, αυτή είναι η δική
μου γνώμη». Ανήκε σε μια από τις οργανώσεις του Λονδίνου και
ο άντρας της ανήκε σε μια άλλη, παράλληλη οργάνωση. Είχαν κι
ένα παιδί που, όμως, φρόντιζαν να μη βρίσκεται μαζί τους, ώστε
να μην εμποδίζει τις πολύτιμες προσφορές της μαμάς στον αγώ­
να.
- Η μητέρα μου πιστεύει πως θα ’ πρεπε να πάρουμε πάλι
κοντά μας τον Τόνυ, τώρα που σταμάτησαν οι βόμβες. Κατά τη
γνώμη μου, όμως, είναι πολύ δύσκολο να βρίσκεσαι σήμερα στο
Λονδίνο μ ’ ένα παιδί. Το διαμέρισμά μας είναι πολύ μικρό και εί­
ναι αδύνατον να πάρουμε γκουβερνάντα. Το παιδί πρέπει φυσικά
να τρώει τα γεύματά του στην ώρα του, αλλά εγώ λείπω διαρκώς.
- Νομίζω, είπα, ότι θα πρέπει να έχετε έντονη πατριωτική
συνείδηση, για να αποκτήσετε ένα παιδί μέσα στα σπουδαία
πράγματα που κάνετε.

94
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

Είδα την Τερέζα που καθόταν πίσω από τον ασημένιο δίσκο
με το τσάι να χαμογελά αινιγματικά. Περιορίστηκε να μου κουνή­
σει ελαφρά το κεφάλι. Η παρατήρησή μου, όμως, δεν ενόχλησε
καθόλου την μίσες Μόρνταντ. Αντίθετα μάλιστα την ευχαρίστη­
σε.
- Είναι δύσκολο ν ' αντέξει κανείς ταυτόχρονα πολλές ευθύ­
νες. Τα παιδιά δημιουργούν ένα μεγάλο πρόβλημα, κυρίως
στους ανθρώπους της δικής μου τάξης. (Και πρόσθεσε, σαν να
το σκέφτηκε την τελευταία στιγμή). Φυσικά, είμαι πολύ αφοσιω-
μένη στον Τόνυ.
Κατόπιν στράφηκε στην ' Ιζαμπελ και βάλθηκαν να συζητούν
για τις παλιές, σχολικές αναμνήσεις. Έμοιαζε με συζήτηση ό­
που ο ένας από τους δυο, δεν ήξερε τι έπρεπε να πει. Η Ανν
Μόρνταντ χρειάστηκε να τη βοηθήσει πολλές φορές.
Η μίσες Κάρσλέικς στράφηκε στην Τερέζα.
- Λυπάμαι ειλικρινά που άργησε ο Ντικ. Δεν μπορώ να κατα­
λάβω γιατί. Θα ' πρεπε να βρίσκεται στο σπίτι από τις τεσσερεσή-
μισυ.
- Νομίζω πως είναι μαζί με τον ταγματάρχη Γκάμπριελ, πρό-
φερε ήρεμα η ’ Ιζαμπελ. Πέρασαν μαζί από τη βεράντα πριν ένα
τέταρτο περίπου.
Απόμεινα κατάπληκτος. Δεν είχα ακούσει κανένα να περνά.
Η ’ Ιζαμπελ καθόταν με την πλάτη στραμμένη στο παράθυρο και
δεν μπορούσε να παρακολουθεί τη βεράντα. Την κοιτούσα διαρ­
κώς και θα ήταν αδύνατον να έστρεψε κρυφά το κεφάλι της πί­
σω. Φυσικά η ακοή της ήταν εξαιρετικά λεπτή, το ήξερα. Πώς, ό­
μως, είχε αναγνωρίσει το βάδισμα του Γκάμπριελ;
- ' Ιζαμπελ, σε παρακαλώ, πρότεινε η Τερέζα, -όχι, καθείστε
μίσες Κάρσλέικς- θα σε πείραζε να πας δίπλα, να τους ρωτή­
σεις αν θα θελαν να πιουν το τσάι μαζί μας;
Είδαμε όλη την ψηλή, αέρινη φιγούρα της να εξαφανίζεται
πίσω από την πόρτα.
- Δεν έχει αλλάξει καθόλου, πρόφερε η μίσες Μόρνταντ.
Έμεινε ακριβώς η ίδια. Πάντοτε ήταν παράξενη. Περπατούσε
σα μέσα σε όνειρο. Αναρωτιόμαστε μάλιστα που το έκρυβε τέ­
τοιο μυαλό.
- Μυαλό; είπα απότομα.
Στράφηκε προς το μέρος μου.

95
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

- Μα, ναι, δεν το ξέρατε; Είναι φοβερά έξυπνη. Η μίσες


Κάρτις, η διευθύντρια, έχασε κυριολεκτικά το μυαλό της από τη
στενοχώρια, όταν η ' Ιζαμπελ αρνήθηκε να συνεχίσει στο Σόμερ-
βιλ. Γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο, σε ηλικία μόλις δεκαπέντε ε­
τών και πέτυχε αρκετές διακρίσεις.
Μέχρι σήμερα πίστευα την ' Ιζαμπελ Τσάρτερις σαν ένα πλά­
σμα γεννημένο για πολυτέλεια και γαλήνη. Ποτέ δεν φαντάσθη-
κα πως θα ήταν και προικισμένη με δυνατό μυαλό. Εξακολουθού­
σα να κοιτάζω την Ανν Μόρνταντ σαν να μη πίστευα στα λόγια
της.
- Ποιες ήταν οι κυριώτερες επιδόσεις της; ρώτησα.
- Ω, αστρονομία και μαθηματικά.Στα μαθηματικά ήταν φοβε­
ρή, καθώς επίσης και στα Γαλλικά και Λατινικά. Μπορούσε ν ' α­
ποστηθίσει οτιδήποτε έπεφτε στα χέρια της. Η ίδια, όμως, δεν
φαινόταν να δίνει καμιά ιδιαίτερη σημασία σ' αυτό το ταλέντο.
Αυτό πονούσε, κυρίως, την ψυχή της μίσες Κάρτις. Το μόνο που
έδειχνε να επιθυμεί πραγματικά, ήταν να ξαναγυρίσει να κλει­
στεί σ' αυτό το φοβερό, πληκτικό Κάστρο.
Εκείνη τη στιγμή γύρισε η Ιζαμπελ με τον κάπταιν Κάρ-
σλέικς και τον Γκάμπριελ. Το τσάι εξακολούθησε χωρίς να πού­
με τίποτε άλλο γύρω από αυτό το θέμα.
- Αυτό που μου φαίνεται παράξενο, Τερέζα, έλεγα αργότε­
ρα το ίδιο απόγευμα στη νύφη μου, είναι ότι αδύνατον να κατα­
λάβεις ποτέ τι άνθρωπος είναι ακριβώς ένα συγκεκριμένο πρό­
σωπο που γνωρ'ίζεις. Πάρε την 'Ιζαμπελ Τσάρτερις. Αυτή η
Μόρνταντ την περιέγραψε σαν ευφυΐα. Εγώ τη θεωρούσα πάντα
λίγο περιωρισμένης αντιλήψεως. Από την άλλη πίστευα ότι, ένα
από τα κυριώτερα χαρακτηριστικά της, ήταν η τιμιότητα. Η μίσες
Κάρσλέικς την αποκάλεσε, όμως, ύπουλη. Ύπουλη! Παράξενη
λέξη. Ο Τζων Γκάμπριελ λέει που είναι φαντασμένη και αυτάρε­
σκη. Εσύ... δεν ξέρω τι σκέφτεσαι εσύ σχετικά, γιατί σπάνια εκ­
φράζεις μια προσωπική σου γνώμη για τους άλλους. ’ Ομως, πες
μου, ποια μπορεί να είναι η αλήθεια για ένα άτομο, που παρου­
σιάζεται διαφορετικό από τον ένα άνθρωπο στον άλλο;
Ο Ρόμπερτ που έπαιρνε σπάνια μέρος στις συζητήσεις μας,
κουνήθηκε στην πολυθρόνα του νωχελικά και είπε κάπως απρό­
σμενα:
- Μα, αυτό που ρωτάς, δεν είναι ακριβώς και η απάντηση; Οι

96
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

άνθρωποι παρουσιάζονται διαφορετικοί από τον έναν στον άλλο.


Τίποτα περισσότερο. Πάρε, λόγου χάρη, τα δέντρα ή τη θάλασ­
σα. Δυο ζωγράφοι θα απέδιδαν τελείως διαφορετικά το λιμάνι
του Σαιν Αου.
- Θέλεις να πεις ότι ο ένας θα το ζωγράφιζε νατουραλιστικά
και ο άλλος συμβολικά;
Ο Ρόμπερτ έγνεψε αρνητικά, βαρυεστημένος. Δεν του άρε­
σε ποτέ να μιλά για ζωγραφική.Δυσκολευόταν να βρει τις κατάλ­
ληλες λέξεις για να εκφράσει αυτό που εννοούσε.
- ' Οχι, αποκρίθηκε.Απλώς το βλέπουν με διαφορετικό μάτι.
' Ισως... δεν ξέρω... ίσως το πιο σημαντικό στοιχείο για τον έναν
να μην είναι το ίδιο και για τον άλλον.
- Πιστεύεις ότι το ίδιο συμβαίνει και στους ανθρώπους; Μα,
δεν είναι δυνατόν, νομίζω, να συγκεντρώνει επάνω του το ίδιο
πρόσωπο, δυο ιδιότητες εκ διαμέτρου αντίθετες! Ευφυΐα, ας
πούμε, και περιωρισμένη αντίληψη.
- Νομίζω ότι εκεί κάνεις λάθος, Ούγκο, μπήκε στη συζήτηση
και η νύφη μου.
- Μα... Τερέζα.
Χαμογέλασε. Μίλησε αργά και ήρεμα.
- Μπορείς να έχεις μια ιδιότητα και να μη την χρησιμοποιείς.
' Ισως επειδή αυτό σου προκαλεί λιγότερο κόπο. Το θέμα είναι,
Ούγκο, ότι όλοι εμείς έχουμε απομακρυνθεί τόσο από την απλό­
τητα ώστε, όταν τη συναντάμε, δεν την καταλαβαίνουμε. Το να
νιώθεις κάτι, είναι λιγότερο κουραστικό, από το να σκέφτε-
σαι.Αυτό, όμως, δεν ισχύει στην πολιτισμένη, περίπλοκη εποχή
που ζούμε. Αν αναρωτηθείς π. χ. τι είναι τώρα, πρωί, μεσημέρι,
απόγευμα, θα το βρεις χωρίς να χρειαστεί να σκεφτείς κι ούτε
θα χρειαστείς τα μέσα του σύγχρονου πολιτισμού -χρονόμετρα,
ηλιακά ωρολόγια, ή ρολόι χειρός. Αν, όμως, θελήσεις, για να το
αποκαλύψεις, να έχεις δραστηριότητα, θα πρέπει να ταξιδεύεις
αλλάζοντας συνεχώς τρένα στην προσπάθειά σου να είςαι ακρι­
βής στα ραντεβού σου. Εκεί, σου είναι απαραίτητη η σκέψη και η
ακρίβεια. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στην καθημερινή ζωή. Αι­
σθάνεσαι ευτυχία, θυμώνεις, αντιπαθείς ή συμπαθείς κάποιον,
λυπάσαι. Οι άνθρωποι σαν εμάς τους δυο, Ούγκο -ό χι τόσο ο Ρό­
μπερτ- εξετάζουν συνεχώς τι αισθάνονται, το αναλύουν, το
συλλογίζονται. Προσπαθούν πάντα να βρουν την αιτία. Αισθάνο­

97
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΓΤΙ

μαι ευτυχισμένος γι' αυτό και γι' αυτό το λόγο... Λυπάμαι επει­
δή συνέβη αυτό το κακό... Πολλοί, συχνά, δίνουν στους εαυτούς
τους ψεύτικες εξηγήσεις που εκείνος τις δέχεται πρόθυμα. Η
' Ιζαμπελ, όμως, δεν εξετάζει, δεν αναρωτιέται ποτέ το γιατί. Για
τον απλούστατο λόγο, ότι δεν την ενδιαφέρει. Αν της ζητούσες
να σκεφτεί, να σου πει το γιατί αισθάνεται έτσι ή αλλιώς, πιστεύω
ότι θα το έκανε με ακρίβεια και η απάντησή της θα ήταν απόλυτα
σωστή. Μοιάζει με κάποιον που έχει ένα πανάκριβο ρολόι πάνω
στο.τζάκι του, αλλά δεν το συμβουλεύεται ποτέ, γιατί δεν τον
ενδιαφέρει τι ώρα είναι. Στο σχολείο, όμως, της ζήτησαν να χρη­
σιμοποιήσει την ευφυΐα της κι εκείνη το έκανε χωρίς αντιρρή1-
σεις. Δεν χρησιμοποίησε, ωστόσο, καθόλου το θεωρητικό μέρος
του μυαλού της. Ήταν καλή στα Μαθηματικά, στις ξένες γλώσ­
σες, στην αστρονομία.Τίποτα που να χρειάζεται φαντασία. ’ Ολοι
μας χρησιμοποιούμε τη φαντασία σαν ένα μέσον για να ξεφύ-
γουμε από τις καθημερινές πιέσεις. Η ' Ιζαμπελ δεν έχει ανάγκη
να ξεφύγει. Μπορεί να ζει αρμονικά με τον εαυτό της.
Και συνέχισε:
- Πλάσματά όμοια μ' αυτήν, ζούσαν στους μεσαιωνικούς
χρόνους, ακόμα και στους Ελισαβετιανούς. Διάβασα κάποτε ότι
ένας μεγάλος άντρας εκείνης της εποχής, απέκτησε τη δύναμή
του χάρη στο ότι ήταν απλώς πλούσιος και δυνατός. Δεν διέθετε
ίχνος από την ευφυΐα και την ανωτερότητα που ζητάμε σήμερα.
- Θέλεις να πεις, παρατήρησα, ότι οι άνθρωποι ήταν ευθείς
και φυσικοί στην αντιμετώπιση της καθημερινής τους ζωής, χω­
ρίς να έχουν μεγάλες απαιτήσεις;
- Ακριβώς. Ο Άμλετ, με τους ρεμβασμούς του: «Να ζει κα­
νείς ή να μη ζεί», αποτελούσε μια φιγούρα τελείως ξένη για την
εποχή του. Οι σύγχρονοι του Σαίξπηρ κριτικοί, ήταν αδύνατο να
κατανοήσουν τη συμπεριφορά του ήρωά του. Ένας, μάλιστα, έ­
γραφε στην εφημερίδα του τότε, ότι: «Του ήταν αδύνατο να κα­
ταλάβει γιατί ο ' Αμλετ δεν σκότωσε το βασιλιά από την πρώτη
πράξη. Η μόνη δικαιολογία γι' αυτό, ήταν ότι αν είχε συμβεί κάτι
τέτοιο, δεν θα γραφόταν το έργο». Βλέπεις τους ήταν ακατανό­
ητο ότι ο Σαίξπηρ έγραψε ένα έργο, βασισμένο στον ανθρώπινο
χαρακτήρα. Σήμερα, ωστόσο, όλοι είμαστε από λίγο ’ Αμλετ και
Μάκβεθ. Αναρωτιόμαστε διαρκώς: Να ζει κανείς ή να μη ζει; Α­
ναλύουμε τη ζωή μας, σαν να πρόκειται για χημική ένωση. Είναι ο

98
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

Φόρτεμπρας*,εκείνος που δεν θα μπορούσε να γίνει κατανοητός


στην εποχή μας. Έτσι απλός, πράος, χωρίς ερωτηματικά. Πόσοι
τέτοιοι χαρακτήρες υπάρχουν σήμερα; Ελάχιστοι, νομίζω.
- Πιστεύεις ότι η ’ Ιζαμπελ είναι ένας θηλυκός Φόρτεμπρας;
ρώτησα χαμογελώντας.
Χαμογέλασε και η Τερέζα.
- ' Οχι, απόλυτα. ’ Εχει, όμως, την ίδια φυσικότητα και ανεμε­
λιά μ' εκείνον. Δεν θα αναρωτιόταν ποτέ: «Γιατί είμαι έτσι; Γιατί
αισθάνομαι έτσι;» Της φτάνει να ξέρει ποια είναι και τι αισθάνε­
ται.
Σώπασε για λίγο και πρόσθεσε αργά:
- Νομίζω ότι τελικά, θα κάνει αυτό που την τραβά.
- Θέλεις να πεις ότι δεν είναι μοιρολάτρις;
- 'Οχι.Αλλά πιστεύω πως γι' αυτήν υπάρχει μονάχα ένας
δρόμος μπροστά της. Δεν θα σκεφτεί ποτέ να διαλέξει κάποιον
άλλον. Θα συνεχίσει. Δεν υπάρχει οπισθοχώρηση για την ' Ιζα-
μπελ.
- Αναρωτιέμαι αν υπάρχει για τον καθένα από μας!
Η φωνή μου ήταν γεμάτη πίκρα.
- ' Ισως, όχι, πρόφερε ήρεμα η Τερέζα. Πάντοτε όμως υπάρ­
χει μια υπεκφυγή.
- Τι ακριβώς θέλεις να πεις;
- Νομίζω ότι... υπάρχει πάντα μια δυνατότητα να ξεφύγει κα­
νείς... Συχνά δεν την καταλαβαίνει παρά μόνον όταν είναι πολύ
αργά... όταν στρέφει το βλέμμα του πίσω... αλλά, χωρίς ελπίδα...
Απόμεινα για λίγο σιωπηλός και να σκέφτομαι. Οι αναμνήσεις
ξαναγύρισαν στο μυαλό μου. Είχα μόλις φτάσει στο διαμέρισμα
του Κάρο Στρέιντζγουαίη για το κοκταίηλ. Στεκόμουν στην εξώ­
πορτα, διστάζοντας για μια στιγμή να προχωρήσω ανάμεσα στα
χαμηλά φώτα και τους καπνούς. Τότε, στην άλλη άκρη του δωμα­
τίου, είδα την Τζένιφερ. Εκείνη δεν με είδε, γιατί συζητούσε με
κάποιον, με το συνηθισμένο της ζωηρό τρόπο. ' Ενιωσα να γεν-

* Φ όρτεμπρας, βασ ιλόπουλο της Ν ορβηγίας, ήρω ας του Σαίξπηρ


στον « Ά μ λ ε τ » , από τα βασικά πρόσω πα της τραγωδίας, καθώς είναι
αυτός, που μετά τη μονομαχία με τον Λαέρτη, δίνει την τελευτα ία δ ια ­
ταγή για την μεταφ ορά του νεκρ ού Ά μ λ ε τ , (Σ.τ.Ε).

99
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

νιώνται ταυτόχρονα στην ψυχή μου δυο διαφορετικά συναισθή­


ματα. Του θριάμβου πρώτα. ' Ηξερα ότι θα ξαναβλεπόμαστε και
να που η προφητεία μου αποδείχτηκε αληθινή. Εκείνη η συνά­
ντηση στο τρένο δεν ήταν ολότελα τυχαία. Ωστόσο, παρά την έ ­
ντονη χαρά, κάτι μέσα μου μ - έσπρωχνε να φύγω από το πάρτυ...
Μου ψιθύριζε πως ήταν καλύτερα να κρατήσω τη συνάντηση στο
τρένο σαν ένα τυχαίο γεγονός που δεν θα ξεχνούσα ποτέ. Μια
φωνή στ' αυτί μου μουρμούριζε: «Η συνάντηση εκείνη ήταν ό­
μορφη και για τους δυο σας. Κράτησέ την μοναδική. Φύγε».
Αν η Τερέζα είχε δίκιο, εκείνη ήταν η δική μου ευκαιρία να
ξεφύγω. Δεν την άκουσα, όμως. Συνέχισα. Και συνέχισε και η
Τζένιφερ. Τα υπόλοιπα είχαν συμβεί σαν επακόλουθο αυτής της
καινούργιας συνάντησης. Η αγάπη μας, το φορτηγό στην Χάρρο-
ου Στρητ, η αναπηρική πολυθρόνα, το Πόλνορθ Χάους...
Ξαναγύρισα απότομα στην πραγματικότητα. Στο μυαλό μου
ήρθε ξανά η Ίζαμπελ και επιχείρησα να δώσω την τελική μάχη
για την υποστήριξή της.
- Ό χ ι όμως ύπουλη, Τερέζα! Τέτοιος απαίσιος χαρακτηρι­
σμός! Ό χ ι ύπουλη!
- Εξαρτάται, πρόφερε απλά η νύφη μου.
- Η Ιζαμπελ! Ύπουλη;
- ’ Οχι ακριβώς ύπουλη, αλλά μήπως η πονηριά δεν είναι ο α­
πλούστερος τρόπος για να υπερασπιστεί κανείς τον εαυτό του;
Είναι από τα πιο πρωτόγονα και φυσικά χαρακτηριστικά. Τη χρησι­
μοποιούν τα ζώα, τα πουλιά, η ίδια η φύση. Είναι το μόνο σου ό­
πλο, όταν αισθάνεται αβοήθητος με την πλάτη κολλημένη στον
τοίχο.
Πήγε προς την πόρτα. Ο Ρόμπερτ είχε ήδη πάει να
πλαγιάσει. Με το χέρι της στο πόμολο, στράφηκε και με κοίταξε.
- Νομίζω ότι μπορείς τώρα να πετάξεις εκείνες τις ταμπλέτ-
τες. Δεν τις χρειάζεσαι πια.'
- Τερέζα! φώναξα σχεδόν. Ώ στε το ήξερες;
- Μα, φυσικά και το ήξερα.
- Τότε... σταμάτησα. Τι σε κάνει να πιστεύεις ότι δεν θα τις
χρειαστώ πια;
- Απάντησε εσύ καλύτερα, πρότεινε. Θα τις χρειαστείς;
- Οχι, αποκρίθηκα αργά. Εχεις δίκιο. Θα τις πετάξω αύριο.
- Χαίρομαι, πρόφερε απλά. Φοβήθηκα τόσες φορές...

100
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

Την κοίταξα με περιέργεια.


- Γιατί δεν προσπάθησες να μου τις πάρεις ποτέ;
Δεν απάντησε αμέσως. Τέλος, είπε:
- Αποτελούσαν μια ασφάλεια για σένα, δεν είναι έτσι; Σ ' έ ­
καναν να αισθάνεσαι σιγουριά στη σκέψη ότι οποιαδήποτε στιγμή
ήθελες, μπορούσες να τις χρησιμοποιήσεις.
- Ναι, παραδέχτηκα. Έτσι είναι.
- Τότε γιατί είσαι τόσο ανόητος, ώστε να με ρωτάς γιατί δεν
στις πήρα;
Γέλασα.
- Αύριο θα τις πετάξω στα σκουπίδια. Στο υπόσχομαι.
- Ώ στε, άρχισες επιτέλους να ζεις ξανά. Να θέλεις να ζή-
σεις.
- Πράγματι, ομολόγησα. Υποθέτω πως έτσι είναι και δεν
μπορώ να καταλάβω το γιατί. Είναι όμως αλήθεια. Με ενδιαφέρει
να ξυπνήσω αύριο το πρωί.
- Το βλέπω. Αναρωτιέμαι ποιος είναι ο υπεύθυνος γι’ αυτό.
Η ζωή στο Σαιν Αου; Η Ίζαμπελ Τσάρτερις; Ή ο Γκάμπριελ;
- Σίγουρα δεν είναι ο τελευταίος.
- Δε συμμερίζομαι τη σιγουριά σου. Υπάρχει κάτι μέσα σ'
αυτόν τον άνθρωπο...
- Οπωσδήποτε έχει αρκετό σεξ απήλ, είπα. Είναι, όμως, από
τους τύπους που αντιπαθώ, δεν ανέχομαι την ψυχρή κερδοσκο­
πία. Είμαι βέβαιος ότι αυτός ο άνθρωπος θα πουλούσε και τη για­
γιά του ακόμα, αν μπορούσε να βγάλει κάποιο κέρδος.
- Πράγματι, έτσι είναι.
- Δεν θα τον εμπιστευόμουν ποτέ.
- Ναι, δεν είναι ιδιαίτερα αξιόπιστος.
- Κομπάζει, εξακολούθησα. Μοιάζει με κυνηγετικό σκυλί.
Μυρίζεται διαρκώς τον εαυτό του και τους άλλους. Πιστεύεις ει-
λικρινά ότι θα μπορούσε ποτέ αυτός ο άνθρωπος να κάνει έστω
και μια πράξη, χωρίς να την έχει προηγουμένως μελετήσει ιδιαί­
τερα;
- Ίσως, αποκρίθηκε σκΕ,φτικά η Τερέζα. Νομίζω, όμως,
πως... αν συνέβαινε κάτι τέτοιο... θα σήμαινε και το τέλος της α­
νόδου του.
Θυμήθηκα πολλές φορές την παρατήρηση της Τερέζας τις
μέρες που ακολούθησαν.

101
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

πόμενη τοπική εκδήλωση ήταν το ουίστ. Το διοργάνω-


ψ ¥ νε ο Σύλλογος Γυναικών του Συντηρητικού Κόμματος.
Τέτοιου είδους εκδηλώσεις, γίνονταν πάντα στο Λόνγκ
Μπορν του Πόλνορθ Χάουσ. Νομίζω ότι το Λονγκ Μπορν είχε
κάτι το εξαιρετικό. Ενθουσιώδεις αντικαίρ είχαν έρθει κατά και­
ρούς από το Λονδίνο, το φωτογράφισαν, το εξέτασαν κι έγρα­
ψαν σχετικά για το Σαιν Λου, που θεωρείτο ένας από τους μεγα­
λύτερους θησαυρούς του και οι ιδιοκτήτες του ήταν πολύ υπε­
ρήφανοι.
Τις επόμενες δυο μέρες, ολόκληρο το Πόλνορθ Χάους εδο-
νείτο από έντονη δραστηριότητα. Μέλη του Συλλόγου μπαινό-
βγαιναν φορτωμένες πράγματα, φλυαρώντας διαρκώς. Εγώ είχα
μείνει μακρυά απ' όλον αυτόν τον πυρετό, αλλά η Τερέζα φρό­
ντιζε να με κρατά ενήμερο της καταστάσεως, περιγράφοντάς
μου τις πιο διασκεδαστικές σκηνές. Επειδή ήξερε ότι συμπαθού­
σα την Μίλλυ Μπαρτ, την έφερνε αρκετά συχνά στο σαλόνι που
περνούσα τις ώρες μου κι εκεί δουλεύαμε μαζί, γράφοντας προ­
σκλήσεις, εισιτήρια ή κόβοντας, πάνω σε κατάλληλα χαρτιά, σχέ­
δια για διακοσμήσεις.
Εκείνες τις ώρες, συνήθως, η Μίλλυ μου μιλούσε για τη ζωή
της. Καθώς είχε πει με αρκετή δόση σκληρότητας ο Γκάμπριελ,
στο μόνο που χρησίμευε η ύπαρξή μου ήταν στο να παίζω το ρό­
λο του πρόθυμου ακροατή. Μπορεί να μην ήμουν άξιος για τί-
ποτ' άλλο, γι' αυτό, όμως, ήμουν αρκετά καλός.
Η μίσες Μπαρτ, μου άνοιγε τήν καρδιά της χωρίς φραγμούς,
χωρίς φόβους ότι ίσως θα 'πρεπε να είναι λιγότερο αποκαλυπτι­
κή. Το αγαπημένο της θέμα ήταν ο ταγματάρχης Γκάμπριελ. Τον
θαύμαζε απεριόριστα, μ' ένα τρόπο σχεδόν νοσηρό.
- Αυτό που με σκλαβώνει περισσότερο επάνω του, κάπταιν
Νόρρεϋς, είναι η ευγένειά του.Θέλω να πω, ότι δεν λαμβάνει υ­
πόψη του αν είναι απασχολημένος ή έχει να κάνει κάτι σημαντι­

102
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ t o ΘΑΝΑΤΟ

κό, προκειμένου να σταθεί και να κουβεντιάσει μαζί μου, μ' αυτό


τον ανεπανάληπτο, μοναδικό του τρόπο. Δεν συνάντησα ποτέ
άλλοτε άνθρωπο σαν αυτόν.
- Ίσως να έχετε δίκιο, είπα.
- Παρ' όλη την καταπληκτική πολεμική δράση του, δεν φαί­
νεται καθόλου περήφανος ή υπεροπτικός. Φέρεται και σ ’ εμένα
το ίδιο όμορφα, όσο σ' ένα πρόσωπο σπουδαίο. Είναι καλός με
όλους και θυμάται πάντα να πει τα κατάλληλα λόγια σε όσους έ­
χουν παιδιά που σκοτώθηκαν στον πόλεμο ή βρίσκονται στην
Μπούρμα. Κατορθώνει, ακόμα, και να τους κάνει να ξεχάσουν
τον πόνο τους και να γελάσουν. Δεν μπορώ να καταλάβω πως τα
πετυχαίνει όλα αυτά.
- Θα πρέπει να έχει μελετήσει το «Εάν» του Κίμπλινγκ, πα­
ρατήρησα ψυχρά.
- Πράγματι. Πιστεύω πως ο ταγματάρχης Γκάμπριελ δεν α­
φήνει να πάει χαμένο, ούτε το εξηκοστό δευτερόλεπτο ενός λε­
πτού. Αξιοποιεί την ώρα του όσο κανένας άλλος.
- Ίσως, μουρμούρισα.
- Θα ' θελα τόσο να ήξερα περισσότερο για την πολιτική, εί­
πε με έμφαση η Μίλλυ. Διάβασα προσεκτικά όλα τα φυλλάδια,
αλλά δεν είμαι αρκετά ικανή ώστε να πείθω τους ανθρώπους για
το που να ρίξουν την ψήφο τους. Βλέπετε, δεν μπορώ να δίνω
τις κατάλληλες απαντήσεις στα ερωτήματά τους.
- Νομίζω ότι το μόνο που χρειάζεται να έχει κανείς, είναι
ευχέρεια λόγου, είπα ενθαρρυντικά. Κι άλλωστε, όλη αυτή η ι­
στορία για μένα είναι κάπως ανήθικη.
Στύλωσε τα μάτια της επάνω μου.
- Δεν είναι σωστό να προσπαθεί κανείς να πείσει τους άλ­
λους, για να ρίξουν την ψήφο τους αντίθετα με τις πεποιθήσεις
τους, εξήγησα.
- Ω, καταλαβαίνω, καταλαβαίνω τι εννοείτε. Πιστεύουμε, ό­
μως, ότι οι Συντηρητικοί είναι οι μόνοι που θα βάλουν τέλος στον
πόλεμο και θα ξαναφέρουν την ειρήνη, δεν είναι έτσι;
- Μίσες Μπαρτ, είπα χαμογελώντας, είστε καταπληκτική στο
να διαφημίζετε το Συντηρητικό Κόμμα. Αυτό λέτε όταν βγαίνετε
προς αναζήτηση ψήφων;
Έγινε κατακόκκινη.
- ' Οχι, όπως σας είπα και πριν, δεν ξέρω να μιλώ για τα πολι­

103
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

τικά. Μπορώ, όμως, να περιγράφω τι θαυμάσιος άνθρωπος είναι


ο ταγματάρχης Γκάμπριελ, πόσο σοβαρός και πόσο αληθινά εν-
διαφέρεται για τα προβλήματα όλων μας.
Αυτό, σκέφτηκα, θα ήταν ό,τι καλύτερο θα μπορούσε να ελ­
πίσει ο Γκάμπριελ. Κοίταζα ερευνητικά το σοβαρό πρόσωπό της,
με τα κόκκινα μάγουλα. Τα καστανά της μάτια έλαμπαν.Για μια
στιγμή, αναρωτήθηκα μήπως τα αισθήματά της απέναντι του δεν
περιορίζονταν σε θαυμασμό και εκτίμηση. Σαν να κατάλαβε τη
σκέψη μου, η έκφρασή της συννέφιασε απότομα.
- Ο Τζιμ πιστεύει πως είμαι τελείως ανόητη, πρόφερε σιγα­
νά.
- Αλήθεια; Γιατί;
- Λέει ότι είμαι τόσο κουτή, ώστε δεν θα μπορέσω ποτέ να
καταλάβω από πολιτική. Λέει ακόμα, πως δεν είμαι άξια να προ­
σφέρω καμιά βοήθεια στο Κόμμα και αν επιχειρήσω να αποσπά­
σω ψήφους, θα πετύχω να ψηφιστεί ο αντίπαλος εκείνου που υ­
περασπίζομαι. Κάπταιν Νόρρεϋς, πείτε μου, πιστεύετε πως έχει
δίκιο;
- Ό χι, βέβαια, αποκρίθηκα σταθερά.
Το πρόσωπό της ξαστέρωσε.
- Το ξέρω ότι φέρομαι ανόητα πότε - πότε. Συμβαίνει, όμως,
μόνο όταν είμαι ταραγμένη και ο Τζιμ κατορθώνει πάντα να με
ταράζει. Του αρέσει να με βλέπει αναστατωμένη. Θέλει...

Σταμάτησε. Τα χείλη της έτρεμαν. Ξαφνικά έσπρωξε από


μπροστά της τα χαρτιά και άρχισε να κλαίει με αναφυλλητά.
- Αγαπητή μου μίσες Μπαρτ, είπα αδύναμα.
Τι στην ευχή μπορεί να κάνει ένας άντρας, που βρίσκεται
καρφωμένος πάνω σε μια αναπηρική πολυθρόνα! Δεν μπορούσα
να χαϊδέψω τον ώμο της. Ηταν κάπως μακρυά. Δεν μπορούσα
να βάλω στο χέρι της ένα μαντήλι, δεν μπορούσα, ακόμη, να βρω
μια δικαιολογία για να βγω από το δωμάτιο, όπως «Θα σας φέρω
ένα φλυτζάνι τσάι». ' Οχι. ' Ημουν υποχρεωμένος να φέρω σε
πέρας την αποστολή που ο Γκάμπριελ ήταν αρκετά ειλικρινής ή
αρκετά σκληρός να μου περιγράφει. Είπα, λοιπόν:
- Αγαπητή μου μίσες Μπαρτ... και περίμενα.
- Είμαι τόσο δυστυχισμένη... τόσο φοβερά δυστυχισμένη...
Δεν... δεν θα 'πρεπε να παντρευόμουν τον Τζιμ.

104
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

- Ω, ελάτε τώρα, είπα ανέμελα. Είμαι σίγουρος ότι τα πράγ­


ματα δεν είναι και τόσο άσχημα.
- Ή ταν τόσο εύθυμος και ευχάριστος. Έλεγε έξυπνα α­
στεία και ερχόταν πάντα να δει τα άλογα, αν παρουσίαζαν κάποια
αρρώστεια. Ο μπαμπάς διατηρούσε σχολή ιππασίας, ξέρετε. Ο
Τζιμ ιππεύει θαυμάσια.
- Καταλαβαίνω... καταλαβαίνω.
- Τότε δεν έπινε τόσο πολύ ή τουλάχιστον δεν είχα αντιλη-
φθεί εγώ κάτι τέτοιο. Αν και υποθέτω, πως θα 'πρεπε να το 'χα
καταλάβει γιατί οι γνωστοί μου μου μιλούσαν κάπως παράξενα
γι' αυτόν. ' Ελεγαν, λόγου χάρη, ότι σηκώνει υπερβολικά τους ώ­
μους του! Εγώ, όμως, κάπταιν Νόρρεϋς, δεν τους πίστευα. Ί ­
σως θα 'πρεπε, δεν νομίζετε;
- Ίσως.
- Πίστευα, βλέπετε, πως θα ξεχνούσε όλα αυτά όταν πα­
ντρευόμαστε. Είμαι σίγουρη ότι δεν έπινε καθόλου το διάστημα
που είμαστε αρραβωνιασμένοι. Είμαι απόλυτα σίγουρη γι' αυτό.
- Υποθέτω πως έτσι είναι. Ένας άντρας μπορεί να υποστεί
ορισμένες θυσίες, προκειμένου να αποκτήσει αυτό που επιθυ­
μεί.
- Μου έλεγαν επίσης ότι ήταν σκληρός, αλλά δεν τους πί­
στευα. Μαζί μου ήταν τόσο γλυκός. Αν και κάποτε τον είδα με τα
μάτια μου να τιμωρεί ένα άλογο... είχε χάσει τον έλεγχό του...
(Ανατρίχιασε μισοκλείνοντας τα μάτια της). Ένιωσα... για μια -
δυο στιγμές... ένιωσα εντελώς διαφορετικά. Δεν θα παντρευ­
τείς ποτέ αυτόν τον άντρα, είπα στον εαυτό μου.' Ηταν περίερ­
γο, ξέρετε, ένιωσα ξαφνικά σαν να ήταν ξένος και όχι ο δικός
μου ο Τζιμ. Θα ήταν αστείο να τα διέλυα όλα τότε, δεν βρίσκετε;
Αστείο, δεν ήταν ακριβώς που εννοούσε, αλλά εγώ συμφώ­
νησα πως πράγματι θα ήταν, καθώς και άολύ τυχερό.
- Γρήγορα, όμως, πέρασαν όλα, συνέχισε η Μίλλυ. Ο Τζιμ
μου εξήγησε ότι όλοι οι άνθρωποι χάνουν την ψυχραιμία τους
πότε - πότε. Συμφώνησα μαζί του. Το περιστατικό έπαψε να μου
φαίνεται σπουδαίο. Βλέπετε, ήμουν σίγουρη ότι εγώ θα τον έκα­
να τόσο ευτυχισμένο, ώστε δεν θα χρειαζόταν ποτέ να πιει ή να
χάσει την ψυχραιμία του. ΓΓ αυτό ήθελα τόσο πολύ να τον πα­
ντρευτώ. Για να τον κάνω ευτυχισμένο.
- Το να κάνεις τον άλλο ευτυχισμένο, δεν είναι ο πραγματι­

105
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

κός σκοπός του γάμου; παρατήρησα.


Με κοίταξε ερωτηματικά.
- Μα... δεν είναι φυσικό, όταν αγαπάς κάποιον, το πρώτο
πράγμα που σκέφτεσαι είναι η ευτυχία του;
- Πρόκειται για μια από τις πιο απατηλές μορφές της αυτοε-
πιεϊκειας, είπα, και από τις πιο διαδεδομένες. ' Ισως να έχει προ-
καλέσει στους γάμους την περισσότερη δυστυχία από κάθε άλλη
αιτία.
Εξακολουθούσε να με κοιτά με απορία. Της απάγγειλα δυο
στίχους από κάποιο πικρό ποίημα της Έμιλυ Μπροντέ.
Ξέρω χιλιάδες τρόπους ν ' αγαπώ,
- μα, σε καλό μου
Ό λοι τους κάνουν δυστυχή
- τον λατρευτό μου.
- Ω, είναι φοβερό, διαμαρτυρήθηκε.
- Το να αγαπάς κάποιον σημαίνει, συνήθως, ν ' ακουμπάς
πάνω του ένα δυσβάσταχτο φορτίο.
- Ω, λέτε παράξενα πράγματα, κάπταιν Νόρρεϋς.
Έκανε κάποια προσπάθεια να χαμογελάσει.
- Μη δίνετε σημασία σ ' αυτά που λέω, τη συμβούλεψα. Οι α­
πόψεις μου δεν είναι ορθόδοξες, αλλά μόνο το αποτέλεσμα
μιας πικρής εμπειρίας.
- Ω, είστε και σεις δυστυχισμένος; Μήπως...
Η έντονη συμπάθεια που ζωγραφίστηκε αμέσως στα μάτια
της μ ' έκανε να μετανιώσω για όσα είπα. Ξαναγύρισα βιαστικά τη
συζήτηση στον Τζιμ Μπαρτ. ’ Ηταν μεγάλη ατυχία για την Μίλλυ,
σκεφτόμουν, που ήταν τόσο ευαίσθητη και τρυφερή, να πα­
ντρευτεί έναν άντρα σαν κι αυτόν. Απ' ό,τι είχε κατά καιρούς
φτάσει στ' αυτιά μου, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο
για έναν άντρα που αγαπούσε το πιοτό, τα άλογα και τις γυναί­
κες. Μια Ιρλανδέζα με φλογερό ταπεραμέντο θα ήταν η πιο κα­
τάλληλη γυναίκα γι' αυτόν. Τα σαδιστικά του ένστικτα ικανο­
ποιούντο πλήρως με το φόβο που προκαλούσε στη γυναίκα του,
τα δάκρυα και τους αναστεναγμούς της. Το κακό ήταν ότι η Μίλ­
λυ Μπαρτ θα μπορούσε να γίνει ή, έτσι τουλάχιστον πίστευα, μια
πολύ καλή σύζυγος για κάποιον άλλο άντρα. Θα τον άκουγε προ­
σεχτικά, θα συζητούσε μαζί του και δεν θα του δημιουργούσε

106
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

προβλήματα. Θα ήταν μια ευγενική, διακριτική και τρυφερή σύ­


ζυγος. ^
Θα αποτελούσε το πιο κατάλληλο πρόσωπο για σύντροφο του
Τζων Γκάμπριελ, συλλογίστηκα ξαφνικά. Ίσως δεν του ενίσχυε
αρκετά τις φιλοδοξίες του -είχε άραγε φιλοδοξίες; αμφέβαλα
πολύ γι' αυτό- θα τον παρηγορούσε, όμως, όποτε αισθανόταν
αυτό το έντονο συναίσθημα κατωτερότητας που τον τυραννού-
σε.

Ο Τζέιμς Μπαρτ ήταν φανερό πως ηδονιζόταν να ειρωνεύε­


ται τη σύζυγό του αποκαλώντας την κουτή κι ανόητη. Ταυτόχρο­
να, όμως, αντιμετώπιζε με βιαιότητα κάθε εκδήλωση φιλική ενός
άλλου άντρα προς αυτήν.
- Δεν θα το πιστέψετε, κάπταιν Νόρρεϋς, αλλά είπε φοβερά
πράγματα εναντίον του ταγματάρχη Γκάμπριελ. Μόνο και μόνο
επειδή ο ταγματάρχης με κάλεσε να πιούμε μαζί τον πρωινό κα­
φέ στο Τζίντζερ Κοτ, την περασμένη εβδομάδα. ' Ηταν τόσο κα­
λός, ο μίστερ Γκάμπριελ εννοώ, όχι ο Τζιμ. Καθήσαμε αρκετή
ώρα μαζί, αν και ήξερα ότι ο χρόνος του ήταν πολύτιμος. Πέρα­
σα τόσο όμορφα. Με ρωτούσε για τον μπαμπά, τα άλογα και πως
ήταν το Σαιν Λου όταν εγώ ήμουν μικρή. Δεν θα μπορούσε να
μου φερθεί καλύτερα! Κι ύστερα... ύστερα... αναγκάστηκα να υ-
ποστώ όλα αυτά τα απαίσια πράγματα που έλεγε ο Τζιμ, και έναν
από τους χειρότερους θυμούς του... Με άρπαξε από το μπράτσο
κι εγώ έτρεξα τρομαγμένη και κλειδώθηκα στο δωμάτιό μου. Φο­
ρές - φορές φοβάμαι υπερβολικά τον Τζιμ... Ω, κάπταιν Νόρ­
ρεϋς, είμαι τόσο δυστυχισμένη. Μακάρι να ήμουν νεκρή.
- Μη μιλάτε έτσι, μίσες Μπαρτ. Δεν πρέπει.
- Ω, ναι, ναι, σας λέω την αλήθεια. Σε τι μπορώ να ελπίσω
εγώ τώρα πιά... Θα συνεχίσω να ζω μια κατάσταση που θα χειρο-
τερέύει μέρα με την ημέρα... Ο Τζιμ έχει χάσει πολλή από την
πελατεία του, επειδή πίνει. Αυτό τον κάνει ακόμα χειρότερο.
Τον φοβάμαι... ειλικρινά τον φοβάμαι...
Την παρηγόρησα όσο καλύτερα μπορούσα. Δεν πίστευα, βέ­
βαια, ότι τα πράγματα ήταν τόσο φοβερά όσο τα έβλεπε η ίδια,
συμφωνούσα, όμως, πως θα πρέπει να ήταν πολύ δυστυχισμένη.
Είπα στην Τερέζα ότι η μίσες Μπαρτ ζούσε μια πολύ δυστυχι­
σμένη ζωή, αλλά εκείνη δεν έδειξε να ενδιαφέρεται.

107
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

- Δεν θέλεις να μάθεις την ιστορία της; ρώτησα επιπληκτι-


κά.
- ' Οχι, ιδιαίτερα. Οι δυστυχισμένες γυναίκες μοιάζουν τόσο
μεταξύ τους, ώστε οι ιστορίες τους έχουν καταντήσει μονότο­
νες.
- Στ' αλήθεια, Τερέζα, μερικές φορές γίνεσαι απάνθρωπη.
- Παραδέχομαι πως η συμπόνοια προς τον πλησίον, δεν εί­
ναι το βασικότερο χαρακτηριστικό μου.
- Φοβάμαι ότι η καημένη η κοπέλα είναι ερωτευμένη με τον
Γκάμπριελ.
- Εγώ είμαι σίγουρη γι’ αυτό, πρόφερε ξερά.
- Και εξακολουθείς να μην τη λυπάσαι;
- Δεν υπάρχει λόγος να τη λυπηθώ γι' αυτό. Φαντάζομαι
πως, το να ερωτευτείς τον ταγματάρχη, δεν είναι και τόσο δυσά­
ρεστη εμπειρία.
- Τερέζα! Ελπίζω να μην είσαι και συ ερωτευμένη μαζί του!
Με βεβαίωσε πως όχι.Ευτυχώς, πρόσθεσε. Την κατηγόρησα
πως μιλούσε παράλογα. Μόλις πριν λίγο είχε παραδεχτεί πως μια
τέτοια εμπειρία θα ήταν σχεδόν ευχάριστη για κάθε γυναίκα.
- Ναι, αλλά όχι και για μένα. Γιατί δεν μου αρέσει καθόλου,
ξέρεις, να αισθάνομαι ταραχή και συγκίνηση.
- Ναι, συμφώνησα. Νομίζω πως έχεις δίκιο. Αλλά γιατί; Μου
είναι αδύνατον να καταλάβω.
- Κι εμένα να σου εξηγήσω.
- Προσπάθησε, την παρότρυνα.
- Καλέ μου Ούγκο, πόσο σ ’ αρέσει να προβληματίζεσαι. Υ­
ποθέτω πως αυτό συμβαίνει επειδή συνηθίζω να αντιμετωπίζω
τη ζωή με μεγάλη δόση ψυχρότητας. Δεν μπορώ να υποφέρω τη
σκέψη, ότι το μυαλό και η θέλησή μου, θα κατευθύνεται από τα
αισθήματά μου. Επιμένω να ελέγχω τις πράξεις μου και σε μεγά­
λο βαθμό και τις σκέψεις μου κι όχι να με ελέγχουν αυτές.
- Πιστεύεις ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να συμβεί τίποτα
σοβαρό ανάμεσα στον Γκάμπριελ και την μίσες Μπαρτ; ρώτησα.
- Κυκλοφορούν κάποια σχόλια. Ο Κάρσλέικς φαίνεται πολύ
στενοχωρημένος γι' αυτά και η γυναίκα του επιμένει πως τα
κουτσομπολιά έχουν πάντα κάποια βάση.
- Αυτή η γυναίκα είναι φοβερή!
- ' Εχεις δίκιο, αλλά κατά κάποιον τρόπο αντιπροσωπεύει την

108
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

κοινή γνώμη. Τις θηλυκές κακές γλώσσες του Σαιν Λου. Απ' ότι
κατάλαβα η γλώσσα του Μπαρτ λέει πολλά όταν είναι πιωμένος,
πράγμα που συμβαίνει πολύ συχνά. Φυσικά, θα πρέπει να είναι
ζηλότυπος σύζυγος, οπότε τα περισσότερα θα είναι υπερβολές,
αλλά δεν παύει να δίνει λαβές για σχόλια.
- Ο Γκάμπριελ θα πρέπει να γίνει πιο προσεχτικός, είπα.
- Δεν νομίζω πως είναι του χαρακτήρα του ν ’ αλλάζει από­
τομα στάση, παρατήρησε σκεφτική η Τερέζα.
- Νομίζεις πως ενδιαφέρεται γ ι’ αυτή τη γυναίκα;
Σκέφτηκε λίγο πριν απαντήσει.
- Νομίζω πως τη λυπάται. Είναι ένας άνθρωπος που παρασύ-
ρεται εύκολα από τον οίκτο.
- Πιστεύεις πως είναι αδύνατον να τη συμβουλέψει να εγκα-
ταλείψει το σύζυγό της; Αυτή θα ήταν η καταστροφή του.
- Θα ήταν;
- Μα, αγαπητή μου Τερέζα, θα στρεφόταν όλος ο κόσμος ε ­
ναντίον του.
- Το ξέρω.
- Δεν θα ήταν, λοιπόν, μοιραίο;
- Για τον Τζων Γκάμπριελ; ρώτησε με παράξενο ύφος. Ή
μήπως για το Κόμμα των Συντηρητικών;
- ΤΟ μυαλό μου ήταν μόνο στον Γκάμπριελ. Αλλά, το ίδιο θα
συμβεί και στο κόμμα, φυσικά.
- Σου έχω ξαναπεί πως αδιαφορώ τελείως για την πολιτική,
δήλωσε ήρεμα η Τερέζα. Δεν δίνω δεκάρα αν εκλεγεί βουλευ­
τής των Εργατικών στο Ουέστμίνστερ και ξέρω πως ο Κάρσλέικς
θα πάθει καρδιακή προσβολή αν μ ’ ακούσει να μιλώ έτσι. Αυτό
που αναρωτιέμαι είναι αν το σκάνδαλο αποτελούσε την κατα­
στροφή ή όχι του Τζων Γκάμπριελ. Η εκλογή του θα τον έκανε
πιο ευτυχισμένο;
- Μα... το θέλει σαν τρελός να πετύχει, διαμαρτυρήθηκα.
Αποκρίθηκε πως η επιτυχία και η ευτυχία ήταν δυο έννοιες
τελείως διαφορετικές.
- Δεν νομίζω πως συμβαδίζουν ποτέ, κατάληξε.

109
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΠΕΜΠΤΟ

ο πρωινό της ημέρας που επρόκειτο να δοθεί το


πάρτυ του ουίστ, ήρθε να με δει ο κάπταιν Κάρσλέικς.
Φαινόταν αναστατωμένος.
- Δεν συμβαίνει τίποτα φυσικά. Απολύτως τίποτα. Γνωρίζω
τη μίσες Μπαρταπό μικρό κοριτσάκι. Είναι τίμια με αυστηρές ηθι­
κές αρχές. Μια καλή και σοβαρή κοπέλα. Ξέρετε, όμως, που το
πάει το μυαλό των ανθρώπων.
' Ηξερα θαυμάσια που πήγαινε το μυαλό της γυναίκας του. Α­
ποτελούσε ίσως το δικό του κριτήριο για να σχηματίζει γνώμη για
τους ανθρώπους, θάλθηκε να βηματίζει πάνω - κάτω στο δωμά­
τιο, ρουθουνίζοντας με τρόπο απελπιστικό.
- Ο Γκάμπριελ είναι άνθρωπος με καλά αισθήματα. Την αντι­
μετώπισε με ευγένεια. Φέρθηκε, όμως, ασυλλόγιστα και αυτό εί­
ναι ασυγχώρητο σε προεκλογική περίοδο.
- Υποθέτω πως, κατά τη γνώμη σας, δεν θα 'πρεπε να φέ­
ρεται τόσο ευγενικά.
- Ακριβώς, ακριβώς. Ο ταγματάρχης είναι υπερβολικά ευγε­
νικός. ' Ηπιε μαζί της καφέ στο ζαχαροπλαστείο. Αυτό δεν ήταν
καθόλου σωστό. Ποιος λόγος υπήρχε να το κάνει;
- Γιατί δεν θα 'πρεπε να το κάνει;
Ο Κάρσλέικς αγνόησε το ερώτημά μου.
- Ό λ ε ς οι ηλικιωμένες κουτσομπόλες του Σαιν Λου, περ­
νούν εκεί τα πρωινά τους. Κι ύστερα, υποθέτω πως θα περπάτη­
σαν αρκετό δρόμο πλάι - πλάι. ’ Ενα άλλο πρωί τη συνόδεψε στην
κεντρική λεωφόρο μεταφέροντας την τσάντα της με ψώνια!
- Δεν είναι και τόσο υπερβολικό για έναν υποψήφιο του Συ­
ντηρητικού κόμματος, παράτήρησα.
Αλλά και πάλι, δεν έδειξε να με άκουσε.
- Τις προάλλες την πήγε με το αυτοκίνητό του μέχρι το κτή­
μα των Σπρατζ. Βρίσκεται σε αρκετή απόσταση και το αποτέλε­
σμα ήταν να φανεί σαν μυστική συνάντηση.

110
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

- Μα ζούμε στα χίλια εννιακόσια σαράντα πέντε και όχι στα


χίλια οκτακόσια σαράντα πέντε, διαμαρτυρήθηκα.
- Τα πράγματα δεν έχουν αλλάξει και πολύ εδώ, αποκρίθη-
κε. Δεν μιλάω για τους κατοίκους των μπάνγκαλόους και τους
καλλιτέχνες. Εκείνοι, έτσι ή αλλιώς, θα ψηφίσουν το Εργατικό
κόμμα. Είναι όμως η παλιά αυστηρή κοινωνία της επαρχίας που
προσπαθούμε να μη δυσαρεστήσουμε. Στο μέλλον, ο Γκάμπριελ
θα πρέπει να είναι πιο προσεκτικός.
Μισή ώρα αργότερα εισέβαλε στο δωμάτιο ο Γκάμπριελ, χλω­
μός από αγανάκτηση. Ο Κάρσλέικς του είχε επιστήσει με τρόπο
την προσοχή και το αποτέλεσμα ήταν αυτό που είχα μπροστά
μου.
- Αυτός ο Κάρσλέικς είναι χειρότερος κι από τρελόγρια. Ξέ­
ρετε τι τόλμησε να μου πει;
- Ναι, αποκρίθηκα. Ξέρω. Και παρεμπιπτόντως σας πληρο­
φορώ πως αυτή η ώρα είναι η ώρα που αναπαύομαι. Δεν δέχομαι
ποτέ επισκέψεις.
- Ανοησίες, δήλωσε σταθερά. Δεν χρειάζεστε ιδιαίτερη α­
νάπαυση. Αναπαύεστε θαυμάσια όλη τη μέρα. Πρέπει να με α­
κούσετε. Διάβολε! πρέπει να μιλήσω κάπου, και, όπως σας είπα
και τις προάλλες, είστε το πιο κατάλληλο πρόσωπο για να βοηθά­
τε τους ανθρώπους να ξαλαφρώσουν, όποτε αισθάνονται την α­
νάγκη ν ' ακούσουν τον ήχο της φωνής τους!
- Ναι. Θυμάμαι θαυμάσια τα σοφά λόγια που είχατε την κα-
λωσύνη να μου πείτε.
- Σας τα είπα, γιατί ήθελα να σας μάθω τον εαυτό σας.
- Τον γνώριζα ήδη.
- Υποθέτω πως φέρθηκα κάπως σκληρά, αλλά δεν νομίζω
πως είναι σωστό να αισθάνεστε «Χριστός».
- Έχετε δίκιο.Τα λόγια σας με βοήθησαν να καταλάβω τη
θέση μου. ' Εχω τόσο ελεύθερο χρόνο στη διάθεσή μου, ώστε να
είναι αληθινή ανακούφιση ν ' ακούω κάπου - κάπου πως και οι άλ­
λοι άνθρωποι έχουν τα προβλήματά τους.
- Τώρα μιλάτε απολύτως λογικά, παρατήρησε ο Γκάμπριελ
και βάλθηκε να ξαλαφρώνει από το βάρος που τον πίεζε. Μα, πέ­
στε μου, δεν μπορώ να προσφέρω ένα καφέ σε μια κυρία, χωρίς
να γίνω θέμα συζητήσεων; Γιατί θα πρεπε να δίνω σημασία στο
τι πιστεύουν άνθρωποι που θα πρεπε να βρίσκονται, λόγω αντι­

111
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

λήψεων, στο αρχαιολογικό μουσείο;


- Θέλετε να γίνετε βουλευτής, δεν είναι έτσι; ρώτησα.
- Θα γίνω βουλευτής!
- Ο Κάρσλέικς πιστεύει πως δεν θα γίνετε, αν εξακολουθή­
σετε τη φιλία σας με την μίσες Μπαρτ.
- Τι γελοία ανθρωπάκια που είναι.
- Σ ’ αυτό δεν έχετε και πολύ άδικο.
- Λες και η πολιτική δεν είναι από μόνη της το πιο βρώμικο
παιχνίδι που υπάρχει.
- Και πάλι έχετε δίκιο.
- Μη χαμογελάτε, Νόρρεϋς. Σας βρίσκω πολύ ενοχλητικό
σήμερα. Αν έχετε την εντύπωση ότι υπάρχει οτιδήποτε ανάμεσα
σε μένα και τη μίσες Μπαρτ, κάνετε λάθος. Τη λυπάμαι, αυτό εί­
ναι όλο. Δεν της είπα ποτέ μια λέξη που θα ' πρεπε να μην ακού­
σει ο σύζυγός της ή ολόκληρη η κοινωνία του Σαιν Λου. Θεέ
μου, πώς μ' έμπλεξαν έτσι άσχημα σ ' αυτή την ιστορία; Και να
σκεφτείτε πως μου αρέσουν οι γυναίκες.
Φαινόταν πληγωμένος στ’ αλήθεια. Η υπόθεση είχε και την
κωμική της πλευρά.
- Αυτή η γυναίκα είναι φοβερά δυστυχισμένη, εξακολούθη­
σε. Δεν μπορείτε να φανταστείτε τι ζωή περνάει! Πόσο γενναία
είναι και πόσο λογική. Δεν παραπονείται ποτέ. Λέει ότι θα πρέ­
πει να έχει κι αυτή τη σφάλματά της. Θα ήθελα πολύ να έπεφτε
στα χέρια μου αυτό το κτήνος, ο Μπαρτ. Ούτε η μητέρα του δεν
θα τον αναγνώριζε στα χάλια που θα τον καταντούσα.
- Για τ ' όνομα του Θεού! φώναξα τρομαγμένος. Δεν έχετε
ούτε σταλιά μυαλό, Γκάμπριελ. Μια φιλονεικία με τον Μπαρτ και
θα χάσετε οριστικά στις εκλογές.
Γέλασε.
- Ποιος ξέρει; Ίσως ν' αξίζει τον κόπο. Θα σας πω...
Σταμάτησε απότομα.
Στράφηκα να δω ποια ήταν η αιτία που τον έκανε να σωπάσει.
Στο κατώφλι στεκόταν η ’ Ιζαμπελ. Μας καλημέρισε και είπε ότι
η Τερέζα της είχε πει νά έρθει για να βοηθήσει στο συγύρισμα
του Λονγκ Μπαρν.
- Ελπίζω να μας τιμήσετε με την παρουσία σας, μις Τσάρτε-
ρις, παρατήρησε ο Γκάμπριελ.
Η φωνή του είχε έναν προσποιητό τόνο που δεν ταίριαζε κα­

112
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

θόλου σ ' αυτόν. Πάντοτε η παρουσία της ' Ιζαμπελ είχε κακή ε­
πίδραση επάνω του.
- Μα, αποκρίθηκε ήρεμα εκείνη και πρόσθεσε: Πηγαίνουμε
πάντοτε σε τέτοιες εκδηλώσεις.
Μετά έφυγε προς αναζήτηση της Τερέζας και ο Γκάμπριελ
ξέσπασε ειρωνικά.
- Πολύ ευγενικό εκ μέρους της Υψηλότητάς της! Τι απλό­
τητα από μέρους της να θέλει να αναμιχθεί με το ταπεινό πλή­
θος! Τι μεγαλοψυχία! Σε βεβαιώ, Νόρρεϋς, η Μίλλυ Μπαρτ αξί­
ζει όσο μια ντουζίνα κοπέλες σαν την ’ Ιζαμπελ Τσάρτερις! Μα
ποια είναι επιτέλους ;
Φαινόταν ολοκάθαρα ποια ήταν η ' Ιζαμπελ. Ο Γκάμπριελ, ό­
μως, προτιμούσε να κρατά τα μάτια του κλειστά.
- Είναι πιο φτωχή κι από μια επαρχιακή εκκλησία.Ζει σ' ένα
παμπάλαιο, κατεστραμμένο κάστρο και προσποιείται πως είναι η
σπουδαιότερη απ' όλες. Κάθεται αλύγιστη με τα χέρια σταυρω­
μένα και δεν κάνει τίποτα, ελπίζοντας πως σύντομα θα ' ρθει ο
πλούσιος κληρονόμος να την παντρευτεί.Δεν τον έχει δει ποτέ,
δεν είναι άξια να του ράψει ούτε ένα κουμπί αλλά, παρ' όλα αυ­
τά, δέχεται να τον παντρευτεί! Αυτού του είδους οι κοπέλες με
κάνουν ν ' αηδιάζω. Ν ' αηδιάζω, Νόρρεϋς! Δεν έχει καμιά δια­
φορά από τα χαϊδεμένα σκυλάκια Πεκινουά. Το μόνο που την εν­
διαφέρει, είναι να γίνει Λαίδη Σαιν Λου. Τι διάβολο αξία έχει αυ­
τό σήμερα; Οι τίτλοι ανήκουν στο παρελθόν καθώς και τα μεγα­
λεία. Το μόνο που κατορθώνουν αυτοί που επιμένουν να συνεχί-
σουν την παράδοση είναι να φαίνονται κωμικοί και γελοίοι.
- Πιστεύω ότι δεν έχετε καθόλου δίκιο, Γκάμπριελ. Θα κάνα­
τε, όμως, σπουδαία εντύπωση αν όλα αυτά τα εκφωνούσατε από
την εξέδρα των Εργατικών. Γιατί δεν αλλάζετε παράταξη;
- Για μια τέτοια κοπέλα, εξακολούθησε εκείνος αναπνέο-
ντας σκληρά, η Μίλλυ Μπαρτ δεν είναι παρά η σύζυγος ενός ε ­
παρχιακού γιατρού! Της επιτρέπουν να βοηθά στις αγγαρίες, αλ­
λά δεν τη θεωρούν άξια να γίνει δεκτή για τσάι στο κάστρο. Σας
βεβαιώ, Νόρρεϋς, πως η Μίλλυ Μπαρτ αξίζει όσο έξι εγωπαθείς
Ιζαμπελ Τσάρτερις!
Έκλεισα βαρυεστημένα τα μάτια.
- ' Εχετε την καλωσύνη να του δίνετε, Γκάμπριελ; ' Ο,τι κι αν
λέτε, εξακολουθώ να είμαι ένας άρρωστος άνθρωπος και δι­
καιούμαι λίγη ανάπαυση. Σας βρίσκω τρομερά κουραστικό.

113
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΕΚΤΟ

Μ J λοι είχαν να πουν κάτι για την υπόθεση του Τζων Γκά-
i /μπριελ με την Μίλλυ Μπαρτ και, αργά ή γρήγορα, έ-
σπευδαν να κοινοποιήσουν τη γνώμη τους. Το δωμάτιό
μου είχε γίνει λόγω των ετοιμασιών για το πάρτυ ουίστ,σαν κοντι­
νά αναψυχής. Εκεί έρχονταν όλοι να πιουν το τσάι ή το τσέρυ
τους. Η Τερέζα θα μπορούσε να το εμποδίσει αυτό, αλλά δεν το
έκανε, πράγμα που με ευχαρίστησε. Διαπίστωσα, ξαφνικά, πως
με ενδιέφερε αυτή η απότομη εναλλαγή από τις κακεντρεχείς
διαδόσεις στη μοχθηρία και στη σκοτεινή ζήλεια.
Ανάμεσα στον Τζων Γκάμπριελ και την Μίλλυ Μπαρτ, ήμουν
σίγουρος πως δεν συνέβαινε τίποτε απολύτως, άξιο να προκαλέ-
σει σχόλια. Απλώς φιλία και οίκτος από την πλευρά του, θαυμα­
σμός και ευγνωμοσύνη από τη δική της.
Καταλάβαινα, όμως, ότι ίσως τα πράγματα δεν ήταν και τόσο
ακίνδυνα, όσο τα έβλεπαν οι πρωταγωνιστές της ιστορίας. Θεω­
ρητικά αθώα η Μίλλυ Μπαρτ, ήταν ήδη ερωτευμένη με τον Γκά-
μπριελ είτε η ίδια το ήξερε, είτε όχι. Ό σ ο για κείνον, ήταν ένας
άντρας με έντονες σεξουαλικές ορέξεις. Οποιαδήποτε στιγμή,
η τρυφερότητα που ένιωθε γι' αυτήν, θα μπορούσε να μετατρα­
πεί σε πάθος.
Υπήρχε φόβος η τωρινή φιλία που τους συνέδεε να μετατρα­
πεί σε ερωτική ιστορία. Υποπτευόμουν ότι ο Γκάμπριελ ήταν από
τους ανθρώπους εκείνους που.ένιωθαν την ανάγκη να τους αγα­
πούν και ταυτόχρονα να τους θαυμάζουν. Επίσης, το συναίσθη­
μα κατωτερότητας που ένιωθε, θα μπορούσε να εξαφανισθεί αν
είχε κάποιον να φροντίζει και να προστατεύει. ’ Οσο για την Μίλ­
λυ Μπαρτ χρειαζόταν αληθινά προστασία και φροντίδα.
Σκέφτηκα με αρκετή δόση κυνικότητας πως αυτό που θα
τους συνέδεε, θα ήταν ένας από τους καλύτερους δεσμούς. Θα
βασιζόταν, όχι τόσο στην αγάπη, όσο στον οίκτο, την ευγένεια,

114
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

την καλωσύνη. Ωστόσο, δεν υπήρχε αμφιβολία, ότι η εκλογική


πλειονότητα του Σαιν Λου θα έκρινε την ενέργεια αυτή σαν μοι­
χεία και απαίσια προδοσία απέναντι της. ' Ετσι, οι ψήφοι των οπα­
δών του ταγματάρχη, είτε θα δίνονταν στον τυχερό μίστερ Ουίλ-
μπραχαμ, είτε δεν θα δίνονταν πουθενά, γλυτώνοντας και τους
εκλογείς από τον κόπο να βγουν από τα σπίτια τους και να υπο-
στούν τις ταλαιπωρίες της ψηφοφορίας. Καλώς ή κακώς, όμως,
ο Γκάμπριελ επιθυμούσε ολόψυχα να εκλεγεί. Τους ψήφους
τους ήθελε για τον εαυτό του και όχι για τον Ουίνστον Τσώρτσιλ.
Και τώρα, κινδύνευε να τα χάσει όλα γλυστρώντας ασυλλόγιστα
πάνω σε μια λεπτή επιφάνεια πάγου, που υπήρχε φόβος από
στιγμή σε στιγμή να σπάσει.
- Το ξέρω πως δεν θα έπρεπε να μιλώ καν γι' αυτό... είπε
ξέπνοα η λαίδη Τρεζίλιαν. (Είχε λαχανιάσει. Ξεκούμπωσε το
γκρίζο φανελλένιο πανωφόρι της και ήπιε το τσάι της, σε ένα
από τα πορσελάνινα φλυτζάνια της μακαρίτισσας μις Αν Τρέτζε-
λις. Τέλος χαμήλωσε τη φωνή της σε τόνο συνωμοτικό). Αναρω­
τιέμαι, όμως, αν σας μίλησε κανείς σχετικά... σχετικά με τη μί-
σες Μπαρτ και τον ταγματάρχη Γκάμπριελ.
Με κοίταξε κάπως ανήσυχη.
- Φοβάμαι πως κυκλοφορούν ορισμένα σχόλια εις βάρος
της, είπα.
Το συμπαθητικό πρόσωπό της συννέφιασε απότομα από τη
στενοχώρια.
- Ω, αγαπητέ μου, μακάρι να μη γινόταν τόσος λόγος για το
τίποτα. Η Μίλλυ Μπαρτ είναι τόσο συμπαθητική, κάθε άλλο παρά
ο τύπος της γυναίκας που θα... θέλω να πω, θα φερόταν άπρεπα.
Φυσικά, αν υπήρχε κάποια αλήθεια σ ' αυτές τις φήμες, αν... αν
πραγματικά τους συνέδεε κάτι, θα ήταν τόσο προσεκτικοί, ώστε
ποτέ κανείς δεν θα μάθαινε τίποτε. Ακριβώς επειδή είναι αθώοι
και δεν έχουν τίποτε να κρύψουν... γι' αυτό...
Εκείνη τη στιγμή εισέβαλε στο δωμάτιο η μίσες Μπίγκχαμ
Τσάρτερις με τη γνωστή της ενεργητικότητα. Φαινόταν γεμάτη
αγανάκτηση.
- Τι εγκληματική ασυνειδησία! Αυτός ο Μπαρτ έχειξεπερά-
σει τα όρια της ανεκτικότητας. Πίνει ολοένα και περισσότερο και
τώρα δεν διστάζει να εμφανίζεται έτσι και τις ώρες της δου­
λειάς. Φυσικά, το ήξερα πως πάντα δεν ήταν σε θέση να προ­

115
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

σφέρει καμιά βοήθεια στα σκυλιά, αλλά έλεγαν πως τα κατάφερ-


νε περίφημα με τα άλογα και τις αγελάδες. Οι γεωργοί έπαιρναν
όρκο στο όνομά του. Λίγο πριν, όμως, άκουσα ότι πέθανε η αγε­
λάδα του Μπέντλεϋ. Ο Μπαρτ θα υπογράψει την καταστροφή
του αν δεν φροντίσει να διορθωθεί σύντομα.
- Μόλις μιλούσα στον κάπταιν Νόρρεϋς σχετικά με τη μίσες
Μπαρτ, πρόφερε δειλά η λαίδη Τρεζίλιαν. Τον ρωτούσα αν άκου-
σε τίποτα...
- Ανοησίες,βρυχήθηκε η μίσες Τσάρτερις. Ανοησίες, χωρίς
καμιά βάση. Τώρα λένε τάχα ότι αυτός είναι ο λόγος που πίνει
τόσο πολύ ο Μπαρτ. Εκείνος όμως έπινε το ίδιο και κακομεταχει­
ριζόταν τη σύζυγό του πολύ πριν έρθει ο ταγματάρχης Γκά-
μπριελ σ' αυτό το μέρος. Ωστόσο, πρόσθεσε, νομίζω πως κάτι
πρέπει να γίνει. Κάποιος θα πρέπει να μιλήσει σχετικά στον ταγ­
ματάρχη.
- Το έκανε ήδη ο κάπταιν Κάρσλέικς, αν δεν κάνω λάθος,
παρατήρησα.
- Αυτός ο άνθρωπος δεν έχει καθόλου τακτ, είπε με περι­
φρόνηση η μίσες Τσάρτερις. Υποθέτω πως ο Γκάμπριελ θα έγινε
έξω φρενών.
- Ναι, πράγματι, παραδέχτηκα.
- Στο βάθος είναι ανόητος, δήλωσε με σιγουριά η μίσες
Τσάρτερις. Παρασύρεται από τα τρυφερά του αισθήματα. ' Ισως
θα ήταν καλύτερα να μιλούσε κάποιος σ' εκείνη. Να τη συμβου­
λέψει, λόγου χάρη, να απομακρυνθεί από το δρόμο του μέχρι να
γίνουν οι εκλογές. Υποθέτω πως δεν έχει ιδέα για τα όσα λέει ο
κόσμος. (Στράφηκε στη λαίδη Τρεζίλιαν). Νομίζω πως θα πρε-
πε να το κάνεις εσύ, Άγκνες.
Το πρόσωπο της λαίδης έγινε κατακόκκινο.
- Ω, Μωντ, τραύλισε στενοχωρημένη. Δεν... δεν θα ξέρα τι
να πω. Είμαι σίγουρη πως δεν είμαι καθόλου το κατάλληλο πρό­
σωπο.
- Δεν μπορούμε ωστόσο να διακινδυνεύσουμε αναθέτοντας
την αποστολή στη μίσες Κάρσλέικς. Αυτή η γυναίκα είναι καθαρό
δηλητήριο.
- Ω, έκανα.
- Και υποπτεύομαι ότι είναι υπεύθυνη η ίδια για πολλά από
τα σχόλια.

116
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

- Ω, μα όχι βέβαια, Μωντ. Δεν είναι δυνατόν να καταστρέφει


η ίδια τις προοπτικές του υποψηφίου μας.
- Σε βεβαιώ, Ά γκνες, πως θα έμενες άφωνη, αν μπορού­
σες να καταλάβεις πόσο σκοτεινή είναι στο βάθος η γυναικεία
σκέψη. Προκειμένου να πετύχει το δικό της, δεν διστάζει ούτε
μπροστά την επαγγελματική επιτυχία του συζύγου της, ούτε σε
τίποτα. Τίποτα! Αν ζητούσες μάλιστα τη γνώμη μου, πιστεύω πως
και η ίδια θα ερωτοτροπούσε με τον Γκάμπριελ πρόθυμα.
- Μωντ!
- Ζήτα και τη γνώμη του κάπταιν Νόρρεϋς. Εκείνος παίζει το
ρόλο του θεατή και είμαι σίγουρη πως δεν του ξεφεύγει απολύ­
τως τίποτα.
Κοι οι δυο κυρίες κάρφωσαν τα μάτια τους πάνω μου ερευνη­
τικά.
- Δεν... φυσικά, δεν νομίζω... άρχισα αλλά άλλαξα γνώμη.
Νομίζω πως έχετε απόλυτα δίκιο, είπα στη μίσες Μπίγκχαμ
Τσάρτερις.
Στο μυαλό μου ξαναγύρισαν μερικές μισοτελειωμένες φρά­
σεις της μίσες Κάρσλέικς και κάτι παράξενες ματιές της. Ή ­
μουν σίγουρος ότι όχι μόνον δεν θα προσπάθησε ποτέ να κατασι­
γάσει τις φήμες, αλλά αντίθετα θα τις υποδαύλιζε.
Τι άχαρος που είναι ο κόσμος που ζούμε, συλλογίστηκα.
- Αν πρέπει κάποιος να μιλήσει στην Μίλλυ Μπαρτ, το πιο
κατάλληλο πρόσωπο είναι ο κάπταιν Νόρρεϋς, είπε ανέλπιστα η
μίσες Τσάρτερις.
- Ό χι, διαμαρτυρήθηκα.
- Σας συμπαθεί και, άλλωστε, ένας ασθενής βρίσκεται σε
προνομιακή θέση.
- Συμφωνώ απόλυτα, δήλωσε η λαίδη Τρεζίλιαν, ευχαριστη­
μένη που θα γλύτωνε η ίδια από ένα τόσο δυσάρεστο καθήκον.
- Ό χι. ξανάπα.
- Βρίσκεται τώρα στο Λονγκ Μπαρν και ασχολείται με τη δια-
κόσμησή του, είπε η μίσες Μπίγκχαμ Τσάρτερις και σηκώθηκε
γεμάτη ενεργητικότητα. Θα σας τη στείλω, θα της πω ότι την πε­
ριμένει ένα φλυτζάνι τσάι.
- Δεν θα κάνω αυτό που μου ζητάτε, επέμεινα σχεδόν απελ­
πισμένος.
- Ω,ναι, θα το κάνετε, πρόφερε πειστικά η μίσες Τσάρτερις

117
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

που δεν ήταν άδικα σύζυγος συνταγματάρχη. Ό λοι θα πρέπει


να βοηθήσουμε προκειμένου να εμποδίσουμε αυτούς τους φο­
βερούς σοσιαλιστές να μας κυβερνήσουν.
- Πρόκειται για μια υπηρεσία που προσφέρετε στον καλό
μας μίστερ Τσώρτσιλ, είπε γλυκά η λαίδη Τρεζίλιαν. Σκεφτείτε
πόσα έκανε εκείνος για την πατρίδα!
- Τώρα που κέρδισε τον πόλεμο, είπα, το καλύτερο που έχει
να κάνει, είναι να αποσυρθεί και να γράψει τα απομνημονεύματά
του.
Στο μεταξύ η μίσες Μπίγκχαμ Τσάρτερις είχε βγει από το δω­
μάτιο. Εξακολούθησα να απευθύνομαι στη λαίδη Τρεζίλιαν.
- Αξίζει να ξεκουραστώ πια.
- Ω, αγαπητέ μου, σκεφτείτε τι φοβερή αναστάτωση θα προ-
καλέσουν σ ’ όλους τους τομείς οι εργατικοί, αμέσως μόλις ανα­
λάβουν την αρχή, επέμεινε.
- Το ίδιο θα κάνουν όλοι. Δεν είναι δυνατόν να μην προκαλέ-
σει αναστάτωση παντού ένα κόμμα που αναλαμβάνει την εξου­
σία μετά από ένα πόλεμο. Πιστεύετε στ' αλήθεια πως όλα τα δί­
κια είναι με το μέρος μας; ' Οπως και να 1χει το πράγμα, πρόσθε-
σα βιαστικά επειδή άκουσα απέξω βήματα και ομιλίες, εσείς εί­
στε το πιο κατάλληλο πρόσωπο για να συμβουλέψετε την Μίλλυ
Μπαρτ. Αυτά τα πράγματα ακούγονται λιγότερο δυσάρεστα από
μια άλλη γυναίκα.
Αλλά η λαίδη κούνησε αποφαστικά το κεφάλι.
- Ό χι, δεν... δεν έχετε δίκιο.Αυτό που είπε η Μωντ, είναι
σωστό. Εσείς είστε ο πιο κατάλληλος. Είμαι σίγουρη πως θα σας
καταλάβει.
Υποθέτω πως η τελευταία της φράση αναφερόταν στην Μίλ­
λυ Μπαρτ. Εγώ όμως είχα πολύ έντονες αμφιβολίες σχετικά μ ’
αυτό.
Η μίσες Τσάρτερις έφερε στο δωμάτιο την Μίλλυ Μπαρτ, σαν
στρατηγός που ετοιμάζεται για τη μεγάλη μάχη.
- Καθείστε και ξεκουραστείτε, είπε ζωηρά. Σερβιριστείτε
ένα φλυτζάνι τσάι και φροντίστε να διασκεδάσετε τον κάπταιν
Νόρρεϋς. Άγκνες, σε θέλω. Πού τα έβαλες τα βραβεία;
Γλύστρησαν και οι δυο έξω από το δωμάτιο. Η Μίλλυ Μπαρτ
σέρβιρε ένα φλυτζάνι τσάι και ήρθε να καθίσει κοντά μου. Φαι­
νόταν λίγο τρομαγμένη.

118
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

- Δεν συμβαίνει τίποτα δυσάρεστο, δεν είναι έτσι; ρώτησε.


' Ισως, αν δεν είχε κάνει την ερώτηση αυτή, δεν είχα τολμή­
σει να πω το παραμικρό. Τώρα, όμως, μπορούσα πολύ πιο εύκολα
να της μεταβιβάσω τα όσα μου είχαν ζητήσει.
- Είστε πολύ χαριτωμένη κοπέλα,Μίλλυ. ' Εχει τύχει ποτέ να
προσέξετε ότι δεν είναι όλοι οι άνθρωποι χαριτωμένοι;
- Τι ακριβώς εννοείτε, κάπταιν Νόρρεϋς;
- Ακούστε με. Ξέρετε ότι κυκλοφορούν πολλές φήμες σχε­
τικά μ' εσάς και τον ταγματάρχη Γκάμπριελ;
- Σχετικά μ - εμένα και τον ταγματάρχη;
Με κοίταξε κατάπληκτη. Το πρόσωπό της είχε γίνει κατακόκ-
κινο μέχρι τις ρίζες των μαλλιών της. Αναγκάστηκα να χαμηλώσω
τα μάτια μου.
- Θέλετε να πείτε πως δεν είναι μόνο ο Τζιμ... που και άλλοι
νομίζουν... πιστεύουν...
- Τις παραμονές των εκλογών, εξήγησα νιώθοντας ταυτό­
χρονα μίσος για τον εαυτό μου, ο υποψήφιος βουλευτής οφείλει
να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός. Θα πρέπει να αποφεύγει να δίνει
στόχο για οτιδήποτε. Καταλαβαίνετε; Μικρά, ανόητα περιστατικά
όπως το να πιει τον καφέ του συντροφιά με μια κοπέλα ή να τη
συναντήσει στο δρόμο ή να της πάρει την τσάντα με τα ψώνια,
θεωρούνται αρκετά για να ξεσηκωθούν οι κακές γλώσσες.
Τα καστανά μάτια της είχαν γίνει σχεδόν πελώρια.
- Εσείς όμως το πιστεύετε -δ εν είναι έτσι;- ότι δεν συμβαί­
νει μεταξύ μας απολύτως τίποτα, ότι δεν ειπώθηκε καν κάτι το ά­
πρεπο; Μου φέρεται απλώς πολύ ευγενικά. Αυτό είναι όλο! τίπο­
τα περισσότερο.
- Φυσικά και το πιστεύω. ' Ενας υποψήφιος βουλευτής, ό­
μως, ίσως δεν θα 'πρεπε να είναι τόσο ευγενικός. (Και πρόσθε-
σα με πίκρα). Αυτές είναι οι σπουδαίες μας πολιτικές απόψεις.
- Δεν προτίθεμαι να κάνω κακό. ’ Οχι, για όλο το χρυσάφι
του κόσμου.
- Είμαι σίγουρος ότι μιλάτε με ειλικρίνεια.
Με κοίταξε ικετευτικά.
- Τι πρέπει να κάνω; Πώς να διώξω αυτές τις φοβερές υπο­
ψίες;
- Εγώ θα σας πρότεινα απλώς να βρίσκεστε μακρυά από το
δρόμο του μέχρι να γίνουν οι εκλογές. Προσπαθείστε να μη σας

119
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

βλέπει ο κόσμος μαζί.


Εγνεψε καταφατικά.
- ' Εχετε δίκιο. Σας είμαι ευγνώμων για όσα μου είπατε, κά-
πταιν. Δεν θα το είχα σκεφτεί ποτέ μόνη μου. ' Ηταν... ήταν τόσο
καλός μαζί μου και...
Σηκώθηκε και όλα θα είχαν τελειώσει ικανοποιητικά, αν ο
Τζων Γκάμπριελ δεν διάλεγε εκείνη τη στιγμή για να μπει στο
δωμάτιο.
- Γεια σας, είπε. Τι συμβαίνει εδώ; Μόλις που ξεμπέρδεψα
από μια συγκέντρωση. Μιλούσα μέχρι που ένιωσα το λαιμό μου
να βραχνιάζει. Υπάρχει λίγο τσέρυ; Θα επισκεφτώ τις κυρίες
που εργάζονται δίπλα και το ουίσκυ θα τις ενοχλούσε πολύ στην
ανάσα μου.
- Πρέπει να πηγαίνω, είπε η Μίλλυ. Αντίο σας, κάπταιν Νόρ-
ρεϋς, αντίο σας, ταγματάρχα Γκάμπριελ.
- Μια στιγμή, τη σταμάτησε εκείνος. Θα σας συνοδεύσω.
- Ό χι, όχι, σας παρακαλώ. Βιάζομαι πολύ.
- Ωραία! Τότε θα θυσιάσω το τσέρυ μου.
- Σας παρακαλώ! (Τα μάγουλά της είχαν γίνει κατακόκκινα
και μάταια προσπαθούσε να κρύψει την ταραχή της). Δεν θέλω
να με συνοδεύσετε. Προτιμώ... προτιμώ να πάω μόνη μου.
Βγήκε σχεδόν τρέχοντος. Ο Γκάμπριελ στράφηκε σε μένα.
- Ποιος της μίλησε; Εσείς;
- Ναι.
- Ποιος σας είπε ν ' αναμιγνύεστε στις υποθέσεις μου;
- Δεν δίνω δεκάρα για τις υποθέσεις σας. Αυτή είναι υπόθε­
ση του Συντηρητικού Κόμματος.
- Και μήπως αρχίσατε ξαφνικά να ενδιαφέρεστε για το κόμ­
μα;
- Ό χι, παραδέχτηκα.
- Τότε γιατί το κάνατε;
- Αν θέλετε να μάθετε, επειδή συμπαθώ την Μίλλυ Μπαρτ
και πιστεύω πως αν μάθαινε αργότερα ότι χάσατε τις εκλογές
λόγω της φιλίας σας μαζί της θα γινόταν πολύ δυστυχισμένη.
- Δεν θα χάσω τις εκλογές παρόλη τη φιλία μου μαζί της.
- Αμφιβάλλω, Γκάμπριελ. Υποτιμάτε τη δύναμη της πονηρής
φαντασίας.
Έγνεψε καταφατικά.

120
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

- Ποιος σας έβαλε να της μιλήσετε;


- Η μίσες Μπίγκχαμ Τσάρτερις και η λαίδη Τρεζίλιαν.
- Αυτές οι γριές αλεπούδες! Και η λαίδη Σαιν Λου;
- Ό χι. Η λαίδη Σαιν Λου δεν έχει καμιά σχέση μ' αυτό.
- Αν υποπτευόμουν πως ήταν δικό της έργο, θα έπαιρνα το
Σαββατοκύριακο στην εξοχή την Μίλλυ Μπαρτ και στο διάβολο
να πάνε όλοι.
- Αυτό θα σήμαινε το τέλος. Είχα την εντύπωση ότι θέλατε
να κερδίσετε.
Ξαφνικά χαμογέλασε, αλλάζοντας ολότελα ύφος.
- Θα κερδίσω, πρόφερε με σιγουριά.

727
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΕΒΔΟΜΟ

κείνη η νύχτα ήταν μια από τις ωραιότερες του καλοκαι-


ριού. Δεν έλειψε κανείς από το πάρτυ του Λονγκ
Μπαρν. Κυκλοφορούσαν τριγύρω κυρίες με όμορφα
φορέματα και ο χορός πήγαινε θαυμάσια καθώς και το παιχνίδι.
Η Τερέζα με πήρε ως εκεί για να διασκεδάσω. Ό λοι φαίνο­
νταν να περνούν ευχάριστα. Ο Γκάμπριελ ήταν εύθυμος, διηγό-
ταν ιστορίες, ανακατευόταν μαζί με το πλήθος, αντάλλασσε μια -
δυο κουβέντες με κάποιον και ξαναέκανε την εμφάνισή του. ' Ε­
δειχνε ένα ξεχωριστό κέφι. Φαινόταν να δίνει ιδιαίτερη σημασία
στην παρουσία των κυριών και ήταν κάπως υπερβολικός στις εκ­
δηλώσεις απέναντι τους. ' Ισως, όμως, να ήταν κι αυτό ένα από
τα όπλα του. Απολαμβάνοντας το θαυμασμό του, οι κυρίες ένιω­
θαν απέραντη ευχαρίστηση κι έτσι το πάρτυ συνεχιζόταν σε μια
ατμόσφαιρα γιορταστική.
Η λαίδη Σαιν Λου, λιπόσαρκη και επιβλητική, φαινόταν να δε­
σπόζει στη μεγάλη σάλα. Και μόνο η παρουσία της αποτελούσε
μεγάλη τιμή. Είχα διαπιστώσει ότι αυτή η γυναίκα ενέπνεε ταυτό­
χρονα φόβο και συμπάθεια. ' Ηταν από τους ανθρώπους που δεν
δίσταζαν να πουν ορθά κοφτά τι πίστευαν, ενώ από την άλλη με­
ριά, η φυσική της ευγένεια ήταν απόλυτα αληθινή και έδειχνε
πάντα ζωηρό ενδιαφέρον για το Σαιν Λου και τους κατοίκους
του.
Το κάστρο ενέπνεε σε όλους σεβασμό και δέος. ' Οταν ο ε ­
πιτετραμμένος του Δημαρχείου τραβούσε τα μαλλιά του μπρο­
στά στις δυσκολίες που έβρισκε, προκειμένου να εγκαταστήσει
σε σπίτια τις οικογένειες που μετακόμιζαν από το Λονδίνο στις
αρχές ,του πολέμου, έλαβε ένα ανέλπιστο σημείωμα από τη λαί­
δη Σαιν Λου. Γιατί σ' αυτήν δεν είχαν στείλει κανένα; Στις δει­
λές εξηγήσεις του μίστερ Πέντζελυ ότι δεν ήθελε να τη βάλει

722
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ fO ΘΑΝΑΤΟ

σε τέτοιο κόπο, επειδή τα παιδιά σήμερα είναι ιδιαίτερα ανυπά­


κουα, αποκρίθηκε:
- Δεν είναι αυτός λόγος που θα μας εμποδίσει να κάνουμε
το χρέος μας. Μπορούμε να φιλοξενήσουμε πέντε παιδιά σχολι­
κής ηλικίας ή δύο μητέρες με τις οικογένειές τους, «ό,τι από τα
δύο προτιμάτε».
Η εγκατάσταση των μητέρων με τα παιδιά τους δεν είχε κα­
μιά επιτυχία. Οι δυο γυναίκες της πρωτεύουσας ένιωθαν αληθι­
νό τρόμο μέσα στους απέραντους πέτρινους διαδρόμους του
Κάστρου και διαρκώς μουρμούριζαν για φαντάσματα. ' Οταν η
θάλασσα αγρίευε, πηδώντας με μεγάλα κύματα και μαστιγώνο­
ντας τους πανύψηλους τοίχους, δεν μπορούσαν να συγκρατή­
σουν τα δόντια τους που χτυπούσαν ασταμάτητα. Αυτό το μέρος
φαινόταν στα μάτια τους σαν εφιάλτης ύστερα από το ζεστό, συ­
μπαθητικό διαμέρισμά τους στο Λονδίνο. ' Εφυγαν σύντομα και
τη θέση τους πήραν παιδιά σχολικής ηλικίας που το κάστρο φά­
νταζε στα μάτια τους σαν το πιο εντυπωσιακό πράγμα του κό­
σμου. Σκαρφάλωναν στα ερείπια, έπαιζαν κυνηγητό ανάμεσα
στις πολεμίστρες και απολάμβαναν τον ήχο της φωνής τους
στους ατέλειωτους διαδρόμους. Η λαίδη Τρεζίλιαν έπαιζε το
ρόλο της στοργικής μητέρας, η λαίδη Σαιν Λου του τρυφερού
θηριοδαμαστή, ενώ η μίσες Μπίγκχαμ Τσάρτερις τους μάθαινε
πως να μη φοβούνται τα σκυλιά και τα άλογα. Θαυμάσιες σχέ­
σεις επίσης είχαν και με τη μαγείρισσα, μια γριά της περιοχής
της Κορνουάλης που τους έφτιαχνε λιχουδιές που τους άρεσαν.
Αργότερα η λαίδη Σαιν Λου επισκέφτηκε προσωπικά δυο φο­
ρές τον επιτετραμμένο του Δημαρχείου. Αρκετά παιδιά είχαν ε ­
γκατασταθεί σε διάφορα σπίτια που δεν ήταν, κατά τη γνώμη
της, κατάλληλα για την ανατροφή και την ανάπτυξή τους. ' Εγι­
ναν έρευνες ύστερα από απαίτησή της και διαπιστώθηκε ότι σε
κάποιο αγρόκτημα τα παιδιά έμεναν τελείως νηστικά, ενώ σε ένα
άλλο τους έδιναν μεν φαγητό, αλλά τα άφηναν να τριγυρνούν
στους δρόμους βρώμικα και απροστάτευτα.
' Ολα αυτά ενίσχυσαν ακόμη περισσότερο το σεβασμό που έ ­
τρεφαν όλοι στη γριά αρχόντισσα. Το κάστρο υψωνόταν μπροστά
τους αυστηρό και μεγαλόπρεπο, όμοιο με δικαστή που κρίνει τα
σφάλματά τους.
Η λαίδη Σαιν Λου δεν άργησε να φύγει από το πάρτυ μαζί με

123
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

την αδελφή της και τη νύφη της. Η ' Ιζαμπελ παρέμεινε να βοη­
θήσει την Τερέζα, την μίσες Τσάρτερις και τις άλλες κυρίες.
Εγώ έμεινα για άλλα είκοσι περίπου λεπτά, κι ύστερα ο Ρό-
μπερτ έσπρωξε την πολυθρόνα μου προς το δωμάτιό μου. Του
ζήτησα να με αφήσει στη βεράντα. Ήταν μια ζεστή βραδυα και
το φεγγάρι φάνταζε σαν υπέροχο στολίδι στον ουρανό.
- Θα μείνω εδώ, είπα.
- Ό πω ς θέλεις. Μήπως χρειάζεσαι καμιά κουβέρτα.
- Ό χι, κάνει τόση ζέστη.
Ο Ρόμπερτ συμμορφώθηκε με την επιθυμία μου και με εγκα-
τέλειψε γρήγορα για να επιστρέφει στο Λονγκ Μπαρν, όπου είχε
αναλάβει καθήκοντα. Απόμεινα μέσα σ' αυτή την ομορφιά να α­
πολαμβάνω ειρηνικά το τσιγάρο μου. Το κάστρο, λουσμένο μέσα
στο φως του φεγγαριού που λες και ξεπηδούσε από τη θάλασσα,
μου φάνηκε περισσότερο επιβλητικό από κάθε άλλη φορά. Στ'
αυτιά μου, έφταναν μακρυνές φωνές και τα γέλια από το πάρτυ.
Πίσω μου, το σπίτι ήταν σκοτεινό. Μου φάνηκε ξαφνικά πως η
σελήνη έφτιαξε ένα φωτεινό διάδρομο ανάμεσα στο κάστρο και
στο Πόλνορθ Χάους. Η φαντασία μου εξακολούθησε το ευχάρι­
στο παιχνίδι της. Να, τώρα τον διέσχιζε ο νεαρός λόρδος Σαιν
Λου που επέστρεφε στο σπίτι του... τι κρίμα που τα στρατιωτικά
ρούχα είναι λιγότερο ρομαντικά από την ολοπόρφυρη χλαμύδα!
Μαζί με τους θορύβους του πάρτυ, ενώνονταν και χιλιάδες
άλλοι μικροί, υπέροχοι θόρυβοι, που μου προκαλούσαν συγκίνη­
ση. Οι θόρυβοι της φύσης. Τα κρικ και κρακ των δέντρων, το
θρόισμα των φύλλων, το απόμακρο τραγούδι της γκιώνας... Η
καρδιά μου γέμισε γαλήνη, ευτυχία! Ήταν αληθινά τα όσα είχα
πει στην Τερέζα. Είχα αρχίσει να ξαναζώ. Το παρελθόν και η
Τζένιφερ έμοιαζαν μ' ένα μακρυνό, ανούσιο όνειρο. Ανάμεσά
μας υπήρχε η θάλασσα του πόνου, του σκοταδιού και της απογο­
ήτευσης που προσπαθούσα καθημερινά να ξεπεράσω. Δεν μπο­
ρούσα πια να περιμένω τίποτα από την προηγούμενη ζωή μου.
Το χάσμα που μας χώρισε ήταν πολύ βαθύ... Το μόνο που μου έ­
μενε, ήταν ν ’ αρχίσω ένα καινούργιο κεφάλαιο. Πώς θα ήταν ά­
ραγε; Με ποιο τρόπο θα έπρεπε να το οργανώσω; Ποιος θα ήταν
ο νέος Ούγκο Νόρρεϋς; ’ Ενιωσα το ενδιαφέρον μου να ξυπνά.
Τι ήξερα; Τι θα έπρεπε να ελπίζω; Τι επρόκειτο να κάνω;
Εκείνη τη στιγμή, είδα μια ψηλή, αέρινη φιγούρα να βγαίνει

124
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

από το Λονγκ Μπαρν. ’ Εμεινε για λίγο διατακτική, κι ύστερα προ­


χώρησε προς το μέρος μου. Το αισθάνθηκα αμέσως πως ήταν η
' Ιζαμπελ. ' Ηρθε και κάθησε στο πέτρινο παγκάκι, κοντά μου. Η
αρμονία της νύχτας ήταν τώρα τέλεια.
Πέρασε αρκετή ώρα χωρίς να πούμε λέξη. ' Ενιωθα πολύ ευ­
τυχισμένος. Δεν ήθελα να καταστρέψω αυτές τις υπέροχες
στιγμές με λόγια. Δεν ήθελα ούτε καν να σκέφτομαι. Μείναμε έ ­
τσι μέχρι που ένα ξαφνικό αεράκι σηκώθηκε από τη θάλασσα,
γλύστρησε ανάμεσα στα μαλλιά της ’ Ιζαμπελ κι εκείνη σήκωσε
το χέρι για να τα συγκροτήσει. Η όμορφη ατμόσφαιρά μας είχε
καταστραφεί. Στράφηκα και την κοίταξα.Τα μάτια της ήταν στυ­
λωμένα σ' αυτό που είχα θαυμάσει νωρίτερα, λουσμένο μέσα
στο άπλετο φως της σελήνης, το κάστρο.
- Ο Ρούπερτ θα 'πρεπε να έρθει σήμερα, είπα.
- Ναι, είπε σιγά.
Η φωνή της σαν να έτρεμε ελαφρά.
- Θα πρεπε!
- Φανταζόμουν τον ερχομό του με μια μεγαλοπρέπεια που
θα εντυπώσιαζε. Θα εμφανιζόταν μέσα σ ' ένα σύννεφο, φορώ­
ντας μια κόκκινη χλαμύδα και τον ίδιο πάνω στ' άλογό του. Στην
πραγματικότητα, όμως, υποθέτω πως θα φτάσει με το τρένο και
τα ρούχα του στρατού.
- Πρέπει να έρθει γρήγορα, πρόφερε. Ω, πρέπει να έρθει
γρήγορα.
Στη φωνή της φαινόταν καθαρά μια ανυπομονησία που έμοια­
ζε σχεδόν με απελπισία. Δεν ήξερα τι είχε στο μυαλό της, αλλά
ένιωσα ν ' ανησυχώ για κείνη.
- Μη στηρίζεις όλες σου τις ελπίδες στον ερχομό του, τη
συμβούλεψα. Κάποτε τα πράγματα έρχονται αντίθετα απ' ό,τιτα
περιμένουμε.
- Ναι, έχεις δίκιο. Μερικές φορές.
- Ίσως πιστεύεις σε κάτι που αποδειχτεί ψεύτικο.
- Ο Ρούπερτ πρέπει να έρθει γρήγορα...
Τώρα η απελπισία φαινόταν ολοκάθαρη. Ήμουν έτοιμος να
τη ρωτήσω τι εννοούσε, αλλά εκείνη τη στιγμή βγήκε από το
Λονγκ Μπαρν ο Γκάμπριελ και ήρθε με σίγουρο βήμα κοντά μας.
- Με έστειλε η μίσες Νόρρεϋς να δω μήπως χρειάζεστε τί­
ποτα, είπε. Θα θέλατε ένα ποτό;

125
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

- Ό χι, ευχαριστώ.
- Είστε σίγουρος;
Σχεδόν αγνοούσε την παρουσία της Ίζαμπελ.
- Σερβίρετε ένα για τον εαυτό σας, πρότεινα.
- Ό χι, ευχαριστώ. Δεν θέλω. (Σώπασε για λίγο κι ύστερα
πρόσθεσε): Όμορφη νύχτα. Απ' αυτές που γεννούν στην ψυχή
τρελές επιθυμίες.
Μείναμε και οι τρεις σιωπηλοί. Η μουσική ακουγόταν από την
αίθουσα του χορού. Ο ταγματάρχης στράφηκε στην ’ Ιζαμπελ.
- Θα θέλατε να χορέψουμε, μις Τσάρτερις;
Σηκώθηκε και αποκρίθηκε με τη γλυκιά, απαλή φωνή της.
- Ευχαριστώ. Θα το ήθελα πάρα πολύ.
Απομακρύνθηκαν μαζί, κάπως απότομα, χωρίς ν' ανταλλά­
ξουν καμιά άλλη λέξη μεταξύ τους. Το μυαλό μου γύρισε και πά­
λι στην Τζένιφερ. Αναρωτιόμουνα που να βρισκόταν, και τι έκα­
νε. ’ Ηταν άραγε ευτυχισμένη ή όχι; Είχε τάχα βρει, καθώς λένε,
κάποιον άλλον; Το έλπιζα, το έλπιζα αληθινά.
Δεν ένιωθα κανένα πόνο όταν σκεφτόμουν την Τζένιφερ,
γιατί αυτή που γνώρισα εγώ, δεν υπήρχε στην πραγματικότητα.
Την είχα εφεύρει για να ικανοποιήσω τον εαυτό μου. Η πραγμα­
τική Τζένιφερ δεν είχε καμιά σχέση με το είδωλό μου. Ανάμεσά
τους ορθωνόταν αλύγιστη η φιγούρα του Ούγκο Νόρρεϋς.
Είδα μπροστά μου το μικρό παιδί που κατέβαινε αβέβαια τη
μεγάλη σκάλα. Μπορούσα να ακούσω ακόμη και τον χαριτωμένο
ήχο της δικής μου φωνής, να λέει με σπουδαίο ύφος: «Ο Ούγκο
κατέβηκε...». Αργότερα, αυτό το παιδί έμαθε να λέει, «Εγώ».
Μέσα του, όμως, κάτι του έλεγε πως το «εγώ» ουσιαστικά δεν
σημαίνει τίποτα. Έτσι, σιγά - σιγά, συνήθισε να δέχεται τις ε ­
μπειρίες της ζωής του και να τις αντιμετωπίζει σαν απλός θεα­
τής. Ό πως και τώρα. Μπροστά μου πέρασε η ζωή μου σε μια
σειρά από εικόνες. Ο Ούγκο που φλέρταρε την Τζένιφερ, ο Ού­
γκο που λαχταρούσε να γίνει ο κόσμος ολόκληρος για την Τζένι­
φερ, ο Ούγκο που ήθελε να κάνει ευτυχισμένη την Τζένιφερ, να
την βοηθήσει να ξεχάσει όλη την προηγούμενη άτυχη ζωή της.
Ξαφνικά συνέκρινα τον εαυτό μου με την Μίλλυ Μπαρτ. Το ί­
διο κι εκείνη, αποφάσισε να παντρευτεί τον Τζιμ για να τον κάνει
ευτυχισμένο, αγνοώντας με τη θέλησή της τα πάθη του, το χα­
ρακτήρα του. Δεν την ενδιέφερε ο αληθινός Τζιμ Μπαρτ!

126
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

Οι συλλογισμοί μου με οδηγούσαν στον Τζων Γκάμπριελ. Λυ­


πήθηκε τη νέα, χαριτωμένη γυναίκα, προσπάθησε να τη διασκε­
δάσει, της φέρθηκε ευγενικά, τη βοήθησε να ξεχάσει για λίγο τη
δυστυχία που ζούσε. Στο μυαλό μου ξεπήδησε απότομα η Τερέ-
ζα. Παντρεύτηκε τον Ρόμπερτ... Ό χι. Η Τερέζα δεν είχε καμιά
θέση σε τέτοιου είδους σκέψεις. Εκείνη ήξερε πολύ καλά να λέ­
ει: «Εγώ»!
Δυο φιγούρες βγήκαν από το Λονγκ Μπαρν. Δεν ήρθαν προς
το μέρος μου. Αντίθετα πήγαν από την άλλη μεριά, κατέβηκαν
τα σκαλιά και προχώρησαν προς τον κήπο με το συντριβάνι...
Ξαναγύρισα στις σκέψεις μου! Η λαίδη Τρεζίλιαν έκρινε τον
εαυτό της άξιο να με πείσει να ενδιαφερθώ ξανά για τη ζωή. Η
μίσες Μπίγκχαμ Τσάρτερις, πίστευε ότι ήξερε πάντα το σωστό,
για τον εαυτό της εξακολουθούσε να είναι η επιτυχημένη σύζυ­
γος ενός συνταγματάρχη. Διάβολε, γιατί όχι; Η ζωή είναι τόσο
σκληρή, που είναι απαραίτητο να έχουμε τα όνειρά'μας.
Είχε άραγε όνειρα η Τζένιφερ; Τι να ένιωθε τάχα; Δεν είχα
ποτέ μπει στον κόπο να το ανακαλύψω. Μήπως μου έφτανε να
βλέπω αυτό που ήθελα εγώ; Μια γλυκιά, πιστή, ευτυχισμένη, υ­
πέροχη Τζένιφερ; Τι να 'κρύβε στο βάθος; Ασφαλώς δεν ήταν
τόσο υπέροχη, ούτε τόσο πιστή, αν το καλοσκεφτεί κανείς, αλλά
ήταν δυστυχισμένη. Επέμενε γ ι’ αυτό. Θυμάμαι τις κατηγορίες
που εξαπέλυε πάντα εναντίον του εαυτού της. Για όλα έφταιγε
η ίδια. Το ατύχημά μου, οφείλονταν σ ' εκείνη. Τι σήμαιναν όλα
αυτά, πέρα από το ότι ήθελε να παίζει στο θέατρο της ζωής, ένα
ρόλο τραγικό;
' Ολα τα κακά, είχαν τη ρίζα τους στην ίδια. Αυτή ήταν η Τζέ­
νιφερ, η τραγική, η δυστυχισμένη μορφή, που έφερνε πάντα μα­
ζί της την καταστροφή και φορτωνόταν στους ώμους της την κα­
τηγορία για όσα δυσάρεστα συνέβαινάν στους άλλους. Ίσως,
κάτι ανάλογο να ήταν και η Μίλλυ Μπαρτ. Η Μίλλυ... το μυαλό
μου πήδηξε απότομα από τις θεωρίες περί προσωπικότητας στα
απλά, καθημερινά προβλήματα. Η Μίλλυ δεν είχε έρθει σήμερα.
Ίσως, ήταν έξυπνο από μέρους της. Ή μήπως η απουσία της
προκαλούσε χειρότερα σχόλια;
Ξαφνικά μια ανατριχίλα διαπέρασε το κορμί μου. Η ώρα είχε
περάσει. Η νύχτα έφερνε παγωνιά... 'Ακόυσα βήματα ν ' ανεβαί­
νουν στις σκάλες.' Ηταν ο Τζων Γκάμπριελ. Προχώρησε προς το

127
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

μέρος μου και είδα πως περπατούσε χωρίς σταθερότητα. Ανα­


ρωτήθηκα μήπως ήταν μεθυσμένος. ' Ηρθε κοντά μου. Μου έκα­
νε εντύπωση η εμφάνισή του. Ό ταν μίλησε, η φωνή του ήταν
χοντρή, οι λέξεις έβγαιναν άσχημα από τα χείλη του. ' Εδινε την
εντύπωση μεθυσμένου, που, όμως, δεν ήταν το αλκοόλ που τον
είχε φέρει σ' αυτή την κατάσταση. Γέλασε βαριά.
- Αυτή η κοπέλα, είπε. Αυτή η κοπέλα! Σας το είχα πει πως
είναι όμοια με όλες τις συνομήλικός της. Το κεφάλι της μπορεί
να βρίσκεται στα σύννεφα, τα πόδια της, όμως, πατούν σταθερά
στη γη.
- Για ποιο πράγμα μιλάτε, Γκάμπριελ; ρώτησα απότομα. Μή­
πως έχετε πιει;
Γέλασε ξανά.
- ' Οχι, δεν έχω πιει. Υπάρχουν πολλά πιο όμορφα πράγματα
να κάνω από αυτό. Μια περήφανη αρχοντοπούλα απολαμβάνει
τα αγαθά της σάρκας! Τι μεγαλοψυχία να το κάνει μ' ένα κοινό
θνητό! Μην ανησυχείτε, όμως, της έδειξα καλά που ανήκει. Την
τράβηξα από τ' αστέρια, την έμαθα πως ζουν πάνω στη γη.Σας
το 'χα πει και παλιά πως δεν ήταν Αγία. Δεν θα μπορούσε να εί­
ναι μ' ένα τέτοιο στόμα.Είναι καθ' όλα θνητή. Ό μοια με όλους
εμάς. Πάρε όποια γυναίκα σ' αρέσει, είναι όλες ίδιες... όλες!
- Πάψτε, Γκάμπριελ, είπα έξω φρενών. Τι κάνατε;
Το αντιπαθητικό του γέλιο ξανάφτασε στ' αυτιά μου.
- Απλώς διασκέδαζα, αγόρι μου. Αυτό έκανα; διασκέδαζα.
Με το δικό μου τρόπο βέβαια, που... σε βεβαιώ πως είναι θαυμά­
σιος.
- Αν εκθέσατε κατά οποιονδήποτε τρόπο αυτή την κοπέλα...
- Την κοπέλα; Μ' αυτή είναι σωστή γυναίκα. Ξέρει τι κάνει ή
υποθέτω πως ξέρει. Είναι ολοκληρωμένη γυναίκα, παίρνω όρκο
γΓ αυτό.
Γέλασε ξανά. Ο ήχος από το γέλιο του αυτό, με κυνηγούσε
για πολλά χρόνια. Έμοιαζε με το σαρκαστικό καγχασμό ενός
φαντάσματος. Τότε τον μίσησα και αυτό το μίσος δεν έφυγε πο­
τέ από την ψυχή μου.
Συνειδητοποίησα με απελπισία την κατάστασή μου, την ανι­
κανότητά μου. Η ειρωνική ματιά του επάνω μου, μου έδωσε να
την καταλάβω ακόμα καλύτερα. Δεν θα μπορούσα να φανταστώ
κάτι πιο παράξενο από τον Τζων Γκάμπριελ εκείνη τη νύχτα...

128
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΜ,ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

Γελώντας πάντα, απομακρύνθηκε με βήματα ασταθή προς το


Λονγκ Μπαρν. Στύλωσα τα μάτια μου ξωπίσω του με την ψυχή
ξεχειλισμένη από μανία. Συλλογιζόμουν την πικρή κατάσταση
που μου δημιουργούσε η αναπηρία μου, όταν άκουσα και πάλι
βήματα στη σκάλα. Αυτή τη φορά ήταν ελαφρά, ήσυχα, ρυθμικά.
Η ' Ιζαμπελ πλησίασε και πήρε θέση κοντά μου, όπως πάντα.
Οι κινήσεις της ήταν το ίδιο σταθερές και ήρεμες. Συνέχισε τη
σιωπή που υπήρχε ανάμεσά μας και νωρίτερα. Εγώ, ωστόσο, έ­
νιωθα πως υπήρχε κάποια διαφορά. Κάτι μέσα της είχε ξυπνήσει
και ήταν τρομαγμένο. Το πνεύμα της βρισκόταν σε αναστάτωση.
Δεν ήξερα, όμως, δεν μπορούσα να μαντέψω τις σκέψεις που α­
πασχολούσαν το νου της. ' Ισως να μην ήξερε και η ίδια. Είπα κά­
πως ασυνάρτητα:
- 'Ιζαμπελ, μικρή μου, είσαι καλά;
Δεν μπορούσα να περιγράψω τι ακριβώς εννοούσα.
- Δεν ξέρω... αποκρίθηκε σιγανά.
Λίγα λεπτά αργότερα γλύστρησε το χέρι της στο δικό μου.
' Ηταν μια ζεστή, φιλική χειρονομία, μια κίνηση που δεν θα ξεχά-
σω ποτέ. Δεν είπαμε τίποτα. Καθήσαμε ακίνητοι περίπου μια
ώρα. ' Υστερα, οι καλεσμένοι άρχισαν να βγαίνουν από το Λονγκ
Μπαρν και οι γυναίκες φλυαρούσαν ικανοποιημένες, συγχαίρο­
ντας η μια την άλλη. Κάποια απ ’ όλες πήρε την ' Ιζαμπελ στο κά­
στρο με το αυτοκίνητό της.
Απόμεινα με την εντύπωση πως είχα ζήσει ένα όνειρο, κάτι
που δεν είχε συμβεί ποτέ.

129
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΟΓΔΟΟ

ανταζόμουν πως ο Γκάμπριελ θα με απόφευγε την επο­


μένη ημέρα. Αντίθετα, όμως, εκείνος δεν έβλεπε την
ώρα να συναντηθούμε. Εισέβαλε στο δωμάτιό μου πριν
από τις έντεκα.
- ' Ελπιζα να σας βρω μόνο. Υποθέτω πως ήμουν απαράδε­
κτα ηλίθιος και φρικτός χθες τη νύχτα.
- Μπορεί να το χαρακτηρίζετε μονάχα έτσι, εγώ όμως σας
πληροφορώ πως φερθήκατε σα γουρούνι, Γκάμπριελ.
- Τι είπε εκείνη;
- Απολύτως τίποτα.
- ’ Ηταν αναστατωμένη; Θυμωμένη; Διάβολε, θα πρέπει να
είπε κάτι. Έμεινε μαζί σας περίπου μια ώρα.
- Δεν είπε απολύτως τίποτα, επανέλαβα.
- Μακάρι να μην... (Σταμάτησε). Δεν φαντάζεστε, βέβαια,
πως τη διέφθειρα. Δεν συνέβη τίποτα τέτοιο. Απλώς τη φλέρτα-
ρα λίγο, αυτό είναι όλο. Η νύχτα, το φεγγάρι, μια όμορφη κοπέλ-
λα! Θέλω να πω, πως θα μπορούσε να συμβεί στον καθένα.
Δεν αποκρίθηκα. Ο Γκάμπριελ απάντησε στη σιωπή μου τόσο
σωστά, σαν να την είχα εκφράσει με λόγια.
- ’ Εχετε δίκιο. Δεν νιώθω περήφανος για τον εαυτό μου. Ε­
κείνη όμως με τρέλανε. Μ' έκανε να χάσω το μυαλό μου από
την ημέρα που τη γνώρισα. Φαινόταν πολύ ανώτερη για να την
αγγίξει κανείς. Αυτός είναι ο λόγος που τη φλέρταρα χθες το
βράδυ και ομολογώ πως το ' κανα με έναν τρόπο καθόλου ευγε­
νικό, σχεδόν βάρβαρο. Ό μως, ανταποκρίθηκε, Νόρρεϋς... Είναι
τόσο πραγματική, όσο τα όνειρα που κάνει κανείς το Σαββατό­
βραδο... Τώρα πιστεύω πως θα με μισεί. Δεν έκλεισα μάτι όλη τη
νύχτα...
Βημάτιζε νευρικά πάνω - κάτω.
- Είστε σίγουρος πως δεν είπε τίποτα; Απολύτως τίποτα;

130
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

- Σας το είπα ήδη δυο φορές, πρόφερα ψυχρά.


Έκρυψε το πρόσωπό του στις χούφτες του. Θα μπορούσε
να θεωρηθεί αστεία χειρονομία, στην πραγματικότητα, όμως, ή­
ταν τραγική.
- Δεν ξέρω ποτέ τι σκέφτεται, είπε. Δεν ξέρω τίποτα γι' αυ­
τήν. Βρίσκεται κάπου, όπου δεν μπορώ να τη φτάσω. Μοιάζει μ'
εκείνες τις καταραμένες ζωγραφιές στην Πίζα. Σα να κάθεται α­
μέριμνη, στη σκιά των δέντρων, χαμογελώντας αδιάφορα. Έ ­
πρεπε να την τραβήξω κάτω. ' Επρεπε! Δεν μπορούσα να υποφέ­
ρω άλλο αυτή την κατάσταση. Δεν μπορούσα, στ' ορκίζομαι. ' Η­
θελα να την ταπεινώσω, να την ταρακουνήσω, να την δω να ντρέ­
πεται. Ήθελα να την τραβήξω μέχρι την κόλαση μαζί μου...
- Για τ ’ όνομα του Θεού, Γκάμπριελ, σταματείστε, φώναξα
θυμωμένος. Δεν έχετε καμιά αξιοπρέπεια;
- Ό χι, δεν έχω. Δεν θα είχατε ούτε εσείς, αν βρισκόσαστε
στη δική μου θέοη. Αν είχατε υποφέρει όσο εγώ, όλες αυτές τις
βδομάδες. Μακάρι να μην την είχα συναντήσει ποτέ. Μακάρι να
μπορούσα να την ξεχάσω. Να μπορούσα να αγνοήσω την ύπαρξή
της.
- Δεν είχα ιδέα...
- Εσείς δεν έχετε ποτέ ιδέα, με διέκοψε. Δεν βλέπετε ποτέ
πέρα από τη μύτη σας.Είσαστε το πιο εγωιστικό πλάσμα που γνώ­
ρισα, τυλιγμένο γερά μέσα στα δικά σας προβλήματα. Μα δεν
καταλαβαίνετε λοιπόν πως έχω χάσει το μυαλό μου; ’ Εφτασα να
αδιαφορώ για το αν θα μπω στο κοινοβούλιο ή όχι.
- Υποθέτω πως τελικά θα σας κερδίσει η πολιτική.
- Η αλήθεια είναι, παραδέχτηκε μελαγχολικά, πως τα ’ χω
κάνει όλα άνω - κάτω.
Δεν αποκρίθηκα. Είχα αγανακτήσει πάμπολλες φορές από
την αυθάδικη συμπεριφορά του Γκάμπριελ, ώστε τώρα ένιωθα α­
ληθινή ικανοποίηση βλέποντάς τον συντετριμμένο. Η σιωπή μου
τον ενόχλησε. Χάρηκα. 'Αλλωστε, αυτό ακριβώς επιδίωκα.
- Αναρωτιέμαι, Νόρρεϋς, αν έχετε ιδέα περί του πόσο φα­
ντασμένος και πουριτανός είσαστε. Τι πιστεύετε δηλαδή; Πως
θα ’ πρεπε να της ζητήσω συγγνώμη, να ομολογήσω ότι έχασα
τον αυτοέλεγχό μου ή κάτι τέτοιο;
- Δεν είναι κάτι που με αφορά. ' Εχετε τόση πείρα από τις
γυναίκες ώστε θα έπρεπε να ξέρετε.

131
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

- Δεν μου έτυχε ποτέ πριν μια τέτοια κοπέλα. Νομίζετε ότι
αισθάνεται θιγμένη, αηδιασμένη; Ό τι με θεωρεί ολότελα γου­
ρούνι;
' Ενιωσα και πάλι την ευχαρίστηση να του δηλώσω ότι αυτή ή­
ταν η καθαρή αλήθεια, αν και αγνοούσα το τι πίστευε ή ένιωθε η
' Ιζαμπελ.
- Νομίζω, όμως, είπα κοιτώντας έξω από το παράθυρο, ότι
σε λίγα λεπτά θα βρίσκεται κοντά μας.
Ο Γκάμπριελ έγινε κατακόκκινος και τα μάτια του πήραν μια
έκφραση σαν κυνηγημένου. Πήγε μπροστά στο τζάκι, πήρε μια
άσχημη στάση με τα πόδια ανοιχτά και το πηγούνι προτεταμένο
μπροστά. Πρόσεξα ικανοποιημένος ότι έμοιαζε με σκυλί έτοιμο
να αμυνθεί.
- Αν τολμήσει και με κοιτάξει με περιφρόνηση... άρχισε αλλά
δεν τέλειωσε τη φράση του.
Η Ίζαμπελ, όμως, δεν τον κοίταξε καθόλου με τον τρόπο
που φοβόταν. Είπε καλημέρα πρώτα σ ’ εμένα και μετά σ ’ εκεί­
νον. Η συμπεριφορά της ήταν η ίδια, όπως πάντα. ’ Ηρεμη και
ευγενική. Είχε φέρει ένα σημείωμα για την Τερέζα και, όταν την
πληροφόρησα ότι βρισκόταν στους Κάρσλέικς, πήγε προς ανα­
ζήτησή της, χαρίζοντας μας προηγουμένως ένα γλυκό, ζεστό
χαμόγελο.
Όταν η πόρτα έκλεισε πίσω της, ο Γκάμπριελ εξαπέλυσε ε ­
ναντίον της ένα ολόκληρο υβρεολόγιο. Την περιέγραψε με τα
μελανότερα χρώματα και τα πιο φαρμακερά. Προσπάθησα να τον
σταματήσω, αλλά χωρίς αποτέλεσμα.
- Κράτα τη γλώσσα σου, Νόρρεϋς, βρυχήθηκε. Δεν έχεις
καμιά δουλειά σ ’ αυτήν την υπόθεση. Τ ’ ορκίζομαι πως θα δαμά­
σω αυτή τη μικρή, περήφανη μάγισσα, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει
την καταστροφή μου!
Μ ’ αυτά τα τελευταία λόγια βγήκε από το δωμάτιο,κλείνο­
ντας την πόρτα πίσω του με τέτοια δύναμη, ώστε ολόκληρο το
Πόλνορθ Χάους τραντάχτηκε.
Δεν ήθελα να φύγει η ' Ιζαμπελ χωρίς να την ξαναδώ. Χτύπη­
σα, λοιπόν, το κουδούνι μου μέχρι που ήρθε κάποιος και έσπρω­
ξε την καρέκλα μου στη βεράντα. Δεν χρειάστηκε να περιμένω
για πολύ. Η ' Ιζαμπελ βγήκε α π ’ τη μεγάλη, παλιά μπαλκονόπορ-
τα και κατευθύνθηκε προς το μέρος μου. Με τη συνηθισμένη

732
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

της φυσικότητα και χάρη ήρθε και κάθισε στο πέτρινο παγκάκι,
πλάι μου. Δεν είπε τίποτα. Τα μακρυά, λεπτά χέρια της,διπλώθη­
καν σαν φτερούγες περιστεριού στην ποδιά της.
Συνήθως με ικανοποιούσε αυτό. Σήμερα', όμως, ήθελα να
μου μιλήσει. Να μάθω τι κρύβεται μέσα σ' αυτό το ευγενικό, αρι­
στοκρατικό κεφάλι. Είχα δει σε τι κατάσταση βρισκόταν ο Γκά-
μπριελ. Δεν είχα ιδέα τι εντύπωση είχε αφήσει στην ’ Ιζαμπελ
αυτό που συνέβη την προηγούμενη νύχτα. Η δυσκολία στο να
συζητάς μαζί της ήταν το γεγονός ότι έπρεπε να εκφραστείς με
λέξεις απλές και εύκολες, χωρίς καθόλου υπονοούμενα ή αορι-
στίες.
Δεν κατάφερα, ωστόσο, να αποφύγω την κάποια ασάφεια,
που υπήρχε στην πρώτη μου ερώτηση.
- Είσαι καλά, 'Ιζαμπελ;
Έστρεψε ερωτηματικά το βλέμμα της επάνω μου.
- Ο Γκάμπριελ, της εξήγησα, ήταν αναστατωμένος σήμερα
το πρωί. Νομίζω πως θέλει να σου ζητήσει συγγνώμη για ό,τι συ­
νέβη χθες το βράδυ.
- Γιατί θα 'πρεπε να ζητήσει συγγνώμη; ρώτησε.
- Να, πρόφερα διατακτικά, πιστεύει πως συμπεριφέρθηκε ά­
σχημα.
Φαινόταν σκεφτική όταν αποκρίθηκε.
- Ω, καταλαβαίνω.
Σΐα λόγια της δεν υπήρχε κανένα ίχνος ταραχής. Η περιέρ-
γειά μου με οδήγησε να κάνω κι άλλες ερωτήσεις, αγνοώντας το
γεγονός ότι δεν είχα καμιά σχέση με την υπόθεση.
- Εσύ, δεν νομίζεις ότι φέρθηκε άσχημα;
- Δεν... δεν ξέρω... Στ' αλήθεια, δεν ξέρω... και πρόσθεσε
σε ελαφρά απολογητικό τόνο. Βλέπεις, δεν είχα τον καιρό να
σκεφτώ.
- Δεν θύμωσες, ή τρόμαξες, ή αναστατώθηκες;
’ Ημουν περίεργος, εξαιρετικά περίεργος. ’ Εδειξε να συλλο­
γίζεται τα λόγια μου. 'Υστερα αποκρίθηκε με το ύφος κάποιου
που λέει τη γνώμη του για ένα ζήτημα που δεν τον αφορά.
- Ό χι, δεν νομίζω. Θα 'πρεπε να το κάνω;
Μ ' αυτόν τον τρόπο έστρεψε τα χαρτιά εναντίον μου. Γιατί
εγώ δεν ήξερα τι απάντηση να δώσω στην ερώτησή της. Πώς αι­
σθάνεται μια κοπέλα όταν συναντά για πρώτη φορά, όχι την αγά­

133
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

πη, -αναμφισβήτητα όχι την αγάπη- ούτε την τρυφερότητα, αλ­


λά το πάθος και την ηδονή; Πίστευα πάντα -ή μήπως ήθελα να
το πιστεύω- ότι η ' Ιζαμπελ είχε κάτι το εξαιρετικά παρθενικό.
' Ηταν, όμως, αλήθεια; Θυμήθηκα ότι ο Γκάμπριελ είχε αναφέρει
δυο φορές το στόμα της. Το κοίταξα προσεκτικά. Το κάτω χεί­
λος της ήταν παχύτερο και σμίγοντας με το επάνω, έφτιαχναν
ένα στόμα φυσικό, κόκκινο, προκλητικό. Ο Γκάμπριελ είχε ξυ­
πνήσει μέσα της την ανταπόκριση. Τι είδους, όμως, ανταπόκρι­
ση; Καθαρά σεξουαλική; Ενστικτώδη; Ή μήπως γεννημένη ύ­
στερα από ώριμη σκέψη;
Τότε η ' Ιζαμπελ είπε κάτι. Με ρώτησε απλά, αν συμπαθώ τον
ταγματάρχη Γκάμπριελ. Υπήρχαν φορές που θα δυσκολευόμουν
πολύ να δώσω μια απάντηση. Σήμερα, όμως, όχι. Μέσα μου ήταν
απόλυτα ξεκαθαρισμένα τα αισθήματά μου απέναντι στον Γκά-
μπριελ.
- Ό χι, αποκρίθηκα χωρίς δισταγμό.
- Ούτε η μίσες Κάρσλέικς τον συμπαθεί, πρόφερε σκεφτι­
κή.
Δεν μου άρεσε να ταυτίζονται οι σκέψεις μου με της μίσες
Κάρσλέικς. "Εκανα με τη σειρά μου την ίδια ερώτηση.
- Εσύ τον συμπαθείς, Ιζαμπελ;
Πέρασε πολλή ώρα πριν απαντήσει. ' Οταν τέλος οι λέξεις α­
νέβηκαν στα χείλη της, διαπίστωσα πως ήταν αποτέλεσμα μιας
έντονης προσπάθειας να διαβάσει μέσα της.
- Δεν τον γνωρίζω... Δεν ξέρω τίποτα γι' αυτόν... Είναι φο­
βερό να μην μπορείς να μιλήσεις για κάποιον.
Μου ήταν πολύ δύσκολο να καταλάβω τι εννοούσε. Η δική
μου πείρα μου έλεγε ότι, ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να
πλησιάσεις μια γυναίκα, είναι να προσποιηθείς πως την καταλα­
βαίνεις. Η κατανόηση αυτή -εντελώς ψεύτικη τις περισσότερες
φορές- έχει σαν αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια μεγάλη συ­
μπάθεια. Ύστερα ακολουθούν τα πράγματα που συμπαθούν ή
που αντιπαθούν και οι δυό, οι συζητήσεις γύρω από βιβλία, θεα­
τρικά έργα, μουσική και ό,τι άλλο μπορεί να φέρει κοντά δυο αν­
θρώπους.
Ό λα αυτά, που έδειχναν ανθρώπους με αισθήματα ευγενικά
και σκέψεις ανώτερες, στην ουσία δεν ήταν παρά μια καμουφλα-
ρισμένη αναζήτηση του σεξ. Ο Γκάμπριελ σύμφωνα με τη γνώμη

134
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

της Τερέζας, ήταν απ' αυτούς που γοήτευαν τις γυναίκες. Κατά
τα φαινόμενα και η ’ Ιζαμπελ γοητεύτηκε απ' αυτόν, αλλά χωρίς
η γοητεία του να εξασκήοει επάνω της την ίδια επιρροή, όπως
στις άλλες γυναίκες. Γι' αυτήν εξακολουθούσε να είναι ένας
ξένος, ένας άγνωστος που ήρθε ξαφνικά. Ήταν, όμως, στ' αλή­
θεια γοητευμένη; Ή μήπως αυτό που την τραβούσε κοντά του
ήταν ο τρόπος που ήξερε να ερωτεύεται κι όχι ο ίδιος ο άντρας;
Ό λ α αυτά, ωστόσο, ήταν συλλογισμοί. Και η Ιζαμπελ δεν
συλλογιζόταν ποτέ. ' Ο,τι κι αν ένιωθε για τον Γκάμπριελ, δεν θα
έμπαινε στον κόπο να το αναλύσει. Θα το δεχόταν απλά, σαν ένα
καινούργιο μοτίφ στο κέντημα της ζωής και θα συνέχιζε μέχρι να
τελειώσει ολόκληρο το σχέδιο. Τότε συνειδητοποίησα τι ήταν
αυτό που ξεσήκωνε όλη αυτή τη μανιώδη αρχή του Γκάμπριελ.
Για μια μικρή στιγμή, ένιωσα συμπάθεια για κείνον. Ύστερα η
φωνή της Ιζαμπελ έφτασε απαλή στ' αυτιά μου.
Με ρώτησε σε τόνο σοβαρό ποια ήταν η γνώμη μου για το γε­
γονός ότι τα κόκκινα τριαντάφυλλα δεν ζούσαν πολύ στο νερό.
Συζητήσαμε την ερώτηση. Μετά ζήτησα να μάθω ποια ήταν τ' α­
γαπημένα της λουλούδια.
Αποκρίθηκε, τα κόκκινα τριαντάφυλλα, η πολύ σκούρα περι­
κοκλάδα και οι μωβ βιολέτες.
Μου φάνηκε παράξενη αυτή η εκλογή. Τη ρώτησα για ποιο
λόγο προτιμούσε αυτά τα συγκεκριμένα λουλούδια. Αποκρίθηκε
πως δεν ήξερε.
- Έχεις πολύ τεμπέλικο μυαλό, Ιζαμπελ, αστειεύτηκα. Θα
ξέρεις περίφημα, φτάνει να μπεις στον κόπο να σκεφτείς.
- Αλήθεια; Τότε θα σκεφτώ...
Έμεινε ακίνητη, με ίσιο το κορμί να σκέφτεται...
('Οπότε μου έρχεται στο νου μου η Ιζαμπελ, τη βλέπω ό­
πως εκείνη τη στιγμή. Καθισμένη στο πέτρινο παγκάκι κάτω από
το άπλετο φως του ήλιου, με το αριστοκρατικό της κεφάλι σηκω­
μένο περήφανο και τα κατάλευκα χέρια διπλωμένα με χάρη στα
γόνατά της, να συλλογίζεται τα λουλούδια).
- Νομίζω ότι μου συμβαίνει, επειδή φαίνονται τόσο ευαίσθη­
τα στο να τ' αγγίξει κανείς. Σαν βελούδινα... Και επειδή έχουν
τόσο όμορφη μυρουδιά. Τα τριαντάφυλλα δεν είναι όμορφα στο
χώμα. Η πραγματική τους θέση είναι σ' ένα όμορφο βάζο, αλλά
εκεί μαραίνονται γρήγορα και πεθαίνουν. Η ασπιρίνη δεν τα βοη­

135
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

θάει να ζήσουν, παρά ελάχιστα. Τίποτα δεν μπορεί να τα κρατή­


σει ζωντανά. Θα θελα να μην πέθαιναν ποτέ.
' Ηταν το πιο μακρύ λογίδριο που άκουσα ποτέ από τα χείλη
της ' Ιζαμπελ. Την ενδιέφερε περισσότερο να μιλά για τριαντά­
φυλλα, παρά για τον Γκάμπριελ... Οπως ανέφερα και προηγου­
μένως, δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτή τη οτιγμή. Δεν ήταν παρά το α­
ποκορύφωμα της φιλίας μας, της σχέσης ανάμεσά μας... Από το
σημείο που βρισκόταν η καρέκλα μου, έβλεπα το μονοπάτι που
περνούσε μέσ' από τα χωράφια και έφτανε μέχρι το κάστρο. ' Ε­
νας άντρας το διέσχιζε αποφασιστικά με στρατιωτικά ρούχα και
μπερέ. Ερχόταν προς το Πόλνορθ Χάους. Με μια ξαφνική οδύ­
νη, που δημιούργησε κατάπληξη και σ ' εμένα τον ίδιο, ένιωσα
πως ο λόρδος Σαιν Λου είχε γυρίσει.

136
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΕΝΑΤΟ

^ ζ ^ ε ρ ι κ έ ς φορές μας δημιουργείται η αυταπάτη ότι κάποιο


από τα γεγονότα που ζούμε, μας συνέβη και πριν από
y I S πολλά χρόνια. Η ίδια εντύπωση μου γεννήθηκε βλέπο­
ντας τον νεαρό λόρδο Σαιν Λου να έρχεται προς το μέρος μας.
Μου φάνηκε σα να βρισκόμουν και παλιά στην ίδια θέση, ακίνη­
τος με τα μάτια καρφωμένα στον Ρούπερτ Σαιν Λου, να διασχίζει
τα χωράφια. Είχε συμβεί το ίδιο παλιά, θα συνέβαινε κι άλλοτε...
Σ' ολόκληρη την αιωνιότητα...
Ίζαμπελ, συλλογίστηκα, Ίζαμπελ αυτό είναι το αντίο μας.
Τώρα έρχεται η μοίρα σου να σε πάρει. Η ατμόσφαιρα είχε ξανα-
γίνει περίεργη, παραμυθένια. Τίποτα δεν φαινόταν απλό, πραγ­
ματικό. Έμοιαζαν όλα με όνειρο.
Στράφηκα μ ' ένα μικρό αναστεναγμό και κοίταξα την ’ Ιζα-
μπελ. Δεν είχε αντιληφθεί ακόμη το άγγιγμα της μοίρας της. Ε­
ξακολουθούσε να έχει τα μάτια καρφωμένα στα λεπτά, μακριά
δάχτυλά της. Σκεφτόταν ακόμα τα τριαντάφυλλα ή ίσως τις βιο­
λέτες...
- Ίζαμπελ, είπα σιγανά. Κάποιος έρχεται...
Σήκωσε το κεφάλι της χωρίς βιασύνη, σχεδόν αδιάφορα.
Ξαφνικά, το κορμί της απόμεινε ακίνητο.
- Ο Ρούπερτ... πρόφερε με φωνή που έτρεμε ελαφρά! Ο
Ρούπερτ...
Φυσικά θα μπορούσε να μην ήταν ο Ρούπερτ. Κανείς δεν θα
μπορούσε να πάρει όρκο σε τέτοια απόσταση. Κι όμως, ήταν!
Ό ταν έφτασε, ο νέο άντρας έσπρωξε κάπως διστακτικά την
εξώπορτα και ανέβηκε ένα - ένα τα σκαλιά, μ' ένα ύφος σαν να
ζητούσε συγγνώμη για το θάρρος του. Το Πόλνορθ Χάους ανήκε
σε ανθρώπους που δεν είχε την τιμή να γνωρίζει... Από το κά­
στρο, όμως, του είπαν ότι θα έβρισκε εκεί την εξαδέλφη του.
Η ’ Ιζαμπελ σηκώθηκε και έκανε δυο βήματα προς το μέρος

137
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΙΤΙ

του. Εκείνος κάλυψε βιαστικά την απόσταση που τους χώριζε.


- Ρούπερτ... είπε η νέα απαλά όταν βρέθηκε κοντά του.
- Ιζαμπελ!
Στάθηκαν για αρκετά λεπτά έτσι, με τα χέρια τους ενωμένα
και το κεφάλι του να γέρνει προστατευτικά προς το μέρος της.
Ηταν όλα τέλεια... Τέλεια. Αν γυρίζαμε ταινία, δεν θα υπήρχε
κανένας λόγος να επαναλάβουμε τη σκηνή. Είμαι μάλιστα σίγου­
ρος, πως πολλές από τις ρομαντικές μεσόκοπες που θα έβλε­
παν το φιλμ, θα αναλύονταν σε δάκρυα. ’ Ηταν μια ειδυλλιακή,
παραμυθένια ιστορία, εξωπραγματική πέρα για πέρα. ' Ενα ρομά-
ντσο με κεφαλαία γράμματα.
' Ενα αγόρι και ένα κορίτσι που συλλογίζονταν για χρόνια και
χρόνια το ένα το άλλο, συναντήθηκαν. Ο καθένας είχε σχηματί­
σει στο μυαλό του μια εικόνα, κάπως υπερβολική, όταν, όμως, έ­
σμιξαν διαπίστωσαν έκθαμβοι πως τ' όνειρο δεν απείχε πολύ
από την αλήθεια...
' Ηταν ένα από τα πράγματα που δεν συνέβαιναν ποτέ στη
ζωή. Να, όμως, που συνέβαινε τώρα μπροστά στα μάτια μου. Με
την πρώτη ματιά που αντάλλαξαν, κατάλαβαν ότι όλα όσα ονει­
ρεύονταν μπορούσαν να γίνουν αληθινά. Ο Ρούπερτ είχε πάντα
στην άκρη του μυαλού του κρυμμένη την ελπίδα να γυρίσει στο
Σαιν Λου και να παντρευτεί την ' Ιζαμπελ. Η ' Ιζαμπελ, ένιωθε
πάντα τη σιωπηλή βεβαιότητα πως ο Ρούπερτ θα ερχόταν, θα
την έκανε γυναίκα του και θα ζούσαν μαζί στο Σαιν Λου... ευτυχι­
σμένοι για πάντα.
Τώρα το τέλος είχε φτάσει. Ο γάμος τους, το ’ νιωθαν και οι
δυο, ήταν ζήτημα χρόνου. Η σιωπηλή συνεννόησή τους κάποτε
τελείωσε. Η ’ Ιζαμπελ στράφηκε σε μένα. Το πρόσωπό της έλα­
μπε από ευτυχία.
- Ο κάπταιν Νόρρεϋς, είπε. Ο εξάδελφός μου Ρούπερτ.
Ο νεαρός λόρδος με πλησίασε και μου έσφιξε το χέρι. ' Ετσι,
είχα την ευκαιρία να τον κοιτάξω καλύτερα. Εξακολουθώ να πι­
στεύω ότι δεν έχω συναντήσει στη ζωή μου πιο όμορφο άνθρω­
πο. Έμοιαζε με τους αρχαίους Έλληνες Θεούς που ζούσαν
στον ’ Ολυμπο. Η ομορφιά του ήταν απόλυτα αρσενική και επι­
βλητική. Το ηλιοκαμμένο πρόσωπό του στόλιζε ένα μάλλον φαρ­
δύ μουστάκι. Τα μάτια του είχαν ένα χρώμα βαθύ γαλάζιο, ενώ το
κεφάλι του στηριζόταν σε δυο πελώριους, δυνατούς ώμους. Η

138
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

φωνή του ήταν ευχάριστη. Δεν είχε κανένα φαντασμένο ύφος.


Αντίθετα, στο πρόσωπό του διάβαζε κανείς το χιούμορ, την εξυ­
πνάδα, την επιμονή και κάποια ήρεμη σταθερότητα.
Ζήτησε συγγνώμη που ήρθε απροειδοποίητα, αλλά μόλις είχε
φτάσει με αεροπλάνο και ήρθε στο κάστρο κατευθείαν από το α­
εροδρόμιο με αυτοκίνητο. Μόλις έφτασε, έμαθε από τη λαίδη
Τρεζίλιαν ότι η εξαδέλφη του ήταν στο Πόλνορθ Χάους και έ-
σπευσε να τη συναντήσει.
Τελειώνοντας τη φράση του, κάρφωσε το βλέμμα του στην
' Ιζαμπελ, χαμογελώντας θαυμαστικά.
- ' Εχεις αλλάξει πολύ, ' Ιζαμπελ. Σε θυμάμαι με τα φοβερά
μακριά σου πόδια, μακριές κοτσίδες και σοβαρό ύφος.
- Θα πρέπει να ήμουν πολύ άσχημη, παρατήρησε σκεφτική η
κοπέλα.
Ο λόρδος Σαιν Λου είπε ότι έλπιζε να συναντήσει τη νύφη
μου και τον αδελφό μου, που τον θαύμαζε ήδη από τα έργα του.
Η ' Ιζαμπελ δήλωσε ότι η Τερέζα βρισκόταν στους Κάρσλέικς
και προθυμοποιήθηκε να τη φωνάξει. Ή θελε ο Ρούπερτ να έρ­
θουν και οι Κάρσλέικς;
Ο νέος αποκρίθηκε πως καλύτερα όχι. 'Αλλωστε, δεν μπο­
ρούσε να τους θυμηθεί, αν και βρίσκονταν στο Σαιν Λου όταν εί­
χε ερθει για τελευταία φορά σαν μαθητής.
- Νομίζω, Ρούπερτ, πως θα πρέπει να τους δεχτείς. Θα χα-
ρούν πολύ με τον ερχομό σου. ' Ολοι οι γνωστοί μας θα χαρούν.
Ο νεαρός λόρδος φάνηκε να διστάζει. Δεν είχε παρά μόνο
ένα μήνα άδεια, εξήγησε.
- Κι ύστερα θα πρέπει να γυρίσεις στην Ανατολή; ρώτησε α­
πλά η Ιζαμπελ.
- Ναι.
- Κι ύστερα, όταν ο πόλεμος τελειώσει, θα έρθεις να ζήσεις
εδώ;
Το πρόσωπό του έγινε απότομα σοβαρό.
- Εξαρτάται από μερικά πράγματα.
Ακολούθησε μια μικρή, παράξενη σιωπή. Έμοιαζε σαν κι οι
δυο να έκαναν ταυτόχρονα τις ίδιες σκέψεις. Υπήρχε ήδη από­
λυτη αρμονία και κατανόηση ανάμεσά τους.
' Υστερα, η ' Ιζαμπελ έσπευσε προς αναζήτηση της Τερέζας
και ο Ρούπερτ Σαιν Λου κάθησε να μου κάνει συντροφιά. Η κου­

139
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

βέντα μας με ευχαρίστησε αληθινά. Από τότε που ήρθα στο


Πόλνορθ Χάους, ζούσα αποκλειστικά σχεδόν σε μια γυναικεία α­
τμόσφαιρα. Το Σαιν Λου ήταν ένα α π ' αυτά τα μέρη της Αγγλίας
όπου έμεναν εντελώς έξω από τον πόλεμο. Οι σχέσεις τους μα­
ζί του, περιορίζονταν στις ειδήσεις υπό μορφή σχολίων και ψιθύ­
ρων. Οι στρατιώτες που έρχονταν με άδεια, αρνιόνταν να πουν
το παραμικρό προτιμώντας ν ' αφήσουν πίσω τους την οδύνη του
πολέμου.
Αντίθετα ήμουν υποχρεωμένος να υφίσταμαι τον πυρετό της
προεκλογικής κίνησης, και πάλι στις μικρές περιοχές, σαν κι αυ­
τήν, ήταν κυρίως έργο των γυναικών. Βρισκόμουν μέσα σ' ένα
ωκεανό από κουτσομπολιά, ανόητες μεγαλοστομίες και προχει­
ρότητα στον τομέα της ουσιαστικής εργασίας. Δεν ήταν παρά έ­
νας κόσμος που παρακολουθούσε τη διεθνή κατάσταση από τις
πρώτες θέσεις ενός θεάτρου και χρησιμοποιούσε τις λέξεις Ε­
λευθερία, Δημοκρατία, Πατρίδα, Τιμή, Έθνος, σαν αιτία για να
οργανώνει τσάγια και άλλες κοσμικές συγκεντρώσεις.
Γρήγορα, ωστόσο, διαπίστωσα ότι οι γυναίκες σαν εκλογείς,
ήταν πολύ πιο ώριμες. Ζύγιζαν πολύ την ψήφο τους πριν τη δώ­
σουν και το μυαλό τους κατέκλυζαν χίλια δυο ερωτήματα. Ποιο
κόμμα θα μου δώσει ένα σπίτι... ποιος θα φέρει το γιό μου Τζόν-
νυ ή τον άντρα μου Ντέιβιντ από το μέτωπο; Ποιος θα προσφέ­
ρει στα μικρά μου ένα καλύτερο μέλλον; Ποιος θα εμποδίσει στο
μέλλον πολέμους, ώστε να μην κινδυνεύει άλλο ο άντρας μου ή
-ακόμα- και ο μικρούλης μου; Ποιος θα ενισχύσει τα οικονομικά
μας; Ποιος θα μας δώσει περισσότερα τρόφιμα, ρούχα, πετσέ­
τες και σαπούνι;
Ο ταγματάρχης Γκάμπριελ είναι πολύ συμπαθητικός. Και αλη­
θινός άντρας. Πολέμησε σ' ολόκληρη την Ευρώπη, τραυματί­
στηκε. Δεν κάθησε ήσυχα - ήσυχα στο σπιτάκι του. Ξέρει τι νιώ­
θουμε όσο λείπουν οι άντρες μας. Είναι αυτός που θέλουμε.
Ό χ ι δάσκαλος! Αυτοί οι δάσκαλοι! Δεν ήταν σε θέση να προ­
σφέρουν καμιά βοήθεια στον πόλεμο. Δεν αξίζουν τίποτα.
Τι είναι η πολιτική, πέρα από την ελπίδα του καθενός να ικα­
νοποιήσει με την ψήφο του τις ανάγκες του;
Αυτός ήταν ο κόσμος που με φιλοξενούσε από τότε που απο­
φάσισα να ξαναγυρίσω στη ζωή. ' Ενας κόσμος που δεν είχα γνω­
ρίσει ποτέ πριν, ολότελα καινούργιος. Στην αρχή, τον είχα κατα­

140
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

δικάσει απερίφραστα. Πίστευα πως δεν ήταν παρά μια σαπουνό­


φουσκα. Αργότερα, όμως, κατάλαβα που βασιζόταν. Στη σκληρή
πραγματικότητα, στην ατέλειωτη προσπάθεια για επιβίωση. Ή ­
ταν ο κόσμος της γυναίκας, όχι του άντρα. Ο άντρας εξακολου­
θούσε να είναι ο αδίστακτος κυνηγός που πήγαινε ανέμελος
μπροστά, κουρελιασμένος, πεινασμένος, σέρνοντας πίσω του
μια γυναίκα κι ένα παιδί. Γι' αυτόν, δεν χρειαζόταν πολιτική. Του
έφτανε ένα πολεμικό εμβατήριο, μια ενθουσιώδης κραυγή και τα
εγκατέλειπε στη στιγμή όλα, τρέχοντος πίσω από ένα μεγαλό­
σχημο αρχηγό.
Ο άνθρωπος, όμως, είναι γεννημένος για τη γη και η γη πραγ­
ματικά τρέφει. Οι γυναίκες το ήξεραν καλά αυτό. Δεν κοιτούσαν
τ' αστέρια, αλλά τους τέσσερις τοίχους μιας κάμαρας που θα τις
προφύλασσε από τον άνεμο, τη χύτρα να βράζει στη φωτιά και τα
κόκκινα μάγουλα των καλοθρεμμένων παιδιών.
Κάτι, ωστόσο, μ' έσπρωχνε ναξεφύγωαπ' αυτόν το θηλυκο­
κρατούμενο κόσμο. Ο Ρόμπερτ δεν με βοηθούσε καθόλου. ' Ενα
ζωγράφο, ένα καλλιτέχνη γενικώτερα, το μόνο που τον ενδιαφέ­
ρει, είναι η τελειότητα του έργου του. Ο Γκάμπριελ ήταν κάπως
υπερβολικά αρσενικός, με την πονηριά και τη ραδιουργία μέσα
στο αίμα του. Κι άλλωστε, δε μας συνέδεε καμιά συμπάθεια.
Ο Ρούπερτ Σαιν Λου με ξαναγύρισε στο δικό μου κόσμο. Ε­
κείνον του Ελ Αλαμέιν, της Σικελίας, του Κάιρου, της Ρώμης. Συ­
ζητούσαμε σε μια δική μας γλώσσα, χρησιμοποιώντας τους ί­
διους ιδιωματισμούς, τις ίδιες λέξεις. Ριχνόμουν με τη σκέψη α­
νάμεσα στις οβίδες, όπως παλιά, αδιαφορώντας για το θάνατο
και έχοντας ενδιαφέρον μονάχα για το κρασί και τη σαρκική από­
λαυση.
Μ' άρεσε τρομερά ο νεαρός λόρδος. ’ Ημουν σίγουρος πως
ήταν πρώτης τάξεως αξιωματικός και εξαιρετικά συμπαθητικός
άνθρωπος. Είχε γερό μυαλό, λεπτό χιούμορ και μια έμφυτη εξυ­
πνάδα. Ανήκε, σκεφτόμουν, στην κατηγορία εκείνων που γεννή­
θηκαν για να φτιάξουν ένα καινούργιο κόσμο. ' Ενα κόσμο που να
σέβεται τις παραδόσεις, αλλά ταυτόχρονα να έχει μοντέρνες α­
ντιλήψεις και να κοιτάζει μπροστά.
Στο δωμάτιο δεν άργησε να κάνει την είσοδό της η Τερέζα
μαζί με τον Ρόμπερτ. θάλθηκε να περιγράφει πόσο ήταν όλοι α­
πασχολημένοι τις παραμονές των εκλογών. Ο Ρούπερτ Σαιν

141
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

Λου, ομολόγησε με ειλικρίνεια, πως δεν κατείχε πολλά πράγμα­


τα από πολιτική. Τέλος ήρθαν οι Κάρσλέικς με τον Γκάμπριελ. Η
μίσες Κάρσλέικς λαχάνιαζε σαν άλογο από τη συγκίνηση, ενώ ο
Κάρσλέικς είχε πάρει το επίσημο ύφος του και δήλωνε με έμφα­
ση πόσο χαιρόταν που ξανάβλεπε το λόρδο και, πάνω σ' αυτό,
του σύστησε τον εκλεκτό μας υποψήφιο, ταγματάρχη Γκά-
μπριελ.
Ο Ρούπερτ Σαιν Λου και ο Γκάμπριελ αντάλλαξαν μια θερμή
χειραψία και ο λόρδος του ευχήθηκε καλή επιτυχία. Στέκονταν
και οι δυο κάτω από το φως του ήλιου που έκανε πιο έντονη ακό­
μα τη φοβερή αντίθεση που υπήρχε ανάμεσά τους. Δεν ήταν μο­
νάχα που ο Ρούπερτ Σαιν Λου ήταν όμορφος και ο Γκάμπριελ ά­
σχημος. Επρόκειτο για κάτι πολύ πιο βαθύ. Ο Ρούπερτ Σαιν Λου
ενέπνεε εκτίμηση, σιγουριά. Οι τρόποι του είχαν μια φυσική ευ­
γένεια και γοητεία. Ακόμη ήταν αδύνατον να αμφισβητήσει κα­
νείς την τιμιότητά του. ’ Ενας κινέζος έμπορος, αν μπορώ να φέ­
ρω ένα τέτοιο παράδειγμα, θα τον εμπιστευόταν να του πουλή­
σει μια σημαντική ποσότητα από τα εμπορεύματά του χωρίς να
πάρει τα λεφτά στο χέρι. Και οι κινέζοι έμποροι δεν πέφτουν πο­
τέ έξω.
Αντίθετα ο Γκάμπριελ πλάι του, έκανε φοβερή εντύπωση.
Ήταν νευρικός, διαρκώς γεμάτος νευρική αμηχανία. Έμοιαζε
μ' εκείνους που ήταν τίμιοι μονάχα όσο ένιωθαν ότι κάποιος
τους παρακολουθεί.
Ο Ρόμπερτ στεκόταν πλάι στην πολυθρόνα μου. Προσπάθησα
να του αποσπάσω την προσοχή του πάνω στους δυο άντρες. Δεν
άργησε να καταλάβει το νόημά μου και στύλωσε τα μάτια του ε­
ρευνητικά πάνω τους. Ο Γκάμπριελ εξακολουθούσε να στηρίζε­
ται αμήχανα πότε στο ένα πόδι και πότε στο άλλο. Χρειαζόταν να
σηκώνει το κεφάλι για να κοιτάξει τον Ρούπερτ, καθώς μιλούσαν
και δεν νομίζω πως του άρεσε, αυτό.
Και κάποιος άλλος τους παρακολουθούσε προσεκτικά· η ’ I-
ζαμπελ. Στην αρχή, τα μάτια της έδειχναν να τους αγκαλιάζουν
και τους δυο, κι ύστερά καρφώθηκαν στον εξάδελφό της. Τα χεί­
λη της μισάνοιξαν από ευχαρίστηση, ενώ το κεφάλι της υψωνό­
ταν περήφανο. Ένα απαλό ροζ χρώμα έβαψε τα μάγουλά της.
Αυτό το περήφανο ύφος της ήταν ένα από τα πιο ωραία πράγμα­
τα που είχα δει στη ζωή μου.

742
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

Ο Ρόμπερτ πρόσεξε αμέσως την αλλαγή της. Ύστερα η μα­


τιά του επέστρεψε εξεταστικά στο πρόσωπο του Ρούπερτ Σαιν
Λου.
Όταν οι άλλοι μπήκαν μέσα για ένα απεριτίφ, ο Ρόμπερτ έ­
μεινε μαζί μου στη βεράντα. Τον ρώτησα τι γνώμη σχημάτισε για
τον Ρούπερτ Σαιν Λου. Η απάντησή του ήταν παράξενη.
- Θα έλεγα πως δεν παραστάθηκε στη γέννησή του καμιά
κακή νεράιδα.

143
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ

U / Ρούπερτ και η ' Ιζαμπελ δεν χρειάστηκαν πολύ καιρό


f / για να βάλουν τα πράγματα στη θέση τους. Κατά τη γνώ-
__' μη μου, τα είχαν ήδη βάλει από εκείνη την πρώτη στιγ­
μή που συναντήθηκαν στη βεράντα, κοντά στην αναπηρική μου
πολυθρόνα.
Ανυπομονούσα ν 1 ακούσω και τη γνώμη του Τζων Γκάμπριελ.
Με εμένα εξακολουθούσε να διατηρεί την ωμή ειλικρίνειά του.
Απ' ό,τι είχα καταλάβει, αντιπαθούσε το νεαρό λόρδο. Αυτό ή­
ταν πολύ φυσικό, γιατί ο Ρούπερτ του έκλεβε αναγκαστικά ένα
μεγάλο μέρος της προσοχής των κατοίκων.
Νομίζω πως ένιωσαν και οι δυο ανακούφιση όταν κατάλαβαν
ότι το όνειρο που κρατούσαν μυστικό τόσα χρόνια, είχε έρθει η
στιγμή να πάρει σάρκα και οστά. Γιατί, όπως μου αποκάλυψε ο
Ρούπερτ μερικές μέρες αργότερα, επρόκειτο για ένα πολύ αγα­
πημένο όνειρο.
Δεν αργήσαμε να γίνουμε φίλοι οι δυο μας. ’ Ενιωθε κι αυτός
την ανάγκη ενός συντρόφου. Η ατμόσφαιρα στο κάστρο ήταν ξε-
χειλισμένη από γυναικεία λατρεία. Ακόμα και η λαίδη Σαιν Λου
είχε εγκαταλείψει το συνηθισμένο υπεροπτικό ύφος της και του
φανέρωνε όλη της την αγάπη. Ο νεαρός λόρδος έβρισκε ευχα­
ρίστηση στο να έρχεται να κουβεντιάζουμε.
- Πότε - πότε, είπα απότομα κάποια μέρα, ένιωθα πως ήμουν
ανόητος όσον αφορά την ’ Ιζαμπελ. Είναι πολύ περίεργο ν ' απο­
φασίζεις να παντρευτείς κάποιον όταν αυτός είναι ακόμα παιδί
και να διαπιστώνεις πολλά χρόνια μετά ότι εξακολουθείς να τον
θέλεις.
Του αποκρίθηκα πως είχα ξανακούσει για παρόμοιες περι­
πτώσεις.
- Υποθέτω πως... συνέχισε σκεφτικός, πως η αλήθεια είναι
ότι εγώ και η ’ Ιζαμπελ ανήκουμε... την ένιωθα πάντα σαν ένα μέ­

144
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ tO ΘΑΝΑΤΟ

ρος του εαυτού μου, κάτι αναπόσπαστο... ’ Ηξερα ότι κάποια μέ­
ρα θα ενωνόμαστε και τυπικά. Παράξενη ιστορία. Κι η Ίζαμπελ
είναι παράξενη κοπέλα.
Απόμεινε για λίγα λεπτά σιωπηλός να παρατηρεί τον καπνό
του τσιγάρου του.
- Νομίζω ότι αυτό που μ' αρέσει σ' αυτήν είναι ότι δεν έχει
καμιά αίσθηση του χιούμορ.
- Είστε σίγουρος;
- Απόλυτα. Είναι υπέροχα ήρεμη. Υποψιαζόμουν πάντα ότι
το χιούμορ είναι κάτι σαν όπλο που μεταχειριζόμαστε εμείς οι
πολιτισμένοι ενάντια στις αντιξοότητες και τις απογοητεύσεις
της ζωής. Προσπαθούμε να δούμε την κατάσταση κωμική, ακρι­
βώς επειδή μας πονάει.
Υπήρχε κάποια μεγάλη δόση πραγματικότητας στα λόγια
του... Το πικρό χαμόγελο που σχηματίστηκε στα χείλη μου, φα­
νέρωνε πως και οι δικές μου υποψίες δεν απείχαν πολύ... Έ ­
στρεψε το βλέμμα του στο κάστρο.
- Το αγαπώ βαθιά αυτό το μέρος. Πάντοτε το αγαπούσα. Ω­
στόσο, χαίρομαι που ανατράφηκα στη Νέα Ζηλανδία μέχρι που
ήρθε ο καιρός να σπουδάσω στο ' Ητον. Η απόσταση με ωφέλη­
σε. Με έκανε να νιώσω περισσότερο τη σημασία του. Ό ταν ερ­
χόμουν από το ' Ητον για διακοπές, το όργωνα από πάνω ως κά­
τω. Με συγκινούσε βαθιά η σκέψη πως ήταν δικό μου και πως κά­
ποτε θα ερχόμουν να ζήσω εδώ για πάντα. Για πρώτη φορά στη
ζωή μου είχα την αίσθηση ότι κάπου ανήκα. Και η ' Ιζαμπελ ήταν
πάντα ένα κομμάτι του κάστρου. ' Ημουν σίγουρος από τότε πως
θα παντρευόμαστε και θα ζούσαμε μαζί τα υπόλοιπα χρόνια της
ζωής μας. (Το σαγόνι του σκλήρυνε ελαφρά). Γιατί θα ζήσουμε
εδώ! Παρ' όλους τους φόρους, τα έξοδα, τις επισκευές, ακόμα
και την απειλή της εθνικοποίησης περιουσιών. Το κάστρο είναι
το σπίτι της ' Ιζαμπελ και το δικό μου.

Αρραβωνιάστηκαν την πέμπτη ημέρα μετά την άφιξη του


Ρούπερτ. ' Ηταν η λαίδη Τρεζίλιαν που μας έφερε τα νέα. Θα τα
διαβάζαμε, μας είπε, στην πρωινή εφημερίδα, αλλά εκείνη προ­
τιμούσε να τα ακούσουμε πρώτα από το δικό της στόμα. Φαινό­
ταν τόσο ευτυχισμένη! Το γλυκό, ολοστρόγγυλο πρόσωπό της έ ­
τρεμε από ευτυχία. Η Τερέζα κι εγώ, νιώσαμε σχεδόν συγκίνηση

145
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

μπροστά στη χαρά της. Η βαθιά ευχαρίστησή της, την έκανε να


μου φέρεται πολύ λιγότερο μητρικά από συνήθως, με αποτέλε­
σμα να απολαύσω περισσότερο την συντροφιά της. Για πρώτη
φορά δεν μου έφερε βιβλία και δεν προσπάθησε να είναι πρό­
σχαρη και να μου δώσει κουράγιο. ' Ηταν ολοφάνερο πως ο Ρού-
περτ και η Ίζαμπελ αιχμαλώτιζαν κάθε της σκέψη.
Η συμπεριφορά των δυο άλλων γυναικών, ποικίλε ελαφρά. Η
μίσες Μπίγκχαμ Τσάρτερις διπλάσιασε την ενεργητικότητά της,
συνοδεύοντας τον Ρούπερτ σε ατέλειωτους περιπάτους στο α­
πέραντο κτήμα. Τον γνώριζε στους ενοικιαστές, του μιλούσε για
οροφές και επισκευές, για το τι έπρεπε να διορθωθεί και τι μπο­
ρούσε θαυμάσια να μείνει όπως ήταν.
- Ο Ά μο ς Ρόλφλεξεν δεν κάνει άλλο από το να γκρινιάζει.
Μόλις πριν δυο χρόνια του βάψαμε όλους τους τοίχους. Νομίζω
πως κάτι πρέπει να γίνει με την οροφή της ' Ελεν Χηθ. Παρου­
σιάζει κάποιο σοβαρό ελάττωμα. Οι Χηθ είναι ένοικοι του κτήμα­
τος εδώ και τριακόσια χρόνια.
Αυτό, ωστόσο, που μου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση, ή­
ταν η συμπεριφορά της λαίδης Σαιν Λου. Για αρκετό καιρό μου
ήταν αδύνατον να την καταλάβω. Κάποτε, όμως, βρήκα την εξή­
γηση. Δεν ήταν παρά θρίαμβος. ' Ενας παράξενος θρίαμβος ό­
πως όταν κάποιος κερδίζει μια μάχη εναντίον ενός αόρατου και
ανύπαρκτου ανταγωνιστή.
- Τώρα όλα θα πάνε καλά, μου εμπιστεύθηκε.
Από τα χείλη της ξέφυγε ένας αναστεναγμός. ' Ενας βαθύς,
κουρασμένος αναστεναγμός. Ήταν σαν να έλεγε: «Θεέ μου,
τώρα μπορεί η δούλη σου να αποσυρθεί εν ειρήνη...». Μου φά­
νηκε σαν να είχε κάποιο φόβο που δεν τολμούσε να φανερώσει
αλλά τώρα ήξερε ότι δεν υπήρχε πια λόγος να φοβάται.
Υπέθεσα πως θα ήταν αμφιβολία για το αν ο νεαρός λόρδος
Σαιν Λου γυρνούσε να παντρευτεί μια εξαδέλφη που είχε να δει
οκτώ ολόκληρα χρόνια. Το πιο πιθανό θα ήταν να παντρευτεί κά­
ποιο περαστικό έρωτά του τις μέρες του πολέμου. Σε τέτοια πε­
ρίοδο οι γάμοι αφθονούν. Να, όμως, που ο Ρούπερτ είχε γυρίσει.
Μίλησα σχετικά στην Τερέζα και κούνησε σκεφτική το κεφά­
λι.
- Κάνουν ένα θαυμάσιο ζευγάρι, παραδέχτηκε.
- Φαίνονται φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλον. ' Ετσι λένε συ­

146
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

νήθως στους γίμους οι πιστές γκουβερνάντες, μα ο ' αυτήν την


περίπτωση, νομίζω πως είναι απόλυτα αληθινό.
- Πράγματι. Φαίνεται απίστευτο. Δεν σου δημιουργεί στιγ­
μές - στιγμές, Ούγκο, την αίσθηση πως θα ξυπνήσεις;
Σκέφτηκα για λίγο πριν απαντήσω. ’ Ηξερα καλά τι εννοούσε.
- Τίποτα που να ' χει σχέση με το κάστρο Σαιν Λου δεν φαί­
νεται αληθινό, συμφώνησα.
Ολόκληρο το Σαιν Λου είχε συγκινηθεί από την άφιξη του
πραγματικού ιδιοκτήτη του Κάστρου. Οιπαλιότεροι ένιωθαν σχε­
δόν περηφάνεια και μιλούσαν για τον πατέρα του που θυμόντου­
σαν καλά. Ό σ ο για τους νεώτερους και τους καινούργιους κα­
τοίκους, αυτοί έδειχναν από σνομπισμό ακόμη μεγαλύτερο εν­
διαφέρον.
- Δεν είναι παρά ένα κοπάδι πρόβατα, βρυχήθηκε ο Γκά-
μπριελ. Μου φαίνεται φοβερό το πόσο οι ’ Αγγλοι εξακολουθούν
ν' αγαπούν τους τίτλους.
- Μην αποκαλείτε ποτέ ένα κάτοικο της Κορνουάλης Εγγλέ­
ζο. Δεν έτυχε να το μάθετε αυτό;
- Μου διέφυγε. Είναι, όμως, αληθινό. Πιστεύω πως όλοι
τους είναι ίδιοι. Οι μισοί τρέχουν σαν σκυλάκια πίσω από τους τιτ­
λούχους και οι άλλοι μισοί διακηρύττουν με έμφαση και σνομπι-
σμό την αδιαφορία τους.
- Ποια είναι η δική σας γνώμη;
Χαμογέλασε. Εκτιμούσε πάντα τον τρόπο που άρχιζα την επί­
θεσή μου.
- Παραδέχομαι πως κι εγώ δεν είμαι ένας σνομπ. Αυτό που
θα επιθυμούσα περισσότερο από κάθε τι στον κόσμο, θα ήταν να
είχα γεννηθεί Ρούπερτ Σαιν Λου.
- Με εκπλήσσετε.
- Υπάρχουν μερικά πράγματα επάνω στον άνθρωπο που ε-
ξαρτώνται από την καταγωγή του. Θα έδινα τα πάντα για να είχα
τα πόδια του, ομολόγησε με ειλικρίνεια.
Θυμήθηκα τι μου είχε ψιθυρίσει η λαίδη Τρεζίλιαν στην πρώ­
τη δημόσια εμφάνισή του και χάρηκα που είχε τη δύναμη να πα­
ραδέχεται τα φυσικά ελαττώματα του.
Τον ρώτησα αν αισθανόταν ότι ο Ρούπερτ του έκλεβε την πα­
ράσταση. Απόμεινε για λίγο σιωπηλός. Φαινόταν να σκέφτεται
σοβαρά την ερώτηση, χωρίς να δείχνει την παραμικρή ενόχληση.

147
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

' Οχι, απάντησε τέλος, δεν ένιωθε τίποτα τέτοιο, γιατί ο λόρ­
δος Σαιν Λου δεν ήταν πολιτικός του αντίπαλος. Αντίθετα, ήταν
μια επιπρόσθετη προπαγάνδα υπέρ του Συντηρητικού Κόμμα­
τος.
- Αν και νομίζω,πρόσθεσε, πως αν αποφάσιζε να πολιτευθεί,
θα του ταίριαζε περισσότερο το Εργατικό Κόμμα.
- Ό χι, βέβαια, διαμαρτυρήθηκα. Έχει τόση περιουσία.
- Δεν θα ισχυριστώ φυσικά πως θα δεχόταν ευχαρίστως να
του κρατικοποιήσουν τα κτήματά του, εξήγησε, αλλά τα πράγμα­
τα έχουν αλλάξει κατά πολύ στην εποχή μας, Νόρρεϋς. Οι αγρό­
τες και οι εργάτες υποστηρίζουν τους Συντηρητικούς, ενώ οι
νέοι κυρίως, που διαθέτουν χρήματα, μόρφωση και όνομα, κλί­
νουν προς το Εργατικό Κόμμα. Υποθέτω πως αυτό συμβαίνει α­
κριβώς επειδή δεν ξέρουν τι σημαίνει να δουλεύεις με τα χέρια
σου και αγνοούν τι θέλει πραγματικά ένας εργάτης.
- Και ποιο είναι αυτό που θέλει πραγματικά; ρώτησα γνωρί­
ζοντας ότι ο Γκάμπριελ έδινε κάθε φορά και μια διαφορετική α­
πάντηση σ' αυτό το ερώτημα.
- Θέλει να γίνει πλούσια η χώρα, ώστε να υπάρχει ελπίδα να
πλουτίσει κάποτε και ο ίδιος. Πιστεύει ότι οι Συντηρητικοί είναι οι
πιο κατάλληλοι για να το πετύχουν αυτό, γιατί ξέρουν να διαχει­
ρίζονται τα χρήματα, κάτι εξαιρετικά σημαντικό. Θα έλεγα ότι ο
λόρδος δεν είναι παρά ένας Φιλελεύθερος της παλιάς σχολής.
Τώρα κανείς δεν έχει ανάγκη από τους Φιλελεύθερους και δεν
υπάρχει λόγος, Νόρρεϋς, ν' ανοίξετε το στόμα σας για να πείτε
αυτό που έχετε στο νου σας. Περιμένετε καλύτερα τα αποτελέ­
σματα των εκλογών. Οι Φιλελεύθεροι θα έχουν τόσους λίγους
ψήφους που θα μετρώνται στα δάχτυλα. Κανείς δεν συμμερί­
στηκε ποτέ τις ιδέες τους, πράγμα που σημαίνει ότι δεν βλέπει
με καλό μάτι τη μέση οδό. Είναι υπερβολικά μονότονη.
- Και πιστεύετε ότι ο Ρουπερτ Σαιν Λου, είναι οπαδός της
μέσης οδού;
- Ακριβώς. Είναι από τους ανθρώπους που διατηρούν το πα­
λιό, βγάζοντας ταυτόχρονα το καπέλο τους και στο καινούργιο.
Ουσιαστικά δηλαδή δεν αγαπούν ούτε το ένα ούτε το άλλο. Α­
πλώς συμβιβάζονται.
- Πώς; έκανα κατάπληκτος.
- Αυτό που ακούσατε, Νόρρεϋς. Συμβιβάζονται.Μια συμβα­

148
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

τική ζωή! Ένα συμβατικό κάστρο. (Ρουθούνισε περιφρονητικά).


Ένας συμβατικός γάμος.
- Και μια συμβατική νύφη, μήπως; ρώτησα.
- Ό χι. Εκείνη είναι εντάξει... Δεν κάνει τίποτα απ' αυτό που
δεν θέλει πραγματικά. Και ξέρει τι θέλει.
- Δεν συμπαθείτε το λόρδο Σαιν Λου;
- Και γιατί να το κανα; 'Αλλωστε, ούτε εκείνος με συμπα­
θεί.

Σκέφτηκα την τελευταία φράση του. Πράγματι, ο λόρδος δεν


έδειχνε να τον συμπαθεί ιδιαίτερα.
- Ωστόσο, θα υποχρεωθεί να με υφίσταται, εξακολούθησε ο
Γκάμπριελ. Θα γίνω βουλευτής της περιοχής του, μη το ξεχνά­
τε. Θα με προσκαλεί σε γεύμα πότε - πότε και θα ποζάρει δίπλα
μου οτις επίσημες τελετές.
- Είστε πολύ σίγουρος για τον εαυτό σας, ταγματάρχα. ' Ι­
σως είναι πολύ νωρίς ακόμη.
- Κι όμως είναι βέβαιο. Θα πετύχω. Δεν θα ξαναδοθεί άλλη
ευκαιρία σε μένα, ξέρετε. Κατά κάποιον τρόπο, κάνω ένα πείρα­
μα. Αν το πείραμα αποτύχει, θα χαθώ κι εγώ και τ ’ όνομά μου για
πάντα. Δεν μπορώ ούτε στο στρατό να γυρίσω. Δεν είμαι επαγ-
γελματίας στρατιώτης. Με χρειάζονται μόνο στον κίνδυνο κι ύ­
στερα τίποτα. ' Οταν τελειώσει ο πόλεμος, θα είμαι ξωφλημένος
οριστικά. Σαν τον Οθέλλο.
- Δεν βρήκα ποτέ τον Οθέλλο άνθρωπο αξιόπιστο, παρατή­
ρησα.
- Γιατί όχι; Η ζήλεια μην ξεχνάτε, δεν είναι ποτέ αξιόπιστη.
- Ας πούμε καλύτερα συμπαθητικό, διόρθωσα. Δεν μπορεί
κανείς να νιώσει οίκτο γι' αυτόν. Αντίθετα, πιστεύει πως είναι η ­
λίθιος.
- Πράγματι, πρόφερε σκεφτικός ο Γκάμπριελ. Δεν μπορεί
κανείς να τον λυπηθεί. Τουλάχιστον με τον τρόπο που λυπάται
τον Ιάγο.
- Τον Ιάγο! διαμαρτυρήθηκα.Στ' αλήθεια, Γκάμπριελ, νομίζω
πως έχετε πολύ περίεργες συμπάθειες.
Με κοίταξε παράξενα.
- Ό χι, δήλωσε. Απλώς εσείς δεν μπορείτε να καταλάβετε.
Σηκώθηκε και βάλθηκε να βηματίζει πάνω - κάτω. ' Εσπρωξε

149
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

μηχανικά μερικά χαρτιά πάνω στο μικρό γραφείο. Πρόσεξα με πε­


ριέργεια ως φαινόταν ταραγμένος βαθιά.
- Εγώ, καταλαβαίνω τον Ιάγο,είπε τέλος. Νιώθω ακόμα και
γιατί στο τέλος δεν λέει τίποτα πέρα από:
«Μη με ρωτήσετε τίποτα.
(ότι ξέρετε, ξέρετε
Εδώ κι εμπρός ποτέ
(δεν θα ειπώ λέξη*

Στράφηκε απότομα προς το μέρος μου.


- Οι άνθρωποι σαν κι εσένα, Νόρρεϋς, εκείνοι που έζησαν
όλα τους τα χρόνια ήρεμα, που μεγάλωσαν χωρίς να χρειαστεί
ποτέ να έρθουν σε σύγκρουση με τη συνείδησή τους, πώς διά­
βολο μπορούν να γνωρίζουν τους Ιάγους, αυτά τα ασήμαντα πο­
νηρά ανθρωπάκια; Θεέ μου,αν ανέβαζα ποτέ στο θέατρο Σαίξ-
πηρ, θα έψαχνα επίμονα να βρω έναν ηθοποιό κατάλληλο για το
ρόλο του Ιάγου, έστω κι αν αυτό θα έπαιρνε χρόνια. Σκεφτείτε
τον εαυτό σας να είσαστε γεννημένος δειλός, να λέτε εύκολα
τα ψέματα, ν ' αγαπάτε τρελά το χρήμα, να ξυπνάτε, να τρώτε,
να κοιμόσαστε και να φιλάτε τη γυναίκα σας και ταυτόχρονα να
έχετε διαρκώς συναίσθηση του ποιος είσαστε... Αυτή είναι η χει­
ρότερη ειρωνεία της ζωής. Να έρθει στη γέννησή σου μια καλή
νεράιδα, ανάμεσα στις χίλιες κακές. Κι όταν εκείνες χύσουν ε­
πάνω στο λίκνο σου όλο τους το δηλητήριο, καταδικάζοντάς σε
σε μια ζωή μαύρη, όμοια με κόλαση κι εσένα σ' ένα μικρό δαίμο­
να, εκείνη να κουνήσει ελαφρά το ραβδάκι της και να πει τρυφε­
ρά: «Σου χαρίζω το δώρο να βλέπεις πάντα και να νιώθεις σω­
στά...». «Πρέπει όλοι να τιμούμε και ν' αγαπάμε τον Ανώτερο.
Ποιος ηλίθιος το είπε αυτό; Ασφαλώς κάποιος που θα έδινε πε­
ρισσότερη σημασία στα λόγια από τα έργα, που θα ήταν πρόθυ­
μος να σκύψει και να υποκλιθεί. Σας βεβαιώ, Νόρρεϋς, πως δεν
υπάρχει άνθρωπος που να μη μισεί τον Ανώτερο. Και τον μισεί α­
κριβώς γιατί δεν είναι ο ίδιος στη θέση του, πράγμα για το οποίο
θα πουλούσε την ψυχή του. Ο άνθρωπος που έχει πραγματικά

* Α π ' τον «Ο θέλλο» του Σαίξπηρ, σε μετάφραση Βασ. Ρώτα, Ικα­


ρος, 1968

150
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

θάρρος, είναι εκείνος που το βάζει στα πόδια όταν πλησιάζει ο


κίνδυνος. Το έχω δει αυτό, περισσότερο από μια φορά. Νομίζετε
ότι ο άνθρωπος γίνεται αυτό που θέλει; ' Οχι. Μένει ο ίδιος που
γεννήθηκε. Πιστεύετε ότι εκείνος που λατρεύει τα χρήματα, το
θέλει να τα λατρεύει; Εκείνος που έχει πονηρή φαντασία; Εκεί­
νος που δειλιάζει; Εκείνος που οι άνθρωποι φθονούν πραγματι­
κά, δεν έγινε καλύτερός τους. Απλώς γεννήθηκε έτσι. 'Οταν
βρίσκεσαι χωμένος μέσα στη λάσπη, μισείς εκείνον που στέκει
ανάμεσα στα αστέρια... Θέλεις να τον τραβήξεις κάτω... κάτω...
κάτω... εκεί που βασανίζεσαι κι εσύ. Τον Ιάγο αξίζει μόνο να τον
λυπάται κανείς. Θα συνέχιζε τη ζωή του ειρηνικά, αν δε συνα­
ντούσε ποτέ τον Οθέλλο. Θα τα κατάφερνε θαυμάσια προ­
σποιούμενος τον άνθρωπο για όλες τις δουλειές. Αν ζούσε στις
μέρες μας, θα μπορούσε να πουλάει ανύπαρκτες μετοχές με­
ταλλείων χρυσού σε ανόητους Κροίσους του Ριτζ Οτέλ. Ο Ιάγος
δεν είναι παρά ένα ασήμαντο ανθρωπάκι που καταφέρνει πάντα
να ξεγελάει τον απονήρευτο στρατιώτη. Δεν υπάρχει τίποτα πιο
εύκολο από το να ξεγελάσεις ένα στρατιωτικό. Ό σ ο σπουδαίος
είναι, τόσο πιο ανόητος αποδεικνύεται στις μπίζνες. Οι στρατιω­
τικοί είναι πάντα εκείνοι που αγοράζουν ρούχα χειριστής ποιότη­
τας, κοτόπουλα για φάρμα που είναι έτοιμα να ψοφήσουν και πι­
στεύουν ότι θα βρουν τον Ισπανικό θησαυρό θαμμένο μέσα σε
παμπάλαιες γαλέρες. Είναι η ράτσα που πιστεύει εύκολα. Ο Ο-
θέλλος ανήκε σ' αυτή τη ράτσα. Θα δεχόταν τυφλά οποιοδήπο-
τε παραμύθι του σέρβιρε ένας επιτήδειος και ο Ιάγος ήταν τέ­
τοιος. Φτάνει να ρίξει κανείς μια ματιά στο έργο για να καταλά­
βει. Ο Οθέλλος δεν το φαντάζεται καν. Επιτήδειος απατεώνας,
ο ανόητος αλλά τίμιος Ιάγος; Ποτέ! Παίρνει, όμως, τον Κάσιο και
τον βάζει πάνω στο κεφάλι. Μπορεί ο Ιάγος να είναι τίμιος, αλλά
δεν είναι και άξιος για προαγωγή. Αυτή ήταν η γνώμη του Οθέλ-
λου για κείνον. Θυμάστε όλες εκείνες τις φήμες που διέδιδε ο
Ιάγος σχετικά με την ανδρεία του στις μάχες; Ψέματα! Γεγονότα
που δεν συνέβησαν ποτέ. Είναι όμοια μ ' αυτά που μπορείτε ν'
ακούσετε και σήμερα σ ’ οποιοδήποτε μπαρ, από κάποιον που δε
βρέθηκε ποτέ στην πρώτη γραμμή. Σ ’ αυτό το σημείο, αρχίζει
ουσιαστικά η τραγωδία. Ο φτωχός Ιάγος ήθελε να γίνει Οθέλλος.
' Ηθελε να γίνει τίμιος, γενναίος, δυνατός, αλλά ήξερε καλά πως
δεν ήταν παρά ένα δειλό, ανέντιμο ανθρωπάκι. Ποθούσε να γοη­

151
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

τεύει τις γυναίκες, αλλά εκείνες τον απέφευγαν και τον περι-
φρονούσαν. Η γυναίκα που παντρεύτηκε, τον έβρισκε γελοίο ά­
ντρα. Ήταν, όμως, πρόθυμη να πλαγιάσει με οποιονδήποτε άλ­
λον. Στοιχηματίζω πως όλες οι γυναίκες ήθελαν να κάνουν έρω­
τα με τον Οθέλλο. ' Εχω δει, Νόρρεϋς, να συμβαίνουν πολλά
παράξενα σε ανθρώπους που είναι συνεσταλμένοι σεξουαλικά.
Στο τέλος τους μένει κάτι το παθολογικό. Ο Σαίξπηρ το ήξερε
αυτό. Ο Ιάγος δεν μπορεί ν' ανοίξει το στόμα του χωρίς να ξεπη-
δήσει απ' εκεί ένα καυτό αυλάκι από μαύρο, φθονερό, σεξουα­
λικό δηλητήριο. Εκείνο που κανείς δεν φαίνεται να νιώθει, είναι
ότι αυτός ο άνθρωπος υπέφερε! Μπορούσε να δει την ομορφιά,
ήξερε τι ήταν. Γνώριζε ήδη ένα ευγενικό πλάσμα.Θεέ μου, Νόρ­
ρεϋς, ο φυσικός φθόνος, ο φθόνος για την επιτυχία του άλλου ή
τα πλούτη, δεν είναι τίποτα. Τίποτα, μπροστά στον πνευματικό!
Αυτός είναι σωστό βιτριόλι που σε τρώει αργά - αργά, σε κατα­
στρέφει. Ατενίζεις τον Ανώτερο και παρ' όλη την επιθυμία σου
να τον αγαπάς, τον μισείς και δεν ησυχάζεις μέχρι να τον κατα­
στρέφεις... να τον ρίξεις στα σκοτάδια της απελπισίας. Ναι, ο Ιά-
γος, ο φτωχός διάβολος υπέφερε... Ο Σαίξπηρ το ένιωσε αυτό
και τον λυπήθηκε. Στο τέλος, εννοώ. Πιστεύω ότι άρχισε το έρ­
γο, βουτώντας τη φτερούγα του στο μελάνι ή οτιδήποτε χρησι­
μοποιούσε εκείνη την εποχή, αποφασισμένος να καταδικάσει
αυστηρά αυτόν το φαύλο, τον αχρείο. Για να το πετύχει, όμως,
χρειάστηκε να ακολουθήσει τον Ιάγο στο δύσβατο μονοπάτι που
ακολουθούσε, να νιώσει τι ένιωθε εκείνος. ΓΓ αυτό και όταν έρ­
χεται τελικά η καταστροφή που προκάλεσε εκείνος, ο Σαίξπηρ
τον βοηθά να σώσει την υπερηφάνεια του. Του επιτρέπει να δια­
τηρήσει το μοναδικό πράγμα που του ανήκε. Τη σιωπή του! Ο
Σαίξπηρ βρίσκεται από χρόνια και ο ίδιος ανάμεσα στους νε­
κρούς. Τώρα πια ξέρει καλά, πως όταν είσαι βουτηγμένος στην
κόλαση, δεν μπορείς να μιλήσεις γι' αυτό...
Ο Γκάμπριελ κάρφωσε επίμονα τα μάτια του στα δικά μου. Το
παράξενο, άσχημο πρόσωπό του, έλαμπε από ένα περίεργο ύ­
φος σοβαρότητος.
- Ξέρεις, Νόρρεϋς, δεν κατάφερα ποτέ να πιστέψω στο
Θεό. Ο Θεός, ο Πατέρας που δημιούργησε τα πετεινό του ου­
ρανού και τα λουλούδια, ο Θεός που μας αγαπά και μας φροντί­
ζει, ο Θεός που έπλασε τον κόσμο... Μερικές φορές, όμως, νιώ­

152
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

θω να πιστεύω το Χριστό... γιατί ο Χριστός κατέβηκε μέσα σ ' αυ­


τή την κόλαση... η αγάπη του ήταν τόσο βαθιά, ώστε τον έσπρω­
ξε μέχρι σ' αυτή τη θυσία... Υποσχέθηκε στο μετανιωμένο
ληστή τον Παράδεισο. Τι έγινε, όμως, με τον άλλο; Μ' εκείνο
που εξακολουθούσε να τον βρίζει και να τον ειρωνεύεται; Ο Χρι­
στός πήγε μαζί του μέχρι τη φοβερή άβυσσο. Ίσως, μετά απ'
αυτό...
Ξαφνικά μια ανατριχίλα διαπέρασε το κορμί του. Στα μάτια
του φάνηκε ξανά εκείνη η λάμψη που τα έκανε να αστράφτουν
σαν στολίδια πάνω στο άσχημο πρόσωπό του.
- Είπα πάρα πολλά. Καιρός να πηγαίνω.
Έφυγε απότομα. Ό ταν έμεινα μόνος, αναρωτήθηκα αν ο
Γκάμπριελ ανέλυε τον Σαίξπηρ ή τον εαυτό του. Τέλος, κατέλη­
ξα ότι μάλλον το δεύτερο έκανε...

153
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΠΡΩΤΟ

§ L / / ταγματάρχης Γκάμπριελ δεν έκρυβε την απόλυτη σι-


Β / γουριά του για το αποτέλεσμα των εκλογών. ' Ελεγε ότι
\_ y δεν έβλεπε τι θα μπορούσε να εμποδίσει την επιτυχία
του.
Το απρόοπτο εν τούτοις σ' αυτή την περίπτωση, ήταν μια κο­
πέλα ονόματι Πόπη Νάρρακοτ. Εργαζόταν στο μπαρ του Σαιν
Λου. Ο Γκάμπριελ αγνοούσε ακόμα και την ύπαρξή της. Αυτή, ω­
στόσο, ήταν η αιτία που ξαφνικά η πιθανότητα εκλογής του ταγ­
ματάρχη φάνηκε να κλονίζεται.
Ο Τζέιμς Μπαρτ και η Πόπη Νάρρακοτ είχαν πολύ στενές
σχέσεις μεταξύ τους. Όταν, όμως, ο γιατρός έπινε, γινόταν
βάρβαρος, σχεδόν σαδιστής. Ξαφνικά, η Πόπη έπαψε να τον α­
νέχεται περισσότερο και αρνήθηκε κατηγορηματικά να έχει ο-
ποιονδήποτε δεσμό μαζί του. Το κακό ήταν πως κράτησε την α­
πόφασή της.
Κάποιο βράδυ που ο Τζέιμς Μπαρτ γύρισε στο σπίτι μεθυ­
σμένος και σε κατάσταση έντονης σεξουαλικής επιθυμίας, επι­
τέθηκε στην άτυχη σύζυγό του Μίλλυ. Ό λος ο καυτός πόθος
που αισθανόταν για την Πόπη, βρήκε διέξοδο στη δυστυχισμένη
κοπέλα. Η συμπεριφορά του ήταν όμοια με τρελού και η Μίλλυ
Μπαρτ έκανε το δικαιολογημένο απολύτως σφάλμα να χάσει ε­
ντελώς το μυαλό της. Πίστεψε ότι ο άντρας της σκόπευε να την
σκοτώσει. Παλεύοντας, κατάφερε να ελευθερωθεί από το αγκά­
λιασμά του και πετάχτηκε έξω στο δρόμο. Δεν είχε ιδέα που ή σε
ποιον να πάει. Την αστυνομία δεν τολμούσε ούτε να τη σκεφτεί.
Κοντά δεν υπήρχαν γείτονες. Μονάχα καταστήματα που τη νύ­
χτα έμειναν κλειστά.
Το ένστικτο οδήγησε τα βήματά της μέσα στη νύχτα. Την έ ­
στειλε στον άντρα που αγαπούσε, σ' εκείνον που της φέρθηκε
ευγενικά. Το μυαλό της δεν μπορούσε να λειτουργήσει κανονι­

154
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

κά, ώστε να καταλάβει πως η ενέργειά της μπορούσε να προκα-


λέσει σκάνδαλο. Ένιωθε τρομαγμένη και έτρεξε στον Τζων
Γκάμπριελ. Έμοιαζε με τρομαγμένο ζώο που αναζητούσε κά­
ποιο καταφύγιο.
' Εφτασε ξέπνοη και λαχανιασμένη στο ξενοδοχείο του Σαιν
Λου. Εκεί τη βρήκε ο Τζέιμς Μπαρτ, ουρλιάζοντας και εκτο­
ξεύοντας απειλές. Ο Γκάμπριελ την ώρα που συνέβαιναν όλα
αυτά βρισκόταν στο χωλ. Κατά τη γνώμη μου, δεν θα μπορούσε
να φερθεί διαφορετικά απ' ότι φέρθηκε. Επρόκειτο για μια γυ­
ναίκα που συμπαθούσε και λυπόταν. Ο άντρας της ήταν ταυτό­
χρονα μεθυσμένος και επικίνδυνος. Ό ταν ο Τζέιμς Μπαρτ μπή­
κε αφρίζοντας σαν ταύρος και του είπε ν ’ αφήσει τη γυναίκα
του, κατηγορώντας τον ότι είχε ένοχες σχέσεις μαζί της, ο Γκά-
μπριελ τον συμβούλεψε να πάει στο διάβολο, του δήλωσε ότι
δεν ήταν άξιος να έχει μια τέτοια σύζυγο και τον βεβαίωσε ότι
αυτός, ο Τζων Γκάμπριελ, θα φρόντιζε να την κρατήσει ασφαλή,
μακριά από τα νύχια του.
Ο Τζέιμς Μπαρτ όρμησε σαν θηρίο εναντίον του ταγματάρ­
χη, αλλά εκείνος τον έριξε κάτω με μια γροθιά. Μετά έκλεισε
ένα δωμάτιο για τη μίσες Μπαρτ και της είπε να μείνει εκεί και
να κλειδώσει την πόρτα της. Ίσως, δεν θα μπορούσε να επι­
στρέφει απόψε στο σπίτι της, αύριο, όμως, όλα θα τακτοποιού­
ντο.
Το επόμενο πρωί οι φήμες είχαν εξαπλωθεί σε όλες τις γω­
νιές του Σαιν Λου. Ο Τζιμ Μπαρτ είχε επιτέλους ανακαλύψει τις
ένοχες σχέσεις ανάμεσα στη γυναίκα του και τον ταγματάρχη
Γκάμπριελ. Τώρα, οι δυο εραστές, έμεναν μαζί στο ξενοδοχείο.
Μπορείτε ίσως να φανταστείτε την καταστροφική επίδραση που
είχαν αυτά τα σχόλια.
- Ό λα τέλειωσαν πια, μουρμούριζε απογοητευμένος ο Κάρ-
σλέικς, βηματίζοντας νευρικά πάνω - κάτω στο δωμάτιό μου. Ο
μόνος τυχερός αποδεικνύεται ο Ουίλμπραχαμ. Εμείς αποτύχα-
με. Είναι φοβερό, σωστή τραγωδία. Δεν συμπάθησα ποτέ αυτόν
τον άνθρωπο. Ήξερα ότι τελικά θα μας πρόδιδε.
Η μίσες Κάρσλέικς ρουθούνιζε με περιφρόνηση, κουνώντας
το πελώριο στήθος της.
- Αυτά συμβαίνουν όταν έχει κανείς υποψήφιο που δεν είναι
τζέντλεμαν.

155
ΛΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

Ο αδελφός μου σπάνια έπαιρνε μέρος στις πολιτικές συζη­


τήσεις. ' Οταν τύχαινε να βρίσκεται μπροστά, κάπνιζε σιωπηλός
την πίπα του. Σ ' αυτή την περίπτωση, όμως, έβγαλε την πίπα από
το στόμα του και μίλησε.
- Το κακό, είπε, είναι πως φέρθηκε σαν τζέντλεμαν.
Ξαφνικά ένιωσα την ειρωνεία της καταστάσεως. Ακριβώς, η
ευγένεια του Γκάμπριελ και η άψογη συμπεριφορά του προς τη
μίσες Μπαρτ, τον υποχρέωνε τώρα να βρίσκεται στο χείλος του
γκρεμού.
Εκείνη τη στιγμή μπήκε στο δωμάτιο και ο ίδιος. Φαινόταν
πεισμωμένος και αμετανόητος.
- Δεν υπάρχει λόγος να στήσετε τον πένθιμο χορό, Κάρ-
σλέικς. Πείτε μου απλώς τι στο διάβολο μπορώ να κάνω.
Ο άλλος τον ρώτησε που βρισκόταν τώρα η μίσες Μπαρτ. Α-
ποκρίθηκε πως ήταν ακόμα στο ξενοδοχείο. Δεν ήξερε που αλ­
λού να την πάει. Κι άλλωστε, πρόσθεσε, ήταν ήδη πολύ αργά.
Στράφηκε στην Τερέζα που φαινόταν να εκτιμά πολύ την κρίση
της.
- Δεν είναι; ρώτησε.
Η Τερέζα αποκρίθηκε πως ναι, μάλλον ήταν αργά.
- Μια νύχτα, είναι μια νύχτα, συνέχισε ο Γκάμπριελ. Και είναι
οι ώρες της νύχτας που ενδιαφέρουν τους ανθρώπους, όχι της
ημέρας.
- Στ' αλήθεια, ταγματάρχα Γκάμπριελ...
Η φωνή έσπασε στα χείλη του Κάρσλέικς. Η τελευταία φρά­
ση τον είχε σοκάρει πολύ.
- Θεέ μου, τι βρώμικο μυαλό που έχετε, πρόφερε με αηδία
ο Γκάμπριελ. Δεν πέρασα μαζί της τη νύχτα, αν αυτό είναι που
φοβάστε. Εννοούσα απλώς πως για τους κατοίκους του Σαιν
Λου, η λεπτομέρεια αυτή δεν θα έχει καμιά σημασία. Φτάνει που
μείναμε στο ίδιο ξενοδοχείο. -
Πρόσθεσε πως ο Μπαρτ είχε ήδη διαδόσει πολλά σε βάρος
του.
- Αν μπορούσε νά πάει κάπου... οπουδήποτε μακρυά, να έ ­
φευγε απ' αυτό το μέρος... μουρμούρισε ο Κάρσλέικς. Ίσως,
τότε... (για μια στιγμή φάνηκε γεμάτος ελπίδα. Ύστερα κούνη­
σε το κεφάλι απογοητευμένος). Θα φαινόταν ψεύτικο, πολύ
ψεύτικο...

156
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

- Υπάρχει και κάτι ακόμα που πρέπει να σκεφτούμε, δήλωσε


ο Γκάμπριελ. Τι θα γίνει η κυρία;
Ο Κάρσλέικς τον κοίταξε εμβρόντητος.
- Τι θέλετε να πείτε;
- Δεν έχετε σκεφτεί καθόλου τη δική σης θέση, ε;
- Δεν είναι ώρα να σκεφτούμε αυτά τα ασήμαντα σημεία,
πρόφερε με συγκρατημένη αγανάκτηση ο άλλος. Αυτό που επεί-
γει να βρούμε είναι ένας τρόπος για να ξεμπλέξουμε εσάς απ'
αυτή την επικίνδυνη περιπέτεια.
- Ακριβώς, συμφώνησε ο Γκάμπριελ με φωνή γεμάτη ειρω­
νεία. Η μίσες Μπαρτ στην ουσία δεν μετράει καθόλου, δεν είναι
έτσι; Και ποια είναι η μίσες Μπαρτ; Τίποτα το σπουδαίο. Απλώς,
μια συνηθισμένη κοπέλα που, παρ' όλο ότι δέχεται μεταχείριση
ελεεινή και τρομοκρατείται διαρκώς, δεν έχει χρήματα,ούτε
μπορεί να καταφύγει πουθενά για υποστήριξη...

Ο τόνος του ολοένα και γινόταν εντονώτερος.


- Σας πληροφορώ, όμως, Κάρσλέικς. Δεν μ' αρέσει καθό­
λου ο τρόπος που βλέπετε τα πράγματα. Θα σας πω εγώ ποια εί­
ναι η μίσες Μπαρτ. Είναι ένας άνθρωπος. Για σας, για τη σκου­
ριασμένη μηχανή που έχετε στη θέση του μυαλού σας, δεν με­
τράει κανένας και τίποτα, πέρα από τις εκλογές. Γι' αυτό η πολι­
τική κρύβει πάντα τόσα μυστήρια. Θυμάστε τι είπε ο μίστερ
Μπάλτουιν εκείνα τα σκοτεινά χρόνια: «Αν είχα πει την αλήθεια,
θα έχανα τις εκλογές». Εγώ δεν είμαι ο μίστερ Μπάλτουιν. Δεν
είμαι τίποτα το ιδιαίτερο. Αυτό όμως που θα 'πρεπε να είχα α­
κούσει από τα χείλη σας, είναι: «Φερθήκατε σαν κανονικός άν­
θρωπος, γι' αυτό και θα χάσετε τις εκλογές». Πολύ ωραία, τότε,
στο διάβολο οι εκλογές! Μπορείτε να τις κρατήσετε για λογαρια­
σμό σας! Μ ' ενδιαφέρει να είμαι πρώτα άνθρωπος και μετά πολι­
τικός. Δεν είπα ποτέ μια λέξη που δεν θα πρεπε σ ' αυτή την
κυρία. Δεν έκανα ποτέ έρωτα μαζί της. Τη λυπάμαι για το δράμα
της, αυτό είναι όλο. ' Ηρθε σ ’ εμένα χθες το βράδυ, γιατί δεν εί­
χε να πάει πουθενά αλλού. Μπορεί να μείνει μαζί μου. Θα τη
φροντίσω και στο διάβολο το Σαιν Λου, το Ουέστμίνστερ και ολό­
κληρη αυτή η γελοία ιστορία.
- Ταγματάρχα Γκάμπριελ... (η κραυγή αυτή που ξεχείλιζε
από αγωνία, είχε βγει από τα χείλη της μίσες Κάρσλέικς). Δεν

157
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

μπορείτε να κάνετε ένα τέτοιο πράγμα! Κι αν ο Μπαρτ ζητούσε


διαζύγιο;
- Θα την παντρευόμουν εγώ.
- Δεν μπορείτε να μας εγκαταλείψετε έτοι, Γκάμπριελ, είπε
θυμωμένα ο Κάρσλέικς. Δεν είναι δυνατόν να καμαρώνετε για
ένα σκάνδαλο.
- Δεν μπορώ; Αυτό θα το δούμε.
Τα μάτια του ήταν όμοια με φουρτουνιασμένες θάλασσες.
Ποτέ δεν τον είχα εκτιμήσει όσο εκείνη τη στιγμή.
- Δεν θα καταφέρει ποτέ κανείς να με φοβίσει. Αν οι εκλο­
γείς πιστεύουν ότι ένας άντρας έχει το δικαίωμα να χτυπά ανε­
λέητα μια γυναίκα, τη γυναίκα του, να την τρομοκρατεί τόσο που
να χάνει το μυαλό της και να εξαπολύει εναντίον της άδικες και
πρόστυχες κατηγορίες, τότε στο διάβολο οι ψήφοι τους. Δεν τις
χρειάζομαι. Αν θέλουν στ' αλήθεια ισότητα και δικαιοσύνη, μπο­
ρούν να με προτιμήσουν. Θα είμαι στη διάθεσή τους.
- Δεν θα το κάνουν, ωστόσο* να είστε σίγουρος.
Ο Γκάμπριελ την κοίταξε και το πρόσωπό του μαλάκωσε.
- Ό χι, δεν θα το κάνουν, συμφώνησε.
Ο Ρόμπερτ έβγαλε ξανά την πίπα από το στόμα του.
- Είναι όλοι ηλίθιοι, δήλωσε ανέλπιστα.
- Φυσικά, μίστερ Νόρρεϋς, ξέρουμε όλοι ότι είστε κομμου­
νιστής, είπε πικρόχολα η μίσες Κάρσλέικς.
Δεν κατάλαβα ποτέ τι εννοούσε. Εκείνη τη στιγμή, πάνω στο
αποκορύφωμα της πικρίας και της απογοήτευσης, έκανε την εμ­
φάνισή της η ' Ιζαμπελ Τσάρτερις. Μπήκε από την πόρτα της βε­
ράντας. ' Ηταν σοβαρή, ψύχραιμη και ατάραχη. Δεν έδωσε καμιά
σημασία στο τι γινόταν γύρω της. Είχε έρθει να πει κάτι και το εί­
πε. Πήγε κατευθείαν στον Γκάμπριελ, σαν να ήταν οι δυό τους
μέσα στο δωμάτιο και του μίλησε με φωνή εμπιστευτική.
- Νομίζω πως τώρα πια όλα τακτοποιήθηκαν.
Ο ταγματάρχης την κοίταξε με απορία. ' Ολοι στυλώσαμε το
βλέμμα επάνω της ερωτηματικά.
- Σχετικά με τη μίσες Μπαρτ, εννοώ, εξήγησε η ’ Ιζαμπελ.
Δεν φαινόταν καθόλου ανήσυχη. Αντίθετα έδινε την εντύπω­
ση ανθρώπου που πίστευε ότι είχε κάνει το σωστό.
- Βρίσκεται στο Κάστρο, εξακολούθησε.
- Στο Κάστρο;

158
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

Ο Κάρσλέικς δεν τολμούσε να πιστέψει στ' αυτιά του.


Η Ίζαμπελ στράφηκε σ' εκείνον.
- Ναι. Αμέσως μόλις μάθαμε τι συνέβη, σκέφτηκα πως δεν
υπήρχε παρά μόνο μια λύση. Μίλησα σχετικά στη γιαγιά και συμ­
φώνησε. Μπήκαμε στο αυτοκίνητο και πήγαμε κατευθείαν στο
ξενοδοχείο.
’ Οπως ανακάλυψα αργότερα, επρόκειτο για ένα σχέδιο κα­
ταπληκτικό και ανεπανάληπτο. Το γρήγορο μυαλό της Ίζαμπελ
είχε βρει χωρίς καθυστέρηση τη μοναδική αποτελεσματική λύ­
ση.
Η ηλικιωμένη λαίδη Σαιν Λου, είχε, καθώς ήξερα, επιρροή
στους κατοίκους της περιοχής. Αυτό συνέβαινε από τότε που
μπήκε για πρώτη φορά στο Κάστρο, σα νεαρή σύζυγος του λόρ­
δου συζύγου της. Οι χωρικοί μπορεί να γκρίνιαζαν και να αποκα-
λούσαν πίσω από την πλάτη της τις ιδέες της απαρχαιωμένες
αλλά τη σεβόντουσαν βαθιά και ό,τι ενέκρινε εκείνη, δεν τολ­
μούσε κανείς να το αποδοκιμάσει.
Είχε καθήσει στητή στο παμπάλαιο αυτοκίνητό της με την ' I-
ζαμπελ πλάι της. 'Οταν έφτασαν στο ξενοδοχείο, κατέβηκε και
με το αυταρχικό της ύφος ζήτησε τη μίσες Μπαρτ. Δεν άργησε
να κάνει την εμφάνισή της, μια Μίλλυ με μάτια κατακόκκινα, που
έτρεμε. Η λαίδη Σαιν Λου την υποδέχτηκε στοργικά και είπε χω­
ρίς να χαμηλώσει τον τόνο της φωνής της.
- Αγαπητή μου, λυπήθηκα αφάνταστα για όσα έμαθα ότι σας
συνέβησαν χθες το βράδυ. Ο ταγματάρχης Γκάμπριελ θα 'πρε-
πε να σας φέρει στο Κάστρο, αλλά είναι τόσο διακριτικός, που υ­
ποθέτω ότι δεν το ' κάνε γιατί δεν ήθελε να μας ενοχλήσει τόσο
αργά.
- Ει... είστε πολύ καλή.
- Φέρτε τα πράγματά σας, μικρή μου. Τώρα θα σας πάρω μα­
ζί μου.
Η Μίλλυ Μπαρτ ομολόγησε κατακόκκινη πως δεν είχε απολύ­
τως τίποτε.
- Καλά. Τότε θα σταματήσουμε στο σπίτι σας και θα πάρου­
με μερικά.
- Μα...
Η Μίλλυ δεν τολμούσε να εκφράσει τους φόβους της.
- Μπείτε στο αυτοκίνητο. Θα περάσουμε από το σπίτι σας.

159
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

Η νεαρή μίσες Μπαρτ έσκυψε υπάκουα το κεφάλι. Το αυτοκί­


νητο δεν άργησε να διασχίσει την απόσταση μέχρι την Φόουρ
Στρητ. Η λαίδη Σαιν Λου συνόδεψε τη Μίλλυ μέσα στο σπίτι. Από
το ιατρείο βγήκε ο Τζέιμς Μπαρτ με μάτια κατακόκκινα και ετοι­
μάστηκε να κάνει μια φοβερή σκηνή. Όταν, όμως, είδε καρφω­
μένη επάνω του την αυστηρή ματιά της λαίδης Σαιν Λου, συ­
γκρατήθηκε.
- Βάλτε σε μια βαλίτσα μερικά πράγματα, αγαπητή μου.
Η Μίλλυ ανέβηκε βιαστικά τις σκάλες. Η γριά λαίδη στράφη­
κε στον Τζιμ Μπαρτ.
- Φερθήκατε ελεεινά στη σύζυγό σας, δήλωσε. Κυριολεκτι­
κά απαίσια. Το κακό μαζί σας, Μπαρτ, είναι πως πίνετε πάρα πο­
λύ. Δεν μπορεί να σας θεωρήσει κανείς σαν ένα σοβαρό πρόσω­
πο.Θα συμβουλέψω τη σύζυγό σας να διαλύσει κάθε δεσμό μαζί
σας. Τα σχόλια που κυκλοφορήσατε σε βάρος της είναι ψεύτικα
κι εσείς το ξέρετε. Δεν το ξέρετε;
Η αετίσια ματιά της τον υπνώτισε.
- Ε... υποθέτω... αφού το λέτε εσείς...
- Το ξέρετε πως είναι ψέματα.
- Εντάξει... εντάξει... Δεν ήμουν εγώ χθες το βράδυ.
- Φροντίστε να γίνει γνωστό πως ήταν ψέματα. Διαφορετικά
θα ζητήσω από τον ταγματάρχη Γκάμπριελ να σας κάνει μήνυση
για δυσφήμηση. Α, τελειώσατε, μίσες Μπαρτ;
Η Μίλλυ κατέβαινε αργά τα σκαλιά με μια μικρή βαλίτσα στο
χέρι. Η λαίδη Σαιν Λου την πήρε από το μπράτσο και προχώρησε
προς την έξοδο.
- Πού... πού πηγαίνει η Μίλλυ; ρώτησε διατακτικά ο άντρας
της.
- ' Ερχεται μαζί μου στο Κάστρο. (Και πρόσθεσε υπεροπτι­
κά). Μήπως έχετε καμιά αντίρρηση;
Ο Τζέιμς Μπαρτ κούνησε αρνητικά το κεφάλι. Η λαίδη Σαιν
Λου εξακολούθησε κοφτά.
- Η συμβουλή μου για σας, Μπαρτ, είναι να διορθωθείτε πριν
είναι πολύ αργά. Σταματείστε να πίνετε. Αφοσιωθείτε στο επάγ­
γελμά σας. Είστε αρκετά ικανός στον τομέα σας. Αν, όμως, συ­
νεχίσατε έτσι, θα έχετε πολύ κακό τέλος. Συνέλθετε! Αν προ­
σπαθήσετε, θα τα καταφέρετε. Και μάθετε να συγκρατείτε τη
γλώσσα σας!

160
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ- ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

"Υστερα οι δυο γυναίκες μπήκαν στο αυτοκίνητο. Η Μίλλυ


κάθησε δίπλα στη λαίδη Σαιν Λου. Η ' Ιζαμπελ πίσω τους. Πέρα­
σαν με το αυτοκίνητο από το κεντρικό δρόμο, το λιμάνι, την αγο­
ρά και ύστερα τράβηξαν για το Κάστρο. ' Ηταν μια πραγματικά
βασιλική πορεία. Ό λ ο σχεδόν το Σαιν Λου τους είδε.

Εκείνη τη νύχτα, οι κάτοικοι ψιθύριζαν μεταξύ τους: «Θα


πρέπει να μη συμβαίνει τίποτα, διαφορετικά η λαίδη δεν θα την
έπαιρνε ποτέ στο κάστρο».
Μερικοί διαφωνούσαν, βέβαια, και υποστήριζαν ότι δεν βγαί­
νει καπνός χωρίς φωτιά. Γιατί η Μίλλυ Μπαρτ έτρεξε μέσα στη
νύχτα στον ταγματάρχη Γκάμπριελ; Η λαίδη επενέβη φυσικά για
να σώσει τα προσχήματα, λόγω της πολιτικής.
Αυτοί οι τελευταίοι, όμως, αντιπροσώπευαν τη μειοψηφία.
Για τους πολλούς, η γριά λαίδη ήταν κάτι σαν αλάνθαστος δικα­
στής. Είχε χαρακτήρα απολύτως ακέραιο. Αφού η Μίλλυ Μπαρτ
έγινε δεκτή στο Κάστρο, αφού η λαίδη δέχτηκε να καθήσει πλάι
της, σημαίνει ότι είναι αθώα. Η λαίδη δεν θα κάλυπτε ποτέ μια
βρωμιά. ' Ηταν πάντα τόσο αυστηρή και αμείλικτη.
Η ' Ιζαμπελ μας διηγήθηκε με λίγα λόγια τα όσα είχαν συμβεί.
Είχε φύγει από το Κάστρο αμέσως μόλις εγκαταστάθηκε εκεί η
Μίλλυ Μπαρτ. ' Οταν ο Κάρσλέικς συνειδητοποίησε τη σημασία
των όσων άκουγε, άστραψε ολόκληρος.
- Θεέ μου! Πιστεύω ότι ξεφύγαμε τη σκόπελο. Η κυρία λαί­
δη είναι πανέξυπνη γυναίκα. Πανέξυπνη στ- αλήθεια. Καταπλη­
κτική ιδέα.
Η εξυπνάδα, όμως, και η ιδέα ανήκαν ουσιαστικά στην ' Ιζα-
μπελ. Με εντυπώσιασε το πόσο γρήγορα είχε ζυγίσει την κατά­
σταση και αποφάσισε να ενεργήσει.
- Τώρα είναι καιρός να κινηθούμε κι εμείς, δήλωσε ο Κάρ­
σλέικς. Θα πρέπει να φροντίσουμε να γίνει παντού γνωστή αυτή
η ιστορία. Έλα, Τζάνετ, ταγματάρχα...
- Έρχομαι σ' ένα λεπτό, είπε ο Γκάμπριελ.
Οι Κάρσλέικς έφυγαν. Εκείνος πλησίασε περισσότερο την ’ I-
ζαμπελ.
- Εσείς τα κάνατε όλα αυτά. Γιατί;
Τον κοίταξε άπορη μένη.
- Μα... για τις εκλογές.

161
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

- Θέλετε να πείτε... πως σας ενδιαφέρει πολύ να κερδίσουν


τις εκλογές οι Συντηρητικοί;
Φάνηκε κατάπληκτη.
- Ό χι. Μ ' ενδιαφέρει να πετύχετε εσείς.
- Εγώ;
- Ναι. Το θέλετε πολύ να εκλεγείτε. Δεν είναι έτσι;
' Ενα παράξενο ύφος ζωγραφίστηκε ξαφνικά στο πρόσωπο
του Γκάμπριελ. Απομακρύνθηκε αργά. Είπε... περισσότερο στον
εαυτό του παρά σ' εκείνη ή σε κάποιον από μας.
- Το θέλω; Αμφιβάλλω...

162
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

£ [J J πως έχω ξαναγράψει, δεν προσπαθώ να κάνω μια πολι-


ξ / τική καμπάνια. Βρισκόμουν μακρυά από το ορμητικό κύ-
μα του εκλογικού πυρετού, στο βυθό θα έλεγα, όπου
δεν μπορούσα να πιάσω παρά μόνο μακρυνούς ήχους. Ένιωθα
ίο αίσθημα της αγωνίας που ολοένα και μεγάλωνε σε όλους γύ­
ρω μας, εκτός από μένα.
Οι τελευταίες δυο ημέρες πριν από τις εκλογές, ξεχείλιζαν
από πραγματική φρενίτιδα δραστηριότητας. Ο Γκάμπριελ ήρθε
δυο φορές να πιει ένα ποτό για να ξεκουραστεί. Φαινόταν απο-
καμωμένος, η φωνή του είχε βραχνιάσει από τις συνεχείς υπαί­
θριες ομιλίες, αλλά παρ’ όλα αυτά η ζωηρότητά του ήταν ακατα­
μάχητη. Μου μίλησε πολύ λίγο, ίσως γιατί δεν ήθελε να σπαταλά-
ει τη φωνή του και τη δραστηριότητά του.
- Τι παράξενη που είναι η ζωή, μουρμούρισε κάποια στιγμή.
Σε υποχρεώνει να λες στους ανθρώπους τα πιο ανόητα πράγμα­
τα, γιατί μόνο έτσι υπάρχει ελπίδα να σε προτιμήσουν.
Η Τερέζα ξόδεψε το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου της ο­
δηγώντας αυτοκίνητο. Το πρωινό της ψηφοφορίας ήρθε μαζί με
μια φοβερή θύελλα, από τον Ατλαντικό. Η βροχή και ο άνεμος
μαστίγωναν ασταμάτητα το σπίτι. Η ' Ιζαμπελ ήρθε αμέσως μετά
το πρόγευμα. Φορούσε ένα μαύρο αδιάβροχο και τα μαλλιά της
ήταν βρεγμένα, ενώ τα μάτια της έλαμπαν. Στο αδιάβροχό της ή­
ταν καρφιτσωμένη μια ωραιότατη γαλάζια καρφίτσα.
- Ό λη την ημέρα θα είμαι απασχολημένη στις κάλπες,είπε.
Το ίδιο και ο Ρούπερτ. Πρότεινα στη μίσες Μπαρτ να έρθει να σε
δει. Σε πειράζει; Θα είσαι μόνος, δεν είναι έτσι;
Δε με πείραζε, αν και στην πραγματικότητα περίμενα με λα­
χτάρα την ήρεμη μέρα που θα περνούσα με μοναδική συντροφιά
τα βιβλία μου. Τον τελευταίο καιρό είχα πάρα πολλή συντροφιά.
Το να δείξει, όμως, η Ίζαμπελ ενδιαφέρον για τη μοναξιά

163
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

μου, ήταν κάτι που δεν ταίριαζε καθόλου με το χαρακτήρα της.


' Εμοιαζε σαν να είχε υιοθετήσει ξαφνικά απέναντι μου τη μητρι­
κή συμπεριφορά της θείας της.
- Φαίνεται πως ο έρωτας άρχισε να επηρεάζει το χαρακτήρα
σου, είπα αποδοκιμαστικά. Ή μήπως πρόκειται για ιδέα της μί-
σες Τρεζίλιαν;
Χαμογέλασε.
- Η θεία Ά γκνες ήθελε να έρθει η ίδια να καθήσει μαζί σου,
εξήγησε. Είπε ότι θα ήσουν πολύ μόνος και ίσως ένιωθες λίγο
ξένος μπρος σ ' όλη αυτή την ένταση της ημέρας.
Με κοίταξε ερωτηματικά. Τώρα καταλάβαινα πως οι σκέψεις
αυτές δεν είχαν γεννηθεί στο δικό της μυαλό.
- Δεν το βρίσκεις λογικό; ρώτησα.
- Δηλαδή, νιώθεις στ' αλήθεια ξένος;
- Πολύ σωστά.
- Λυπάμαι που το λέω, δε νομίζω, όμως, πως η θεία ' Αγκνες
με τη νευρικότητά της θα σε βοηθούσε σε τίποτα. 'Αλλωστε και
η ίδια δεν είναι λιγότερο ξένη από σένα.
- Είμαι σίγουρος ότι θα προτιμούσε το αντίθετο.
- Πρότεινα στη μίσες Μπαρτ να έρθει, ακριβώς επειδή θα εί­
ναι καλύτερο να μείνει έξω από τα συνεχή πήγαινε - έλα. Κι ύ­
στερα, σκέφτηκα πως ίσως μπορούσες να της μιλήσεις.
- Να της μιλήσω;
- Ναι. (Το λευκό μέτωπό της συνοφρυώθηκε ελαφρά). Βλέ­
πεις, εγώ δεν είμαι καθόλου καλή στο να δίνω συμβουλές. ’ Η να
αφήνω τους άλλους να μου μιλούν.Δεν ξέρω τι να απαντήσω.
- Η μίσες Μπαρτ έχει ανάγκη από συμβουλή;
- Νομίζω πως ναι... Αλλά, δεν μπορώ να της τη δώσω. Γι’ αυ­
τό σκέφτηκα πως ίσως εσύ...
- Τι την απασχολεί;
Η - Ιζαμπελ κάθησε στο μπράτσο μιας πολυθρόνας κι άρχισε
να μιλάει αργά, με ύφος ελαφρά στενοχωρημένο.
- Ό λα αυτά που. συνέβησαν, σχετικά με τον ταγματάρχη
Γκάμπριελ. Πιστεύει πως φταίει η ίδια. Πως αν χαθούν οι εκλο­
γές, θα είναι από δικό της σφάλμα. Πως έπρεπε εκείνη να είναι
πιο προσεκτική, να σκεφτεί από πριν το αποτέλεσμα της πράξης
της. Πως ίσως αν ήταν πιο ευγενική με τον Τζέιμς Μπαρτ και του
έδειχνε περισσότερη κατανόηση, εκείνος να μην έπινε τόσο πο­

164
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ- ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

λύ. Κατηγορεί με φοβερά λόγια τον εαυτό της και μένει άγρυπνη
τις νύχτες από τη στενοχώρια της. Λέει ότι αν καταστρέψει την
καριέρα του ταγματάρχη Γκάμπριελ, δεν θα συγχωρήσει ποτέ
τον εαυτό της όσο ζει. Ό τι φταίει μόνο η ίδια και κανείς άλλος.
Ό τι όλα όσα έγιναν ήταν από δικό της σφάλμα.
Η Ίζαμπελ σταμάτησε. Σήκωσε τα μάτια και με κοίταξε. Το
ύφος της έμοιαζε σα να μου είχε παρουσιάσει μια πιατέλα που η
ίδια δεν μπορούσε να καταλάβει το περιεχόμενό της.
Θαμπές αναμνήσεις κατέκλυσαν το μυαλό μου. Η Τζένιφερ
που φορτωνόταν πρόθυμα στους ώμους της την κατηγορία για
ό,τι είχαν κάνει οι άλλοι...
Τότε το είχα θεωρήσει σαν ένα από τα πιο αξιαγάπητα χαρί-
σματά της. Τώρα, όμως, που έβλεπα το ίδιο και στη Μίλλυ
Μπαρτ, διαπίστωσα πως ήταν πολύ εκνευριστικό. ' Ηταν εύκολο
να συμπαθήσεις μια τέτοια γυναίκα, αλλά δύσκολο να την ερω­
τευτείς!
- Υποθέτω ότι μπορεί να συνεχίσει να κάνει αυτές τις σκέ­
ψεις, είπα κυνικά. Δεν νομίζεις;
Η ' Ιζαμπελ αποκρίθηκε με το γνωστό, μονοσύλλαβο τρόπο
της.
- Ό χι.
- Ό χι; Γιατί; Εξήγησέ μου.
- Ξέρεις καλά ότι μου είναι πολύ δύσκολο να εξηγώ. (Σώπα-
σε για λίγο κι ύστερα άρχισε να μιλά κάπως διατακτικά). Κάτι, ή
έχει συμβεί ή δεν έχει. Μπορώ να καταλάβω μια στιγμιαία στενο­
χώρια...
Ακόμα και γΓ αυτό αμφέβαλα. Δεν ταίριαζε καθόλου στον
χαρακτήρα της.
- ... το να συνεχίζεις, όμως, να στενοχωριέσαι... Μοιάζει σα
να ξεκίνησες για ένα περίπατο και να μπήκες κατά λάθος σε ένα
βούρκο. Θέλω να πω πως δεν υπάρχει λόγος να καταστρέφεις
τον περίπατό σου μιλώντας διαρκώς γι' αυτό και λέγοντας ότι
κακώς πήγες από κείνο το δρόμο και θα 'πρεπε να είχες διαλέ­
ξει ένα άλλο μονοπάτι και βαδίζεις απερίσκεπτα χωρίς να βλέ­
πεις που πατάς και άλλα τέτοια ανόητα πράγματα. 'Αλλωστε, τα
αποτυπώματα από το βούρκο θα μείνουν μονάχα στα παπούτσια
σου, οπότε είναι αρκετό να μη τα σκέφτεσαι καν. Τριγύρω σου ε­
ξακολουθούν να υπάρχουν τα ίδια πράγματα. Οι αγροί, ο ουρα­

165
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

νός, η θάλασσα, ο σύντροφός σου στον περίπατο. Μπορείς θαυ­


μάσια να τα απολαύσεις.Το βούρκο δεν θα τον ξαναθυμηθείς,
παρά μονάχα όταν γυρίσεις στο σπίτι και αλλάξεις τα παπούτσια
σου. Μονάχα τότε...
Η υπερβολική εφαρμογή του αυτοέλεγχου, ήταν ένα πεδίο
που άξιζε τον κόπο να το μελετήσει κανείς. Η Μίλλυ Μπαρτ ήταν
ολοφάνερα μια από τις πιστότερες απ' αυτούς.Δεν μπορούσα
να καταλάβω, ωστόσο, γιατί ορισμένοι έρεπαν σ' αυτό περισσό­
τερο από άλλους. Η Τερέζα είχε πει κάποτε πως άνθρωποι σαν
κι εμένα, που επέμεναν να βάζουν τα πράγματα στη θέση τους
και να βλέπουν τους άλλους ευχαριστημένους, δεν προσέφε-
ραν στην ουσία καμιά βοήθεια. Εν τούτοις, ούτε αυτό αποτελού­
σε απάντηση στο ερώτημα γιατί ορισμένα άτομα πίστευαν τον ε­
αυτό τους υπεύθυνο για κάθε καινοτομία.
- Θα της μιλήσεις, λοιπόν; ρώτησε γεμάτη ελπίδα η ' Ιζα-
μπελ.
- Κι αν υποθέσουμε ότι της αρέσει... να κατηγορεί τον εαυ­
τό της; Γιατί δε θα πρεπε να το κάνει;
- Γιατί νομίζω ότι δυσκολεύει τρομερά εκείνον. Εννοώ τον
ταγματάρχη Γκάμπριελ. Θα πρέπει να είναι πολύ κουραστικό να
τη βεβαιώνει ξανά και ξανά ότι δεν φταίει σε τίποτα.
Θα πρέπει να ήταν, χωρίς αμφιβολία... Πολύ κουραστικό,
πράγματι... Έπρεπε να παρηγορώ διαρκώς την Τζένιφερ. Ό ­
μως, είχε ταυτόχρονα υπέροχα μαύρα μαλλιά, δυο πελώρια γκρί­
ζα μάτια και την πιο αξιολάτρευτη μύτη του κόσμου... Ίσως, αν
και ο ταγματάρχης Γκάμπριελ απολάμβανε τα καστανά μαλλιά
της Μίλλυ και τα τρυφερά καστανά μάτια της, να μην τον κούρα­
ζε πολύ να τη βεβαιώνει ότι δεν έφταιγε για τίποτα η ίδια.
- Έ χει τίποτα σχέδια η μίσες Μπαρτ; ρώτησα.
- Ω, ναι. Η γιαγιά τής βρήκε μια θέση στο Λονδίνο σαν νταμ -
ντε - κομπανύ σε κάποιο σπίτι που γνωρίζει. Θα έχει πολύ καλό
μισθό και λίγη δουλειά. Από το Σάσσεξ υπάρχει τακτική συγκοι­
νωνία με το τρένο για το Λονδίνο, όπου μπορεί να συναντά τους
φίλους της.
Μήπως η Ίζαμπελ λέγοντας φίλους της, εννοούσε τον ταγ­
ματάρχη Τζων Γκάμπριελ; Δεν υπάρχει αμφιβολία. Η Μίλλυ ήταν
ερωτευμένη μαζί του. Αναρωτήθηκα αν συνέβαινε, έστω και λί­
γο, το ίδιο μ' εκείνον. Δεν θα μου φαινόταν καθόλου απίθανο.

166
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

- Υποθέτω ότι θα μπορούσε να ζητήσει διαζύγιο από τον μί-


στερ Μπαρτ, παρατήρησε η ' Ιζαμπελ. Μόνο που στοιχίζει πολύ
ακριβά. (Σηκώθηκε). Τώρα θα πρέπει να πηγαίνω. Θα της μιλή­
σεις, δεν είναι έτσι; (Σταμάτησε πλάι στην πόρτα). Ο Ρούπερτ κι
εγώ θα παντρευτούμε σε μια βδομάδα από σήμερα, πρόφερε α­
πλά. Θα μπορούσες να έρθεις στην εκκλησία; Θα σε φέρουν οι
πρόσκοποι μέχρι εκεί, αν είναι όμορφη μέρα.
- Εσύ θέλεις να έρθω;
- Ναι. Πάρα πολύ.
- Τότε θα έρθω.
- Ευχαριστώ. Θα περάσουμε μια βδομάδα μαζί,πριν γυρίσει
στη Μπούρμα. Δεν πιστεύω, όμως, ο πόλεμος να κρατήσει ακό­
μα για πολύ. Εσύ;
- Είσαι ευτυχισμένη, 'Ιζαμπελ; ρώτησα.
Έγνεψε καταφατικά.
- Μου φαίνεται απίστευτο... πραγματοποιείται κάτι που ονει­
ρευόμουν εδώ και πολλά χρόνια. Ο Ρούπερτ υπήρχε πάντα στο
μυαλό μου...
Με κοίταξε παράξενα.
- Ακόμα και τώρα που πλησιάζει η ημέρα του γάμου μας, δεν
νιώθω σίγουρη πως θα γίνει. Μου φαίνεται πως... πως κάποια
στιγμή θα ξυπνήσω. Σα να ζω ένα όνειρο... (Σώπασε για λίγες
στιγμές και πρόσθεσε σιγανά, λες και μιλούσε στον εαυτό της).
Ξαφνικά θα έχω τα πάντα... τον Ρούπερτ... το Σαιν Λου... όλα όσα
αγαπώ.

Συνήλθε απότομα.
- Δεν έπρεπε να μείνω τόσο πολύ, φώναξε. Μου έδωσαν
καιρό μόνο είκοσι λεπτά για ένα φλυτζάνι τσάι...
Σκέφτηκα ότι εγώ αντιπροσώπευα το φλυτζάνι το τσάι της ' I-
ζαμπελ. Η Μίλλυ Μπαρτ ήρθε να με δει το απόγευμα. Αφού έ ­
βγαλε το αδιάβροχό της, τις γαλότσες της, χτένισε πρόχειρα τα
μαλακά καστανά μαλλιά της και πούδραρε ελαφρά τη μύτη της,
ήρθε να καθήσει πλάι μου. ' Ηταν στ’ αλήθεια πολύ χαριτωμένη
και συμπαθητική. Δεν μπορούσες να αντιπαθήσεις την Μίλλυ
Μπαρτ, ακόμη κι αν το ήθελες, κι εγώ δεν το ήθελα.
- Ελπίζω να μην αισθάνεστε παραμελημένος, είπε. Είχατε
το γεύμα σας και ό,τι άλλο χρειάζεστε;

167
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

Τη βεβαίωσα πως είχαν ικανοποιηθεί όλες μου οι φυσικές α­


νάγκες.
- Αργότερα, είπα, θα πιούμε ένα τσάι.
- Ω, θαυμάσια. (Κουνιόταν διαρκώς ανήσυχη στην καρέκλα
της). Λοχαγέ Νόρρεϋς, πιστεύετε πως θα επιτύχει, δεν είναι έ­
τσι;
- Είναι πολύ νωρίς για να εκφράσω γνώμη.
- Ό μω ς, τι πιστεύετε;
- Πιστεύω πως έχει πολλές πιθανότητες, αποκρίθηκα με ύ­
φος συγκρατημένο.
- Ω, η επιτυχία του θα ήταν σίγουρη, αν δεν ήμουν εγώ. Πώς
μπόρεσα να φερθώ τόσο ανόητα, τόσο απερίσκεπτα; Θέλω να
ξέρετε πως δεν μ' αφήνει να ησυχάσω αυτή η σκέψη. Με κάνει
να μισώ τον εαυτό μου.
Να που φτάσαμε στο θέμα, συλλογίστηκα. Είπα φιλικά:
- Εγώ θα σας συμβούλευα να τη βγάλετε από το μυαλό σας.
- Μα πώς μπορώ να το κάνω;
Τα μεγάλα καστανά μάτια της, έγιναν ακόμα μεγαλύτερα.
- Με τη βοήθεια του αυτοέλεγχου και της δύναμης του χα­
ρακτήρα.
Η Μίλλυ με κοίταξε με ελαφριά αποδοκιμασία.
- Δεν νομίζω ότι μπορώ να αντιμετωπίσω με ελαφρότητα
ένα τέτοιο θέμα. Κυρίως, αφού όλα έγιναν από δικό μου σφάλμα.
- Καλό μου κορίτσι, οι τύψεις σας δεν θα βοηθήσουν τον
Γκάμπριελ να μπει στη Βουλή.
- Ό χι... βέβαια όχι. Δεν θα συγχωρήσω, όμως, τον εαυτό
μου, αν γίνω αιτία να καταστραφεί η καριέρα του.
Διαφωνήσαμε επάνω σε μια πολύ γνώριμη γραμμή. Την είχα
ξαναπεράσει με την Τζένιφερ. Η διαφορά ήταν ότι τώρα πρόβα-
λα ψυχρά τις απόψεις μου, εντελώς ανεπηρέαστος από τη ρο­
μαντική ευαισθησία της κοπέλας. Συμπαθούσα την Μίλλυ Μπαρτ
αλλά την έβρισκα και ελαφρά εκνευριστική.
- Για τ ' όνομα του Θεού, αναφώνησα, δεν υπάρχει λόγος να
δημιουργείτε ολόκληρο δράμα! Για χάρη του Γκάμπριελ, τουλά­
χιστον, αν όχι οποιουδήπότε άλλου.
- Γ ι ' αυτόν ενδιαφέρομαι.
- Δε νομίζετε ότι έχει ήδη αρκετά στην πλάτη του, ώστε να
μη του προσθέτετε τα δάκρυα και τις τύψεις σας;

168
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

- Μα, αν χάσει τις εκλογές;


- Αν τις χάσει - πράγμα που δεν έχει συμβεί ακόμη - και αν
γι' αυτό είστε υπεύθυνη εσείς, κάτι εντελώς απίθανο, δεν θα ή­
ταν καλύτερα να μην έχει μαζί με την αποτυχία του και μια γυναί­
κα που θα του δυσκόλευε τη ζωή με το να επαναλαμβάνει διαρ­
κώς πως αυτή φταίει για όλα;
Με κοίταξε με αμηχανία ανάμικτη με πείσμα.
- Μα θέλω να επανορθώσω,για ό,τι έχω κάνει!
- ’ Ισως δεν μπορείτε. Η ουσιαστική επανόρθωση θα ήταν να
πείσετε τον Γκάμπριελ ότι είναι θαυμάσιο που έχασε τις εκλο­
γές, γιατί έτσι του δίνετε η ευκαιρία να κάνει επίθεση σ ' ένα πιο
φιλόδοξο και ενδιαφέροντα στόχο.
Αυτή τη φορά το βλέμμα της ήταν σχεδόν τρομαγμένο.
- Ω, δεν νομίζω ότι μπορώ να κάνω κάτι τέτοιο.
Ούτε εγώ το νόμιζα. Γι' αυτή την αποστολή, χρειαζόταν μια
γυναίκα δυναμική, με ξεκαθαρισμένες ιδέες. Η Τερέζα θα τα
κατάφερνε τέλεια αν ένιωθε κάποια στοργή για τον ταγματάρχη.
Η πίστη της Τερέζας για τη ζωή, συλλογίστηκα, δεν σήμαινε
παρά αδιάκοπη επίθεση. Αντίθετα, η Μίλλυ Μπαρτ γνώριζε μονά­
χα την υποχώρηση. Μα μπορεί ο Τζων Γκάμπριελ να προτιμούσε
να παίρνει μικρά - μικρά κομματάκια της γυναικείας ευαισθησίας
για να τα κολλά.Το είχα κάνει και ο ίδιος κάποτε.
- Τον αγαπάτε πάρα πολύ, δεν είναι έτσι; ρώτησα.
Τα καστανά της μάτια γέμισαν δάκρυα.
- Ω, είμαι.... πράγματι έχετε δίκιο. Δεν... δεν συνάντησα πο­
τέ κανέναν σαν κι αυτόν.
Ούτε εγώ είχα συναντήσει κανένα σαν τον Τζων Γκάμπριελ,
με τελείως διαφορετικά κριτήρια, όμως, από την Μίλλυ Μπαρτ.
- 0 α έκανα τα πάντα γι' αυτόν, λοχαγέ Νόρρεϋς. Σας το ορ­
κίζομαι.
- Τότε κι αυτό που αισθάνεστε για κείνον, είναι αρκετά ση­
μαντική προσφορά. Δεν υπάρχει λόγος να κάνετε τίποτα περισ­
σότερο.

Ποιος είχε πει: «Αγαπάτε τους και αφήστε τους μόνους;»


Μήπως κάποιος ψυχολόγος που έγραφε συμβουλές για μητέ­
ρες; Αυτό, ωστόσο, δεν ταίριαζε μονάχα στα παιδιά. ' Ηταν άρα­
γε δυνατή η εφαρμογή του; Μπορούμε ν ’ αφήσουμε κάποιον

169
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

μόνο; Τον εχθρό μας, ίσως, με κάποια προσπάθεια. Εκείνον, ό­


μως, που αγαπάμε;
Παραιτήθηκα αποκαμωμένος από τη μελέτη του χάους αυ­
τού που λέγεται ανθρώπινη ψυχή και χτύπησα το κουδούνι να
μας φέρουν το τσάι. Η συζήτηση στράφηκε στα φιλμ που είχαμε
δει τα τελευταία χρόνια. Η Μίλλυ αγαπούσε πολύ τον κινηματο­
γράφο. Μου περιέγραψε πολύ ζωντανά διάφορες σκηνές από α­
γαπημένα της έργα. Η ώρα κύλησε πολύ ευχάριστα και ένιωσα
πραγματική λύπη όταν με αποχαιρέτησε για να φύγει.
Σιγά - σιγά άρχισαν να επιστρέφουν ένας - ένας οι πολεμι­
στές της πρώτης γραμμής. ' Ηταν κουρασμένοι και με διαφορε­
τική διάθεση, απογοητευμένοι ή αισιόδοξοι. Ο Ρόμπερτ γύρισε
μόνος, εύθυμος και ικανοποιημένος. Είχε βρει ένα κορμό δέ­
ντρου πεσμένο σ ’ ένα χαντάκι. ’ Ηταν ακριβώς αυτό που επιθυ­
μούσε από καιρό να ζωγραφίσει. Επίσης, είχε απολαύσει ένα α­
συνήθιστα όμορφο γεύμα, σε ένα συνοικιακό μπαρ. Θέματα ζω­
γραφικής και φαγητό ήταν, κατά τη γνώμη του Ρόμπερτ, τα μονα­
δικά αξιόλογα θέματα για συζητήσεις. Και δεν είχε καθόλου
άδικο.

170
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΤΡΙΤΟ

^ y ^ -^ταν αργά το επόμενο απόγευμα όταν μπήκε ξαφνικά


ψψ στο δωμάτιο η Τερέζα και σπρώχνοντας πίσω μια τού-
φα μαλλιά από το κουρασμένο της πρόσωπο, είπε:
- Λοιπόν, πέτυχε.
- Με πόσους ψήφους;
- Διακόσιους δέκα τέσσερις.
Σφύριξα θαυμαστικά.
- Πολύ καλά.
- Ναι, αν και ο Κάρσλέικς πιστεύει πως αν δεν είχε μεσολα­
βήσει η υπόθεση της Μίλλυ Μπαρτ, θα αποσπούσε τουλάχιστον
χίλιους.
- Ο Κάρσλέικς δεν είναι σε θέση να δίνει πιο υπεύθυνες
γνώμες από οποιονδήποτε άλλον.
- Η πλειοψηφία των Εργατικών είναι συντριπτική σ' ολόκλη­
ρη τη χώρα. Ο δικός μας θα είναι ένας από τους ελάχιστους
βουλευτές της Αντιπολίτευσης.
- Ο Γκάμπριελ, λοιπόν, είχε δίκιο, είπα. Το είχε μαντέψει, αν
θυμάστε.
- Πράγματι. Δεν έπεσε καθόλου έξω.
- Κι έτσι η μικρή μίσες Μπαρτ, μπορεί να κοιμηθεί ευτυχι­
σμένη αυτή τη νύχτα. Δεν κατέστρεψε την καριέρα του. Τι ανα­
κούφιση που θα νοιώθει!
- Το πιστεύεις;
- Μην είσαι τόσο δύσπιστη, Τερέζα. Αυτή η κοπέλα είναι ο­
λόψυχα αφοσιωμένη στον Γκάμπριελ.
- Το ξέρω. Ταιριάζουν μεταξύ τους, πρόσθεσε σκεφτική.
Νομίζω ότι θα νιώθει ευτυχισμένος κοντά της, αν θέλει στ' αλή­
θεια να νιώσει. Γιατί, μερικοί άνθρωποι, ξέρεις, δεν το θέλουν.
- Δεν παρατήρησα ποτέ ασκητικές τάσεις στον Γκάμπριελ,
είπα. Θα έλεγα μάλιστα πως τον ενδιαφέρουν πολύ λίγα πράγμα­

171
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

τα πέρα από την καλοπέρασή του. Ο γάμος του, πάντως, θα βα­


σίζεται πάνω στα χρήματα. Μου το είπε ο ίδιος. Και το πιστεύω.
Είναι αποφασισμένος να επιτύχει και θα το κάνει. Ό σο για την
Μίλλυ, αυτή είναι ολοφάνερα γεννημένη για το ρόλο του θύμα­
τος. Υποθέτω, Τερέζα, πως κατά τη γνώμη σου, της αρέσει αυ­
τό.
- Ό χι, οπωσδήποτε όχι. Χρειάζεται, όμως, μεγάλο θάρρος,
Ούγκο, για να παραδεχτείς πως τα έκανες θάλασσα, να γελά­
σεις με τον εαυτό σου και να προχωρήσεις σα να μη συνέβη τί­
ποτα. Οι αδύνατοι πρέπει να έχουν πάντα κάτι για να κρατηθούν.
Αυτός είναι ο λόγος που βλέπουν τα λάθη τους, όχι σαν μια απλή
αποτυχία, αλλά τραγικά και αδιόρθωτα. Δεν πιστεύω στο κακό,
συνέχισε με φωνή κατηγορηματική. Ό λες οι καταστροφές στον
κόσμο προκαλούνται από τους αδύνατους που έχοντας συνήθως
αγαθές διαθέσεις, προσπαθούν να παρουσιάσουν κάθε γεγονός
μέσα σ' ένα υπέροχο ρομαντικό πλαίσιο. Τους φοβάμαι. Είναι ε­
πικίνδυνοι. Μοιάζουν με τα εγκαταλειμένα πλοία που μέσα στο
σκοτάδι της νύχτας, αποτελούν σοβαρό κίνδυνο για τα δυναμικά
και σύγχρονα σκάφη.
Δεν είδα τον Γκάμπριελ μέχρι την επομένη. ' Εμοιαζε με ξε-
φουσκωμένο διάνο, που είχε χάσει ξαφνικά κάθε ζωτικότητα.
Σχεδόν, δυσκολεύτηκα να τον αναγνωρίσω.
- Το αποτέλεσμα του εκλογικού πυρετού; ρώτησα.
Γρύλλισε σα θηρίο.
- Ακριβώς. Τι ανόητο πράγμα που είναι η επιτυχία. Ποιο είναι
το καλύτερο κονιάκ;
Του είπα και σέρβιρε το ποτήρι του.
- Δε φαντάζομαι ο Ουίλμπραχαμ να είναι ιδιαίτερα ευχαρι­
στημένος από το αποτέλεσμα των εκλογών, παρατήρησα.
Χαμογέλασε μελαγχολικά.
- Ό χι, ο καημένος. Αντίθετα, παίρνει τον εαυτό του και την
πολιτική πολύ στα σοβαρά. Κρίμα που απέτυχε.
- Υποθέτω πως δεν παραλείψατε να μιλήσετε σε όλους για
την ευγενική άμιλλα και τους άξιους παίκτες που την αποτελού­
σαν.
Χαμογέλασε ξανά.
- Ναι, όλα πήγαν καλά. Τα ανέλαβε ο Κάρσλέικς. Τι βλάκας
αυτός ο άνθρωπος! Ξέρει τη δουλειά του απέξω και την κάνει τέ-

172
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

λεία, χωρίς, ωστόσο, να διαθέτει την παραμικρή εξυπνάδα.


Σήκωσα το ποτήρι μου.
- Λοιπόν, εύχομαι επιτυχία στη μελλοντική σας καριέρα. Τώ­
ρα δεν είσαστε ακόμα παρά στα πρώτα βήματα.
- Ναι, συμφώνησε ο Γκάμπριελ χωρίς ενθουσιασμό. Είμαι
στα πρώτα μου βήματα.
- Δε φαίνεστε ιδιαίτερα ικανοποιημένος.
- Βλέπω, απλώς, πως τέλειωσε κι αυτό. Η ζωή γίνεται πάντο­
τε πληκτική όταν στο τέλος νικήσεις τον αντίπαλό σου. ’ Εχω, ό­
μως, να δώσω άλλες μάχες πολύ πιο σημαντικές. Και κυρίως τη
μάχη της εμφάνισής μου στην κοινή γνώμη.
- Οι εργατικοί απέσπασαν συντριπτική πλειοψηφία.
- Το ξέρω. Πήγαν θαυμάσια.
- Στ' αλήθεια, Γκάμπριελ, παράξενα λόγια για να τα λέει έ ­
νας νέος βουλευτής του Συντηρητικού Κόμματος.
- Στο διάβολο, οι Συντηρητικοί. Ποιος είναι σε θέση να ανα-
στήσει σήμερα το κόμμα; Ο Τσώρτσιλ είναι μια αποδεδειγμένη α­
ξία για τους πολέμους, ιδιαίτερα τους επιθετικούς εναντίον της
Αγγλίας. Μα γέρασε πολύ για να είναι σε θέση να κυβερνήσει σε
περίοδο ειρήνης. Η ειρήνη μπορεί κάποτε να είναι πολύ επικίν­
δυνη. Ο Ά ντεν είναι ένας συμπαθητικός, αλλά υποκριτής τζέ­
ντλεμαν που...
Συνέχισε απαριθμώντας τα διάφορα γνωστά ονόματα από το
κόμμα των Συντηρητικών.
- Δεν υπάρχει ανάμεσά τους ούτε ένας με ανανεωμένες ι­
δέες. Θα φωνάζουν διαρκώς και θα υπογραμμίζουν με έντονα
γράμματα τα λάθη των Σοσιαλιστών. Και θα κάνουν λάθη! Το πο­
λιτικό παιχνίδι τους είναι προς το παρόν άγνωστο. Σιγά - σιγά,ό-
μως, όλα θα πάρουν το δρόμο τους. Οι δικοί μας θα περιορι­
στούν να γαυγίζουν σαν τα σκυλάκια που δεν τολμούν να δαγκώ­
σουν.
- Και ποια θέση θα καταλαμβάνει ο Τζων Γκάμπριελ σ' αυτή
την υπέροχη εικόνα;
- Δεν είναι δυνατόν να περιμένεις αποτελέσματα, πριν ερ­
γαστείς σκληρά. Ύστερα όλα θα έρθουν μόνα τους. Θα βασι­
στείς κυρίως στους νέους με τις επαναστατικές ιδέες, που είναι
κατά κανόνα «εναντίον της κυβερνήσεως». Ρίξε τους μια ιδέα
και σε κάνουν αμέσως αρχηγό τους.

173
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

- Ποια ιδέα;
Με κοίταξε εκνευρισμένος.
- Σας αρέσει πάντα να οδηγείτε τη συζήτηση σε αδιέξοδο.
Διάβολε! δεν παίζει τόσο σπουδαίο ρόλο η ιδέα. Μπορώ να σκε-
φτώ μια δωδεκάδα οποτεδήποτε το θελήσω. Ουσιαστικά, όμως,
δυο τρόποι υπάρχουν για να εξαγοράσεις πολιτικά έναν άνθρω­
πο. Ο πρώτος είναι να του βάλεις κάτι στην τσέπη του. Ο δεύτε­
ρος είναι να έχεις τέτοια ακτινοβολία, ώστε να τον πείθεις ότι σε
εμπνέει μια δυνατή, εσωτερική φλόγα. Και οι δυο τρόποι είναι ε ­
ξίσου αποτελεσματικοί. Δεν χρειάζεται να τους εξιστορείς ιδέ­
ες περίπλοκες και συγκλονιστικές. Φτάνει να είναι ανθρώπινες
και να τους αγγίζουν προσωπικά. Δεν έτυχε να προσέξετε ποτέ
πόσες συνδρομές δίδονται για τους σεισμόπληκτους κατοίκους
της Τουρκίας ή της Αρμενίας; Κανείς, όμως, δεν θέλησε να δε­
χτεί να φιλοξενήσει στο σπίτι του ένα από αυτά τα παιδιά. Αυτή
είναι η ανθρώπινη φύση.
- Θα παρακολουθώ με μεγάλο ενδιαφέρον την καριέρα σας,
τον βεβαίωσα.
- Σε είκοσι χρόνια ίσως με βρείτε πλούσιο και καλοθρεμμέ­
νο και πιθανώς με τον τίτλο του δημόσιου ευεργέτη.
- Κι ύστερα;
- Τι εννοείτε «κι ύστερα»;
- Αναρωτιόμουν αν δεν σας κούραζε αυτή η ζωή.
- Ω, φυσικά, θα βρίσκω πάντα κάτι να κάνω, αλλά μόνο για
προσωπική μου ευχαρίστηση.
Είχα εντυπωσιαστεί από τη βεβαιότητα με την οποία ο Γκά-
μπριελ περιέγραφε τη ζωή του. Είχα πια μάθει να έχω εμπιστο­
σύνη στα προγνωστικά του. Είχε προμαντέψει τη νίκη των Εργα­
τικών καθώς και τη δική του επιτυχία. Η ζωή του θα βασιζόταν,
σίγουρα, στην πορεία που χάραζε ο ίδιος.
- Έτσι, λοιπόν, πετύχατε όλα όσα επιθυμήσατε.
Συνοφρυώθηκε ελαφρά.
- Πόσο επιδέξιος είστε στο να αγγίζετε το δάχτυλό σας στις
πληγές του άλλου, Νόρρεϋς.
- Δεν καταλαβαίνω.
- Κι όμως... (Σώπασε για λίγο κι ύστερα συνέχισε). Ξέρετε τι
σημαίνει να χεις ένα αγκάθι στο δάχτυλό σου; Δεν είναι τόσο
ότι σε πονάει, όσο το ότι σε εκνευρίζει, σε παιδεύει, σε υποχρε­

174
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

ώνει να το σκέφτεσαι διαρκώς...


- Ποιο είναι το αγκάθι; ρώτησα.Η Μίλλυ Μπαρτ;
Με κοίταξε έκπληκτος. Κατάλαβα ότι δεν ήταν εκείνη.
- Ό χι, βέβαια. Εκείνη ζει στο δικό της κόσμο. Τη συμπαθώ.
Ελπίζω να τη συναντήσω καμιά μέρα στο Λονδίνο. Εκεί δεν πρό­
κειται να φτάσουν ποτέ τα κουτσομπολιά του Σαιν Λου.
Ξαφνικά το πρόσωπό του άστραψε. ' Εβγαλε από την τσέπη
του ένα πακέτο.
- Αναρωτιέμαι αν θα μπορούσατε να ρίξετε μια ματιά σ' αυ­
τό. Είναι ωραίο, δε νομίζετε; Το προορίζω για γαμήλιο δώρο της
’ Ιζαμπελ Τσάρτερις. Υποθέτω πως κάτι θα πρεπε να της κάνω.
Πότε γίνεται, αλήθεια; Την άλλη Πέμπτη; Μήπως το βρίσκετε α­
νόητο για δώρο;
Ξεδίπλωσα το πακέτο με μεγάλο ενδιαφέρον. Αυτό που βρή­
κα, με άφησε κατάπληκτο. ’ Ηταν το τελευταίο πράγμα που περί-
μενα από τον Τζων Γκάμπριελ. ’ Ηταν ένα βιβλίο ωρών, με λε­
πτά, εντυπωσιακά σχέδια. Θα μπορούσε θαυμάσια να βρίσκεται
στα ράφια ενός μουσείου.
- Δεν ξέρω τι είναι ακριβώς, παρατήρησε. Μου είπαν πως το
περιεχόμενό του έχει σχέση με τον καθολικισμό και γράφτηκε
πριν δυο χιλιάδες χρόνια. Νομίζω... δεν ξέρω αλλά μου φάνηκε
ότι της ταιριάζει. Φυσικά, αν εσείς πιστεύετε ότι είναι ανόητο...
Βιάστηκα να τον βεβαιώσω.
- Είναι όμορφο, είπα. Ο καθένας θα ήταν υπερήφανος να το
είχε δικό του. Είναι ένα κομμάτι κατάλληλο για Μουσείο.
- Δεν φταντάζομαι να έχει καμιά πρακτική χρησιμότητα, πι­
στεύω, όμως, ότι της ταιριάζει... Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνε­
τε... αλλά... θέλω να πω...
Έγνεψα καταφατικά. Πράγματι καταλάβαινα.
- ’ Αλλωστε, θα ' πρεπε να της δωρήσω κάτι. ' Οχι πως τη συ­
μπαθώ. Δεν σημαίνω τίποτα απολύτως για κείνη. Είναι ευτυχι­
σμένη με το λόρδο της. Της εύχομαι να απολαύσει όσο γίνεται
την πληκτική ζωή που θα της προσφέρει.
- Νομίζω πως θα της προσφέρει πολλά περισσότερα από μια
πληκτική ζωή, παρατήρησα.
- Ναι... ίσως. Ό πω ςκα ινα χει το πράγμα, εγώ θα πρέπει να
διατηρώ καλές σχέσεις μαζί τους. Σαν τοπικό βουλευτή θα με
προσκαλούν πότε - πότε στο Κάστρο για δείπνο, καθώς και στα

175
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

ετήσια πάρτυ τους. Υποθέτω ότι η γριά λαίδη Σαιν Λου, θα μετα­
κομίσει τώρα στο Ντόουερ Χάους, εκείνο το ερείπιο πλάι στην
εκκλησία. Πιστεύω ότι οποιοσδήποτε μείνει λίγο καιρό εκεί, θα
πεθάνει σύντομα από ρευματισμούς.
Πήρε το βιβλίο και το ξανατύλιξε στο χαρτί του.
- Είναι ένα εντυπωσιακό και πολύ ασυνήθιστο δώρο, τον βε­
βαίωσα.
Στο δωμάτιο μπήκε η Τερέζα. Ο Γκάμπριελ δήλωσε ότι μόλις
έφευγε.
- Τι συμβαίνει μαζί του; με ρώτησε η νύφη μου όταν μείναμε
μόνοι.
- Αντιδρά στην επιτυχία, υποθέτω.
- Θα πρέπει να είναι κάτι περισσότερο απ' αυτό, παρατήρη­
σε.
- Δεν μπορώ να μην συλλογίζομαι ότι είναι κρίμα που πέτυχε
στις εκλογές. Η αποτυχία, ίσως, είχε επάνω του καλύτερη επί­
δραση. Τώρα, σε δυο χρόνια, θα έχουν σίγουρα πεθάνει η δρα­
στηριότητα και η ζωτικότητά του. Δεν το αξίζει, αλλά φαντάζομαι
πως δεν θ' αργήσει να φτάσει στην κορυφή του δέντρου.
-Υποθέτω πως ήταν η λέξη «δέντρο» που προκάλεσε το εν­
διαφέρον του Ρόμπερτ. Είχε μπει στο δωμάτιο με την Τερέζα,
αλλά με το δικό του συνηθισμένο, αθόρυβο τρόπο. Σχεδόν ξαφ­
νιαστήκαμε όταν μίλησε.
- Ό χι.
Τον κοιτάξαμε ερωτηματικά.
- Δεν θα φτάσει ποτέ στην κορυφή. Δεν θα προλάβει, θα έ ­
λεγα...
θάλθηκε να τριγυρνά εκνευρισμένος στο δωμάτιο, ρωτώντας
ποιος έκρυβε διαρκώς το μαχαίρι της παλέττας του.

176
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

f{JJ γάμος του λόρδου Σαιν Λου με την Ίζαμπελ Τσάρ-


/ τερις, ορίστηκε για την Πέμπτη. ' Ηταν πάρα πολύ αργά,
σχεδόν μία μετά τα μεσάνυχτα όταν άκουσα βήματα
έξω από τη βεράντα. Δεν είχα καταφέρει να με πάρει ο ύπνος.
' Ηταν μια από τις άσχημες βραδυές μου όπου ο πόνος μού έκα­
νε επίμονη συντροφιά.
Σκέφτηκα ότι η φαντασία μάς παίζει καμιά φορά παράξενα
παιχνίδια, γιατί μπορούσα να πάρω όρκο ότι τα βήματα αυτά ήταν
της Ίζαμπελ.
Υστερα άκουσα τη φωνή της.
- Ούγκο, μπορώ να μπώ;
Η μπαλκονόπορτα ήταν ανοιχτή όπως πάντα εκτός κι αν γινό­
ταν θεομηνία. Η Ίζαμπελ μπήκε κι εγώ άναψα τη λάμπα δίπλα
μου. Εξακολουθούσα να έχω την αίσθηση ότι ονειρευόμουν.
Μου φάνηκε πολύ ψηλή. Φορούσε ένα σκούρο, μακρύ πανω­
φόρι και ένα επίσης σκούρο κόκκινο μαντήλι στο κεφάλι. Το πρό­
σωπό της ήταν σοβαρό, ήρεμο και ελαφρά λυπημένο. Δεν μπο­
ρούσα να καταλάβω τι ζητούσε μέσα στη νύχτα εδώ, ή, μάλλον,
τόσο νωρίς το πρωί, μα αισθανόμουν ανήσυχος.
Τώρα δεν είχα την εντύπωσι ότι έβλεπα όνειρο. Αντίθετα, έ­
νιωσα ότι όλα όσα είχαν συμβεί μετά την άφιξη του Ρούπερτ Σαιν
Λου, ήταν ένα όνειρο και τώρα ερχόταν το ξύπνημα.
Θυμήθηκα τα λόγια της ' Ιζαμπελ: «Νομίζω πως κάποια στιγ­
μή θα ξυπνήσω...» Ξαφνικά κατάλαβα ότι αυτό ακριβώς της συνέ-
βαινε. Η κοπέλα που στεκόταν μπροστά μου δεν ονειρευόταν
πια, είχε ξυπνήσει. Θυμήθηκα και κάτι άλλο. Τον Γκάμπριελ να
λέει ότι δεν υπήρξαν κακές νεράιδες στη γέννηση του Ρούπερτ
Σαιν Λου. Τον είχα ρωτήσει αργότερα τι εννοούσε και αποκρίθη-
κε: «Αν δεν έχεις ούτε μια κακή νεράιδα, τότε ποια μπορεί να εί­
ναι η ζωή σου;» ' Ισως να ήταν αυτό η αιτία που ο Ρούπερτ Σαιν

177
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

Λου φαινόταν σαν κάτι έξω από την πραγματικότητα, παρόλη την
ομορφιά του, την εξυπνάδα του, την ευθύτητά του.
' Ολες αυτές οι σκέψεις πέρασαν από το μυαλό μου μέσα ο '
ένα κλάσμα δευτερολέπτου. Είδα την ’ Ιζαμπελ να σκύβει ελα­
φρά.
- Ή ρθα να σου πω αντίο, Ούγκο.
Την κοίταξα απορημένος.
- Αντίο;
- Ναι! Βλέπεις, φεύγω...
- Φεύγεις; Εννοείς με τον Ρούπερτ;
- 'Οχι. Με τον Τζων Γκάμπριελ.
Εντελώς ξαφνικά, συνειδητοποίησα τη δυνατότητα του αν­
θρώπινου μυαλού. Έμοιαζα ο ίδιος με κεραυνόπληκτο. Αρνιό-
μουν να το πιστέψω. Το θεωρούσα τόσο φανταστικό που δεν
μπορούσα να πεισθώ ότι ήταν δυνατόν να συμβεί.
Κάπου, όμως, μέσα μου, ένα άλλο μέρος του εαυτού μου,
δεν ένιωσε την παραμικρή έκπληξη. Ήταν σαν να υπήρχε μια
φωνή που να ψιθύριζε: «Μα, ναι, το ήξερες από την αρχή...» Θυ­
μήθηκα πως η ' Ιζαμπελ χωρίς να στρέψει καθόλου το κεφάλι
της, αναγνώρισε τα βήματα του Τζων Γκάμπριελ στη βεράντα.
Το ύφος στο πρόσωπό της όταν ανέβηκε από τον κήπο τη νύχτα
του πάρτυ του ουίστ και τη γρήγορη αντίδρασή της στην κρίση
της Μίλλυ Μπαρτ. Τη θυμήθηκα όταν έλεγε: «Ο Ρούπερτ πρέπει
να έρθει γρήγορα...» και στη φωνή της υπήρχε πραγματική αγω­
νία.
Φοβόταν τότε. Φοβόταν αυτό που τελικά της συνέβη. Κατα­
λάβαινα τι ήταν αυτό που την έσπρωχνε στον Τζων Γκάμπριελ.
Αυτός ο άνθρωπος ασκούσε μια παράξενη γοητεία στις γυναί­
κες. Μου το είχε πει και η Τερέζα πριν από πολύ καιρό...
Τον αγαπούσε άραγε; Αμφέβαλα. Δεν μπορούσα να τη σκε-
φτώ ευτυχισμένη, πλάι σ ’ έναν άντρα σαν τον Γκάμπριελ, έναν
άντρα που την ποθούσε, μα χωρίς να την αγαπά. Κι από τη δική
του πλευρά, η ενέργειά του αυτή χαρακτηριζόταν σαν καθαρή
τρέλα. Εγκατέλειπε την πολιτική του καριέρα καταστρέφοντας
όλες του τις φιλοδοξίες. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι τον έ­
σπρωξε σ ’ αυτό.
Η αγάπη του; Δεν νομίζω. Πίστευα ότι, κατά κάποιον τρόπο,
τη μισούσε. Ήταν ένα με τα πράγματα που τον είχαν κάνει να

178
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ~ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

νιώσει ταπείνωση από την πρώτη ημέρα που ήρθε. Το Κάστρο, η


γριά λαίδη Σαιν Λου... Μήπως γι' αυτό την παρέσυρε μαζί του
στην αμαρτία; Από εκδίκηση; Έπαιρνε στο πρόσωπό της τη ρε­
βάνς για τις ταπεινώσεις που είχε υποστεί ο ίδιος κάποτε;
Αγαπούσα την ’ Ιζαμπελ. Τώρα το ήξερα. Την αγαπούσα τόσο
δυνατά, που ένιωθα ευτυχισμένος με την ευτυχία της. Και θα ή­
ταν ευτυχισμένη πλάι στον Ρούπερτ, αν το όνειρό της γινόταν
πραγματικότητα. Ό μως, και η ίδια το φοβόταν πως δεν θα προ­
λάβαινε να συμβεί κάτι τέτοιο.
Τότε, ποια ήταν η πραγματικότητα; Ο Τζων Γκάμπριελ ; ' Οχι,
αυτό που έκανε ήταν καθαρή τρέλα... Έπρεπε να τη σταματή­
σω, να την παρακαλέσω, να την πείσω... Οι λέξεις ανέβηκαν στα
χείλη μου... Ό μως, έμειναν εκεί. Μέχρι σήμερα, δεν ξέρω γιατί.
Ίσως επειδή ήξερα ότι η Ιζαμπελ ήταν η Ιζαμπελ.
Δεν είπα τίποτα.
Έσκυψε και με φίλησε. Δεν ήταν το φιλί ενός παιδιού. Το
στόμα της ήταν το στόμα μιας γυναίκας. Τα χείλη της ήταν απα­
λά και δροσερά. Πίεσαν τα δικά μου με μια γλυκύτητα και ένταση
που δεν θα ξεχάσω ποτέ. ' Εμοιαζε με το φιλί ενός λουλουδιού.
Μου είπε αντίο και βγήκε από την μπαλκονόπορτα, από τη ζωή
μου, στο σκοτάδι, εκεί που την περίμενε ο Τζων Γκάμπριελ...
Δεν προσπάθησα να την εμποδίσω...

179
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΠΕΜΠΤΟ

τη φυγή του Τζων Γκάμπριελ και της Ίζαμπελ από


/tM r το Σαιν Λου, τελείωσε το πρώτο μέρος της ιστορίας
y t / μου. Τώρα καταλαβαίνω πόσο πολύ επρόκειτο για τη δ­
ική τους ιστορία και όχι για τη δική μου, γιατί από την ημέρα που
έφυγαν δεν μπορώ να θυμηθώ παρά ελάχιστα απ’ όσα συνέβη-
σαν. Είναι όλα πολύ αόριστα και μπερδεμένα στο μυαλό μου.Δεν
είχα ποτέ ενδιαφερθεί ιδιαίτερα για την πολιτική ζωή στο Σαιν
Λου. Για μένα, δεν ήταν παρά μια σκηνή, πάνω στην οποία κινού­
ντο οι πρωταγωνιστές του δράματος. Ο πολιτικός αντίκτυπος, ό­
μως, ήταν φοβερός.

Αν ο Τζων Γκάμπριελ είχε συναίσθηση της αποστολής του,


δεν θα έκανε ποτέ αυτό που έκανε. Δεν θα τολμούσε να αφήσει
το κόμμα εκτεθειμένο. Η τοπική κοινή γνώμη ήταν τόσο εξα­
γριωμένη, ώστε, αν ήξερε που βρισκόταν, δεν θα δίσταζε να τον
αναζητήσει και να τον υποχρεώσει ν ' αλλάξει γνώμη. Η ενέρ-
γειά του προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση στο κόμμα των Συντη­
ρητικών. ' Ενας άντρας με παραδόσεις και περισσότερο ισχυρό
το αίσθημα της τιμής, δεν θα αποφάσιζε ποτέ μια τέτοια προδο­
σία. Δεν νομίζω, όμως, ο ταγματάρχης να έδινε δεκαράκι για όλα
αυτά. Η ουσία ήταν ότι με την απερίσκεπτη συμπεριφορά του, εί­
χε καταστρέφει οριστικά την καριέρα του. Κι αυτό, θα τον πείρα­
ζε πραγματικά. Κάποτε, είχε πει ο ίδιος, πως μονάχα μια γυναίκα
θα μπορούσε να καταστρέφει τη ζωή του. Παρόλα αυτά είμαι σί­
γουρος πως δεν φανταζόταν καν ποια θα ήταν αυτή η γυναίκα.
Δεν ήταν σε θέση να κατανοήσει τον τρόμο και το σοκ που
δέχτηκαν άνθρωποι σαν τη λαίδη Τρεζίλιαν και τη μίσες Μπί-
γκχαμ Τσάρτερις. Η λαίδη Τρεζίλιαν είχε γαλουχηθεί από τα
πρώτα χρόνια της ζωής της με την πίστη ότι η πολιτική αντιπρο­
σώπευε το σοβαρότερο καθήκον προς την πολιτεία, στη ζωή ε-

180
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ' ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

νός άντρα. ' Ετσι αντιμετώπιζε την πολιτική πάντα ο πατέρας


της.
Ο Γκάμπριελ το έβλεπε με τελείως διαφορετικό μάτι. Πί­
στευε ότι το κόμμα τον είχε διαλέξει μόνο και μόνο για να «κάνει
τη δουλειά του». Είχαν παίξει οι δυο τους ένα παιχνίδι, που τελι­
κά χάθηκε. Αν τα πράγματα εξελίσσονταν ομαλά, θα έβγαιναν ό­
λοι κερδισμένοι. Υπάρχει, όμως, πάντα η δωδέκατη ώρα και αυτή
η δωδέκατη ώρα είχε φτάσει. ' Οσο κι αν φανεί παράξενο, ο άν­
θρωπος που συμφωνούσε απόλυτα με την άποψη του ταγματάρ­
χη ήταν η λαίδη Σαιν Λου.
Μίλησε σχετικά μια και μοναδική φορά, στο σαλόνι του Πόλ-
νορθ Χάους, στην Τερέζα κι εμένα.
- Δεν μπορούμε ν ' αρνηθούμε ότι ένα μέρος των ευθυνών
βαρύνει κι εμάς, είπε. Γνωρίζαμε καλά το ποιόν αυτού του αν­
θρώπου. Επρόκειτο για κάποιον που δεν είχε καμιά σχέση με τη
νοοτροπία μας, τις παραδόσεις μας,τις πεποιθήσεις μας. Ένα
κοινό τυχοδιώκτη. Επειδή είχε μερικά προσόντα που εντυπώσια­
ζαν τις μάζες, όπως το παράσημο και την πλούσια πολεμική δρά­
ση του, τον δεχτήκαμε χωρίς αντιρρήσεις. Είμαστε προετοιμα­
σμένοι εκ των προτέρων να του επιτρέψουμε να μας χρησιμο­
ποιήσει επειδή ακριβώς σκοπεύαμε κι εμείς να κάνουμε το ίδιο
σ' εκείνον. Αναμασούσαμε τη δικαιολογία ότι συγχρονιστήκαμε
με την εποχή. Αν, όμως, υπάρχει πράγματι κάποια παράδοση,
στο κόμμα των Συντηρητικών, αυτή η παράδοση όποια κι αν είναι,
πρέπει να διατηρηθεί με κάθε θυσία. Για αντιπροσώπους μας στο
Κοινοβούλιο, πρέπει να διαλέγουμε μόνο άτομα που, αν δεν έ ­
χουν να παρουσιάσουν τίποτα σπουδαία κατορθώματα, διαθέ­
τουν σοβαρότητα, ετοιμότητα, υψηλό αίσθημα ευθύνης απένα­
ντι στους ψηφοφόρους τους και δεν αισθάνονται ταπείνωση ό­
ταν τους καλούν οι ανώτερες κοινωνικές τάξεις, γιατί ξέρουν
καλά ότι δεν έχουν μόνο καθήκοντα απέναντι των κατωτέρων,
αλλά και των ανωτέρων.
Ήταν η φωνή της γηραιός Αγγλίας αυτή που μιλούσε. Δεν
συμφωνούσα μαζί της, αλλά τη σεβόμουν. Τον κόσμο όλο είχαν
κατακλύσει οι μοντέρνες, καινούργιες ιδέες. ’ Ενας νέος τρό-
ιιος ζωής γεννιόταν. Η λαίδη Σαιν Λου, όμως,ορθωνόταν ακλό­
νητη και αυστηρή διακηρύττοντας τα παλιά, δικά της πιστεύω. Εί­
χε τις αρχές της και θα τις διατηρούσε μέχρι να πεθάνει.

181
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΓΓΙ

Για την''Ιζαμπελ δεν είπε απολύτως τίποτα. Η πληγή ήταν


πάρα πολύ βαθιά μέσα στην καρδιά της. Για τη γριά λαίδη, η εγ-
γονή της είχε κάνει τη χειρότερη προδοσία. Για τον Τζων Γκά-
μπριελ μπορούσε να υπάρξει κάποια συγχώρεση. Για την Ίζα-
μπελ ποτέ.
Αν και η λαίδη Σαιν Λου δεν μίλησε καθόλου γι' αυτό το ζή­
τημα, η λαίδη Τρεζίλιαν το έκανε. Υποθέτω ότι μου μίλησε επει­
δή δεν μπορούσε να πει αυτά που ήθελε σε κανέναν άλλο, κι α­
κόμα επειδή στην κατάσταση που βρισκόμουν, δεν μετρούσα.
Στην αναπηρία μου, την τραβούσε η ανικανοποίητη μητρότητά
της και νομίζω ότι με ένιωθε κάπως σαν παιδί της.
Η ΑδελαΤδα, είπε, ήταν απλησίαστη. Η Μωντ ασχολείτο όλη
μέρα με τα σκυλιά της. Η συναισθηματική και ευαίσθητη ψυχή
της λαίδης Τρεζίλιαν, έπρεπε να σηκώσει ολομόναχη αυτό το
βαρύ φορτίο.
Θα ένιωθε, σίγουρα, άσχημα, αν συζητούσε τα οικογενειακά
της με την Τερέζα. Με εμένα, όμως, δεν ήταν το ίδιο. ’ Ηξερε
ότι αγαπούσα την ’ Ιζαμπελ. Την αγαπούσε κι εκείνη βαθιά και
δεν μπορούσε να σταματήσει να τη σκέφτεται, καθώς και την α­
προνοησία που είχε κάνει.
- ' Ηταν κάτι τόσο αταίριαστο με το χαρακτήρα της, τόσο πέ­
ρα απ' τις αρχές της. Πιστεύω ότι αυτός ο άνθρωπος της έκανε
μάγια. Ήταν πολύ επικίνδυνος, το είχα καταλάβει από την αρ­
χή... Το χρυσό μου, φαινόταν τόσο ευτυχισμένο όταν ήρθε ο
Ρούπερτ και της ζήτησε να παντρευτούν. Δεν μπορώ να καταλά­
βω τι συνέβη. ' Ηταν ευτυχισμένοι οι δυο τους, Ούγκο, δεν το πι­
στεύεις κι εσύ;
Παραδέχτηκα πως ναι, μου φαίνονταν ευτυχισμένοι. Θα ήθε­
λα να προσθέσω -όχι όμως στη λαίδη Τρεζίλιαν που δεν θα με
καταλάβαινε- ότι μερικές φορές η ευτυχία δεν είναι αρκετή...
- Κάτι μου λέει ότι αυτός ο άντρας την υποχρέωσε να τον α­
κολουθήσει, την υπνώτισε ή κάτι τέτοιο. Η Ά ντυ, ωστόσο, δεν
συμφωνεί. Λέει ότι η ’ Ιζαμπελ δεν θα έκανε ποτέ κάτι, αν δεν το
ήθελε η ίδια μ' όλη της την καρδιά. Δεν ξέρω... δεν μπορώ να
καταλάβω.
Η λαίδη Σαιν Λου είχε μαντέψει σωστά.
- Παντρεύτηκαν άραγε; εξακολούθησε ανήσυχη η ηλικιωμέ­
νη φίλη μου. Ποια είναι η γνώμη σου, Ούγκο;

182
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

Ρώτησα αν είχαν λάβει κανένα μήνυμα.


- ' Οχι, τίποτα. Μόνο ένα γράμμα που άφησε η ' Ιζαμπελ πριν
φύγει. ' Ηταν για την ' Αντυ. ' Εγραφε ότι δεν περίμενε ποτέ να
την συγχωρέσει και πως, ίσως, να είχε δίκιο. «Δεν είναι σωστό να
πω ότι λυπάμαι για τον πόνο που σας προκαλώ», συνέχιζε το
γράμμα. «Αν λυπόμουν στ’ αλήθεια, δεν θα το έκανα. Ίσως ο
Ρούπερτ καταλάβει, αλλά μπορεί και όχι. Θα σας αγαπώ πάντα ό­
λους έστω κι αν δεν σας ξαναδώ ποτέ».
Τα μάτια της λαίδης Τρεζίλιαν είχαν γεμίσει δάκρυα.
- Το φτωχό μου το αγόρι... ο καημένος μου ο Ρούπερτ... τον
αγαπάμε τόσο πολύ.
- Το πήρε πολύ άσχημα, υποθέτω, είπα.
Δεν είχα δει τον Ρούπερτ Σαιν Λου μετά τη φυγή της ' Ιζα-
μπελ. Έφυγε ακριβώς την επομένη. Δεν ξέρω που πήγε ή τι έ ­
κανε. Μια βδομάδα αργότερα ενώθηκε με τη μονάδα του στην
Μπούρμα.
Η λαίδη κούνησε πικρά το κεφάλι.
- ' Ηταν τόσο καλός... τόσο ευγενικός. Δεν ήθελε, όμως, ν'
ακούσει λέξη. Κανείς δεν θέλει να συζητήσει γι' αυτό. (Αναστέ­
ναξε).Δεν μπορώ, ωστόσο, να πάψω ν ' αναρωτιέμαι γιατί το έκα­
νε. Θα παντρευτούν, άραγε, και πού θα μείνουν;
Το μυαλό της ήταν καθαρά γυναικείο. Απλό, πρακτικό, έτοιμο
να λύσει τα μικρά προβλήματα της καθημερινής ζωής. Έβλεπα
ότι ήδη δεχόταν αναντίρρητα την καινούργια ζωή της ' Ιζαμπελ.
Γάμος - σπίτι - παιδιά. Είχε δώσει εύκολα τη συγγνώμη της. Αγα­
πούσε πολύ την ' Ιζαμπελ. Αυτό που έκανε ήταν εξοργιστικό, α­
παράδεκτο. ' Ηταν, όμως, ταυτόχρονα και ρομαντικό.Και η λαίδη
Τρεζίλιαν ήξερε να εκτιμά σωστά το ρομαντισμό.
Καθώς έγραψα και πριν, οι αναμνήσεις μου από τα δυο επό­
μενα χρόνια στο Σαιν Λου είναι αόριστες. Ξανάγιναν οι εκλογές
που τις κέρδισε ο μίστερ Ουίλμπραχαμ, με συντριπτική πλειοψη-
φία. Δεν ξέρω ποιος πήρε τη θέση του καινούργιου υποψήφιου
του κόμματος. Κάποιος τζέντλεμαν, αψόγου ηθικής, υποθέτω.
Η πολιτική χωρίς τον Τζων Γκάμπριελ, δεν με ενδιέφερε στο ε­
λάχιστο. Το μυαλό μου είχε αρχίσει τώρα να το απασχολεί η υ­
γεία μου. Μπήκα σ' ένα νοσοκομείο όπου έκανα μια σειρά από
εγχειρήσεις. Το αποτέλεσμα ήταν -οπωσδήποτε- μια μικρή βελ­
τίωση. Ο Ρόμπερτ και η Τερέζα εξακολουθούσαν να κατοικούν

183
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

στο Πόλνορθ Χάους. Οι τρεις ηλικιωμένες αριστοκράτισσες έ ­


φυγαν από το κάστρο και μετακόμισαν σ' ένα μικρό,Βικτωριανό
σπίτι με όμορφο κήπο.Το κάστρο νοικιάστηκε για ένα χρόνο σε
μια οικογένεια από τη Βόρεια Αγγλία. Δεκαοχτώ μήνες αργότε­
ρα, γύρισε ο Ρούπερτ Σαιν Λου, παντρεμένος με μια πλούσια Α­
μερικανίδα. Σχέδιαζαν, καθώς μου έγραφε η Τερέζα, μια πλήρη
επισκευή του Κάστρου, αμέσως μόλις το επέτρεπαν οι εθνικές
υποθέσεις. Μισούσα ακόμα και τη σκέψη να το δω με το ψεύτι­
κο, απατηλό βερνίκι του καινούργιου.
Κανείς δεν ήξερε που βρισκόταν ο Γκάμπριελ και η ' Ιζαμπελ
και τι έκαναν. Το 1947, ο Ρόμπερτ είχε καταπληκτική επιτυχία
στο Λονδίνο, όπου παρουσίασε σε ατομική έκθεση τα έργα που
είχε ζωγραφίσει στην Κορνουάλη.
Εκείνο τον καιρό, η χειρουργική έκανε μεγάλες και σημαντι­
κές προόδους. Πολλοί γιατροί είχαν επιδοθεί αποκλειστικά και
μόνο σε περιπτώσεις σαν τη δική μου. ’ Ενα από τα ελάχιστα πλε­
ονεκτήματα του πολέμου, είναι ότι μετά, στην ειρήνη, γίνεται
μεγάλη προσπάθεια για να λιγοστέψει ο ανθρώπινος πόνος. Ο
γιατρός μου ήταν κυριολεκτικά ενθουσιασμένος με τις επιτεύ­
ξεις ενός Εβραίου γιατρού, στη Σλοβακία. Δουλεύοντας κρυφά,
σ ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου, είχε αποτολμήσει μερικά ριψο­
κίνδυνα πειράματα με καταπληκτικά αποτελέσματα. Ίσως στη
δική μου περίπτωση, σύμφωνα πάντα με την άποψη του γιατρού
μου, μπορούσε να κατορθώσει όσα κανένας άλλος σ' ολόκληρο
τον κόσμο.
Αυτός ήταν ο λόγος που το φθινόπωρο του 1947 ξεκίνησα
για το Ζάγκρεμπ, να συναντήσω το δόκτορα Κράσβιτς. Δεν υ­
πάρχει λόγος να επεκταθώ σε λεπτομέρειες της δικής μου ιστο­
ρίας. Είναι αρκετό να αναφέρω ότι ο δόκτωρ Κράσβιτς, ένας πο­
λύ σοβαρός και έξυπνος χειρουργός, δεν μου έκρυψε την πε­
ποίθησή του ότι με μια εγχείριση, η κατάστασή μου θα βελτιωνό­
ταν σημαντικά. Θα μπορούσα να κινούμαι ελεύθερα με
πατερίτσες αντί να πρέπει να κάθομαι διαρκώς. Κανονίσαμε την
ημερομηνία που θα έμπαινα στην κλινική του.
Οι ελπίδες μου και οι δικές του, δεν άργησαν να πραγματο­
ποιηθούν. Στο τέλος των έξι μηνών, όπως μου είχε υποσχεθεί,
μπορούσα να περπατώ με πατερίτσες. Δεν μπορώ να περιγράψω
την ευτυχία που ένιωσα. Παρέμεινα στο Ζάγκρεμπ, γιατί έπρεπε

184
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

να κάνω φυσιοθεραπεία, πολλές φορές την εβδομάδα. ' Ενα ζε­


στό απόγευμα του καλοκαιριού, επιχείρησα αργά και με αρκετό
πόνο ένα περίπατο στον κεντρικό δρόμο του Ζάγκρεμπ. Τέλος
κάθησα σ ’ ένα μικρό μπαρ και παράγγειλα μπύρα.·
Κοιτώντας αφηρημένα ανάμεσα στα κατειλημμένα τραπέζια
η ματιά μου έπεσε στον Τζων Γκάμπριελ. Δέχτηκα ένα αληθινό
σοκ. Δεν τον είχα σκεφτεί εδώ και πολύ καιρό. Δεν είχα ιδέα πως
βρισκόταν σ ’ αυτά τα μέρη. Το χειρότερο σοκ, όμως, μου το
προκάλεσε η εμφάνισή του.
Το πρόσωπό του είχε πάντα μια τραχιά όψη. Τώρα, είχε σκλη-
ρύνει σε τέτοιο σημείο που σχεδόν δυσκολευόμουν να τον ανα­
γνωρίσω. Τα μάτια του ήταν κατακόκκινα και η εμφάνισή του δεν
πρόδιδε εξαιρετική υγεία. Κατάλαβα πως ήταν ελαφρά πιωμέ­
νος. Στράφηκε, με είδε και ήρθε με ασταθή βήματα στο τραπέζι
μου.
- Ορίστε ποιον βλέπω! Είσαι ο τελευταίος άνθρωπος που πε-
ρίμενα να συναντήσω.
Θα ένιωθα πραγματική ηδονή αν οδηγούσα τη γροθιά μου κα­
τευθείαν στο πρόσωπό του. Πέρα, όμως, από το γεγονός ότι δεν
ήμουν σε θέση για τέτοιου είδους ενέργειες, ήθελα να μάθω
νέα για την ' Ιζαμπελ. Τον προσκάλεσα να καθήσει και να τον κε-
ράσω ένα ποτό.
- Ευχαριστώ, Νόρρεϋς, δεν θα αρνηθώ. Τι γίνεται το Σαιν
Λου, το φρικιαστικό Κάστρο και οι τρεις γριές γάτες;
Είπα ότι είχα φύγει καιρό από την Κορνουάλη, αλλά ήξερα ότι
το Κάστρο νοικιάστηκε και οι τρεις κυρίες είχαν μετακομίσει κά­
που άλλου.
Δήλωσε ικανοποιημένος ότι σίγουρα το χάπι αυτό θα δυσκο­
λεύτηκε να το καταπιεί η στρίγγλα χήρα του λόρδου. Απάντησα
πως, αντίθετα, ήταν πολύ ευχαριστημένη. Τον πληροφόρησα ε­
πίσης για το γάμο του Ρούπερτ Σαιν Λου.
- Να, λοιπόν, που ήρθαν όλα όμορφα για τον καθένα.
Προσπάθησα να μην απαντήσω. Είδα το παλιό, γνώριμο χαμό­
γελο να σχηματίζεται στις άκρες των χειλιών του.
- Εμπρός, Νόρρεϋς, δεν χρειάζεται να έχεις αυτό το ύφος,
σα να καταπίνεις μουρουνέλαιο. Ρώτησε για κείνη. Αυτό θέλεις,
δεν είναι έτσι;
Το κακό με τον Γκάμπριελ ήταν ότι κατόρθωνε πάντα να ε­

185
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

ξουδετερώνει την επίθεση του αντιπάλου του. Παραδέχτηκα την


ήττα μου.
- Πώς είναι η Ίζαμπελ; ρώτησα.
- Πολύ καλά. Μπορείς να μείνεις ήσυχος ότι δεν την απο­
πλάνησα κι ύστερα την εγκατέλειψα σε καμιά σοφίτα.
Μου ήταν δύσκολο να συγκρατήσω την επιθυμία να τον χτυ­
πήσω. Τον διέκρινε πάντα μια αντιπαθητική ωμότητα που τώρα
είχε χειροτερέψει ακόμα περισσότερο.
- Είναι εδώ στο Ζάγκρεμπ; ρώτησα.
- Ναι. Πρέπει να έρθεις να τη δεις. Θα χαρεί πολύ να ξανα-
δεί ένα παλιό φίλο και ν ' ακούσει νέα από το Σαιν Λου.
Θα χαιρόταν άραγε; Αμφέβαλα. Υπήρχε πράγματι ή μου φά­
νηκε ένας τόνος σαδιστικός πως υπήρχε στη φωνή του;
- Αμφιβάλλω, δήλωσα αργά. Το πιστεύεις στ' αλήθεια αυτό
που λες;
Το ύφος του άλλαξε απότομα.
- Διάβολε, γιατί όχι; γρύλλισε οργισμένος. Γιατί δεν θα
'πρεπε να το κάνει;
- Εσύ είσαι ο πιο κατάλληλος να δώσεις την απάντηση, απο-
κρίθηκα.
- Θα ήθελε να σε συναντήσει, αποκρίθηκε κοφτά.
Αυτό με εξόργισε.
- Σ' αυτή την περίπτωση, η ίδια είναι η μόνη κατάλληλη να
πει τι προτιμά, είπα.
Το χαμόγελο μαλάκωσε απότομα τα σκληρά χαρακτηριστικά
του.
- Φυσικά και θα θέλει να σε ξαναδεί, παλιόφιλε. Απλώς σε
πείραζα. Θα σου δώσω τη διεύθυνση. Πήγαινε όποια ώρα σου α-
ρέσειίΣυνήθως, είναι εκεί.
- Με τι ασχολείσαι τώρα; ρώτησα.
Έκλεισε το μάτι του με σημασία.
- Δουλειές του ποδαριού, αγαπητέ μου. Ψευτοπράγματα
δηλαδή. Τα κέρδη είναι ελάχιστα μπροστά στις χίλιες λίρες το
χρόνο που θα κέρδιζα σαν βουλευτής. Στο είχα πει πως οι αμοι­
βές θα ανέβαιναν μόλις ανελάμβαναν την κυβέρνηση οι Εργατι­
κοί. Θυμίζω συχνά στην ' Ιζαμπελ πόσα πολλά θυσίασα για χάρη
της.
Δεν μπορώ να καταλάβω πως ανέχτηκα κι αυτό το ράπισμα.

186
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

Ήθελα... ήθελα να κάνω πολλά, αλλά η φυσική μου κατάσταση


δεν μου το επέτρεπε. Αντίθετα, άπλωσα το χέρι μου και πήρα το
βρώμικο χαρτί με τη διεύθυνση που μου έτεινε.
Δυσκολεύτηκα πολύ να κοιμηθώ εκείνη τη νύχτα. ' Ημουν γε­
μάτος φόβο για την ’ Ιζαμπελ. Αναρωτιόμουνα αν υπήρχαν πιθα­
νότητες να την πείσω να εγκαταλείψει τον Γκάμπριελ. ' Ηταν
φανερό πως ο δεσμός τους είχε άσχημη εξέλιξη.
Πόσο άσχημα ήταν στην πραγματικότητα, δεν το διαπίστωσα
παρά το άλλο πρωί. Βρήκα τη διεύθυνση που μου είχε δώσει ο
Γκάμπριελ. Ήταν ένα σχεδόν ερειπωμένο σπίτι, σ' ένα στενό,
βρώμικο δρόμο. Εκείνη η συνοικία είχε άσχημο όνομα. Μου το ε­
πιβεβαίωσαν οι άντρες που συναντούσα και οι έντονα βαμμένες
γυναίκες. Βρήκα το σπίτι και ρώτησα στα Γερμανικά μια χοντρή,
αντιπαθητική γυναίκα που στεκόταν στην είσοδο, σε ποιον όρο­
φο έμενε η Αγγλίδα κυρία.
Ευτυχώς κατάλαβε τι ζητούσα και μ ' έστειλε στον τελευταίο.
Ανέβηκα με δυσκολία τις σκάλες.Το σπίτι ήταν απαίσιο. Μύριζε
μούχλα. ' Ενιωσα την καρδιά μου να βουλιάζει στο στήθος μου. Η
όμορφη, περήφανη ' Ιζαμπελ, ζούσε μέσα σ ' αυτήν την κόλαση.
Και πάλι, όμως, αισθάνθηκα να μεγαλώνουν οι ελπίδες μου να
την αποσπάσω απ' όλα αυτά. Θα την έπαιρνα μαζί μου, στην Αγ­
γλία. Σίγουρα θα τα κατάφερνα...
1Οταν έφτασα στον τελευταίο όροφο, χτύπησα την πόρτα.
Μια φωνή μίλησε Τσέχικα από μέσα. Την αναγνώρισα αμέσως.
' Ηταν της ’ Ιζαμπελ. ' Ανοιξα την πόρτα και μπήκα. Δεν νομίζω
πως θα καταφέρω να περιγράψω την παράξενη επίδραση που εί­
χε επάνω μου αυτό το δωμάτιο. Για ν ' αρχίσω, ήταν χωρίς αμφι­
βολία πολύ βρώμικο. Σπασμένα έπιπλα, ξεσκονισμένα κάδρα και
ένα απαίσιο σιδερένιο κρεβάτι. Ταυτόχρονα, όμως, ήταν και κα­
θαρό. Παρόλη τη λέρα των τοίχων, τη μαυρίλα της οροφής και τη
δυσάρεστη μυρωδιά της κλεισούρας, το κρεβάτι ήταν στρωμένο,
τα τασάκια καθαρά και πουθενά ίχνος σκόνης. Στο κέντρο του,
σκυμμένη πάνω από το κέντημά της, ένα παλιό μεταξωτό ύφα­
σμα, καθόταν η Ιζαμπελ.
Φαινόταν ακριβώς όπως τότε που είχε φύγει από το Σαιν
Λου. Το φόρεμά της ήταν ξεθωριασμένο. Είχε, όμως, όμορφο
κόψιμο και σχέδιο και, παρόλο που ήταν παλιό, το φορούσε με α­
ξιοπρέπεια και χάρη. Τα μαλλιά της εξακολουθούσε να τα χτενί­

187
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

ζει με τον απλό, αρχοντικό τρόπο της. Το πρόσωπό της ήταν ό­


μορφο, ήρεμο και σοβαρό. ' Ενιωσα πως αυτή και το δωμάτιο δεν
είχαν καμιά οχέση μεταξύ τους. Βρισκόταν εκεί ακριβώς όπως
θα μπορούσε να βρίσκεται στο κέντρο της ερήμου ή στην κουπα­
στή κάποιου πλοίου. Δεν ήταν το σπίτι της. ’ Ηταν ένα μέρος που
συνέβη να βρίσκεται κατά τύχη.
Για μια στιγμή, βλέποντάς με απόμεινε πετρωμένη. Ύστερα
έτρεξε προς το μέρος μου με πρόσωπο ευχάριστα ξαφνιασμένο
και χέρια απλωμένα. Κατάλαβα ότι ο Γκάμπριελ δεν της είχε φα­
νερώσει ότι βρισκόμουν στο Ζάγκρεμπ. Αναρωτήθηκα γιατί.
Τα χέρια της τύλιξαν με αγάπη τα δικά μου. Σήκωσε το πρό­
σωπό της και με φίλησε.
- Ούγκο, πόσο χαίρομαι!
Δεν με ρώτησε πως έτυχε να βρεθώ στο Ζάγκρεμπ, ούτε
σχολίασε το γεγονός ότι τώρα μπορούσα να περπατώ κι όχι να
μένω ακίνητος στην πολυθρόνα μου, όπως με είχε δει την τε­
λευταία φορά. Της έφτανε πως ο φίλος της είχε έρθει και στε­
κόταν τώρα μπροστά της. Είχε μείνει, στ' αλήθεια, η Ίζαμπέλ
μου.
Τράβηξε για μένα μια καρέκλα κοντά στη δική της.
- Λοιπόν, Ίζαμπελ, τι κάνεις; ρώτησα.
Η απάντησή της ήταν τυπική. Μου έδειξε το κέντημά της.
- Το άρχισα πριν τρεις βδομάδες. Σ' αρέσει;
Η φωνή της φανέρωνε ανυπομονησία. Το πήρα στα χέρια
μου. ’ Ηταν ένα τετράγωνο, παλιό, μεταξωτό κομμάτι, γκρίζο, ε ­
λαφρά ξεθωριασμένο, αλλά πολύ μαλακό. Πάνω του, η ’ Ιζαμπελ,
κεντούσε ένα σχέδιο από κόκκινα τριαντάφυλλα, σκούρα πράσι­
νη περικοκλάδα και χλωμές μωβ βιολέττες. Ήταν όμορφη δου­
λειά, λεπτή, ραφινάτη.
- Είναι όμορφο, είπα. Πολύ όμορφο.
' Ενιωσα όπως και παλιά, την εξωπραγματική ατμόσφαιρα που
την τύλιγε. Δούλευε ατάραχη το κέντημά της, αδιαφορώντας για
την ασχήμια που υπήρχε γύρω της.
- Είναι όμορφο, είπα για τρίτη φορά, επιστρέφοντάς της το.
Αυτό το δωμάτιο, όμως, Ίζαμπελ, είναι απαίσιο.
Κοίταξε τριγύρω με την ήρεμη, ερευνητική ματιά της.
- Ναι, συμφώνησε. Νομίζω πως έχεις δίκιο.
Μονάχα αυτό, τίποτα περισσότερο. Κατάλαβα ότι πολύ λίγο

188
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

την ενδιέφερε. Απλώς δεν το συλλογιζόταν. Την απασχολούσε


το ίδιο, όπως ο σιδηροδρομικός σταθμός κάποιον που πρόκειται
να ταξιδέψει. ' Ετυχε να βρεθεί εκεί και δεν μπήκε στον κόπο να
το εξετάσει. Ό ταν το πρόσεξε καλύτερα, παρατήρησε τις α­
σχήμιες του, αλλά χωρίς να την ενοχλήσουν. Το κέντημά της την
ενδιέφερε περισσότερο.
- Είδα τον Τζων Γκάμπριελ χθες το βράδυ, είπα.
- Αλήθεια; Πού; Δεν μοϋ είπε τίποτα.
- Εκείνος μου έδωσε τη διεύθυνση. Με προσκάλεσε να έρ­
θω να σε δω.
- Χαίρομαι τόσο πολύ που το έκανε. Ω, στ' αλήθεια, χαίρο­
μαι.
Πόσο ζεστή ήταν η φωνή της! Η παρουσία μου την είχε γεμί­
σει πράγματι χαρά.
- ’ Ιζαμπελ, πρόφερα. Καλή μου ' Ιζαμπελ, είσαι καλά; Είσαι
ευτυχισμένη;
Με κοίταξε απορημένη, σα να μην καταλάβαινε τι εννοούσα.
- Ό λα αυτά, εξήγησα, είναι τόσο διαφορετικά από τη ζωή
που είχες συνηθίσει. Δεν θα ' θελες να τ' αφήσεις και να έρθεις
μαζί μου; Στο Λονδίνο, αν όχι στο Σαιν Λου.
Έγνεψε αρνητικά.
- Ο Τζων κάνει κάτι εδώ. Δεν ξέρω τι ακριβώς...
- Αυτό που προσπαθώ να σε ρωτήσω, είναι αν είσαι ευτυχι­
σμένη μαζί του. Δεν νομίζω, όμως, πως μπορεί να σου συμβαίνει
κάτι τέτοιο. Αν έκανες κάποτε ένα φοβερό λάθος, ' Ιζαμπελ, πα­
ραδόξου το. Φύγε από κοντά του.
Κατέβασε το βλέμμα στο κέντημά της, ενώ ένα παράξενο,
μικρό χαμόγελο τρεμόπαιξε στα χείλη της.
- Ω, όχι. Δεν θα μπορούσα να κάνω κάτι τέτοιο.
- Τόσο πολύ τον αγαπάς, ’ Ιζαμπελ; Είσαι... είσαι ευτυχισμέ­
νη μαζί του; Σε ρωτάω γιατί ενδιαφέρομαι, ξέρεις πόσο, για σέ­
να.
- ' Οταν λες ευτυχισμένη... εννοείς με τον τρόπο που ήμουν
στο Σαιν Λού; ρώτησε σοβαρά.
- Ναι.
- Ό χι, φυσικά όχι.
- Τότε ξέχασέ τα όλα, γύρισε πίσω και ξανάρχισε από την
αρχή.

189
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

Χαμογέλασε και πάλι.


- Ω, όχι. Αυτό δεν γίνεται.
- Άλλωστε, συνέχισα ταραγμένος, δεν είσαστε παντρεμέ­
νοι.
- Ό χι, δεν είμαστε...
- Δεν νομίζεις... άρχισα, αλλά σταμάτησα αποκαμωμένος.
Ένιωθα ανίκανος να βρω τις κατάλληλες λέξεις. Πράγματα
που για τους άλλους ήταν τόσο σοβαρά και σπουδαία, για την ' I-
ζαμπελ ήταν ασήμαντα. Ωστόσο, έπρεπε να ανακαλύψω τι συνέ­
δεε αυτούς τους δυο παράξενους ανθρώπους.
- Γιατί δεν παντρευτήκατε; ρώτησα αδιάκριτα.
Δε φάνηκε να ενοχλήθηκε.Αντίθετα, σχημάτισα την εντύπω­
ση ότι αυτή ήταν η πρώτη φορά που ερχόταν αντιμέτωπη μ - αυτό
το ερώτημα. Γιατί αυτή και ο Τζων Γκάμπριελ δεν παντρεύτηκαν;
Απόμεινε ακίνητη, σκεφτική, να προσπαθεί ν' ανακαλύψει το
γιατί. Τέλος αποκρίθηκε διατακτικά.
- Δεν νομίζω ότι ο Τζων... θέλει να με παντρευτεί.
Προσπάθησα να συγκρατήσω το θυμό μου.
- Δεν υπάρχει σίγουρα κανένας λόγος που σε εμποδίζει να
παντρευτείς; ρώτησα.
- Ό χι.
- Τότε πρέπει να το κάνει. Είναι το λιγότερο που μπορεί να
κάνει για σένα.
Κούνησε αργά το κεφάλι.
- Ό χι, είπε τέλος. Δεν είναι έτσι.
- Πώς είναι, λοιπόν;
Άρχισε να μιλάει αργά, ακολουθώντας τα γεγονότα όπως
συνέβησαν.
- Ό ταν έφυγα από το Σαιν Λου... δεν το έκανα για να πα­
ντρευτώ τον Τζων αντί για τον Ρούπερτ. Μου ζήτησε να τον ακο­
λουθήσω και δέχτηκα. Δε μου μίλησε για γάμο. Δεν νομίζω να το
σκέφτηκε ποτέ. Ό λα αυτά, (έκανε μια αόριστη κίνηση· με το
«αυτά» εννοούσε το δωμάτιο, τα έπιπλα, το χαρακτήρα της ζωής
τους γενικότερα), όλα αυτά δεν είναι γάμος. Ο γάμος είναι κάτι
ολότελα διαφορετικό.
- Εσύ και ο Ρούπερτ... άρχισα.
Με διέκοψε, τολμώντας η ίδια να προφέρει αυτά που δίσταζα
εγώ.

190
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΟΑΝΑΤΟ

- Αυτός, ναι, θα ήταν γάμος.


Τότε ποια ήταν η ζωή της πλάι στον Τζων Γκάμπριελ; αναρω­
τήθηκα. Δεν τόλμησα ωστόσο να ρωτήσω.
- Πες μου, ' Ιζαμπελ, τι πιστεύεις για το γάμο... τι σημαίνει
γάμος για σένα, πέρα από τις τυπικές νομικές διαδικασίες;
Σκέφτηκε για λίγο.
- Νομίζω πως σημαίνει να γίνεις ένα κομμάτι από τη ζωή του
άλλου... να έχεις μια θέση... κι αυτή η θέση να είναι η σωστή... να
σου ανήκει.
Κατάλαβα πως το έβλεπε σαν μια όμορφη, εποικοδομητική έ­
νωση.
- Θέλεις να πεις, ότι εσύ δεν μοιράζεσαι τη ζωή του Γκά-
μπριελ;
- Ό χι. Δεν ξέρω το γιατί. Μακάρι να τη μοιραζόμουνα. Βλέ­
πεις... άπλωσε μπροστά τα μακρυά, κατάλευκα χέρια της, δεν
ξέρω τίποτα γι' αυτόν.
Την κοίταξα σιωπηλός. Σκέφτηκα πως είχε δίκιο. Δεν ήξερε
από την αρχή τίποτα για τον Γκάμπριελ. Δεν θα μάθαινε ποτέ,
όσα χρόνια κι αν έμενε κοντά του. ’ Ηταν, όμως, εύκολο να διαπι­
στώσει κανείς ότι η άγνοια αυτή δεν επιδρούσε καθόλου στα αι-
σθήματά της απέναντι του.
Ένιωσα απότομα πως κι αυτός βρισκόταν στην ίδια βάρκα.
' Εμοιαζε με κάποιον που είχε αγοράσει ένα ακριβό και κομψό
σκάφος, χωρίς, όμως, να καταλαβαίνει τα σπουδαία εξαρτήματα
που αποτελούσαν τη μηχανή του.
- Έτσι, λοιπόν, είπα αργά, δε νιώθεις δυστυχισμένη...
Με κοίταξε σαν να μην μ ' έβλεπε στην πραγματικότητα. Σκέ­
φτηκα πως ή δεν ήθελε ν' απαντήσει στην ερώτησή μου ή δεν
ήξερε ν' απαντήσει. Κατέληξα στο δεύτερο. Ζούσε μια έντονη,
συγκλονιστική περιπέτεια που δεν μπορούσε, ωστόσο, να περι­
γράφει με λόγια.
- Θέλεις να τους δώσω την αγάπη σου στο Σαιν Λου; ρώτη­
σα απλά.
Δεν αποκρίθηκε. Δάκρυα άρχισαν να κυλούν στο πρόσωπό
της. Δεν ήταν δάκρυα λύπης, αλλά δάκρυα αναμνήσεων.
- Αν μπορούσες να γυρίσεις το ρολόι πίσω, ’ Ιζαμπελ... αν ή­
σουν ελεύθερη να διαλέξεις... θα έκανες πάλι την ίδια εκλογή;
Ήταν ίσως σκληρό από μέρους μου, αλλά ήθελα να ήξερα,

191
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

να είμαι σίγουρος. Με κοίταξε κατάματα.


- ' Εχει, πράγματι, κανείς την ευκαιρία να διαλέξει; Για οτιδή­
ποτε;
Αυτός ήταν ο τρόπος που αντιμετώπιζε εκείνη τα πράγματα.
' Ισως, η ζωή να ήταν πιο εύκολη για τους ρεαλιστές, σαν την ' I-
ζαμπελ Τσάρτερις, που δεν πίστευαν παρά στην ύπαρξη ενός
και μόνο δρόμου. Τώρα ξέρω ότι ήρθε μια στιγμή, όπου η ' Ιζα-
μπελ χρειάστηκε να διαλέξει ανάμεσα σε δυο δρόμους και προ·;
τίμησε εκείνον που ήθελε πραγματικά. Τότε, όμως, δεν τόξερα.
Καθώς στεκόμουν με τα μάτια καρφωμένα επάνω της, άκου-
σα βήματα στις σκάλες. Ο Τζων Γκάμπριελ έσπρωξε απότομα
την πόρτα και μπήκε μέσα. Δεν φαινόταν σε καλή διάθεση.
- Γεια χαρά, είπε. Βρήκες εύκολα το σπίτι;
- Ναι, αποκρίθηκα κοφτά.
Μου ήταν αδύνατο να πω περισσότερα. Προχώρησα προς την
πόρτα.
- Λυπάμαι, μουρμούρισα, πρέπει να πηγαίνω...
Στάθηκε παράμερα για να περάσω.
- Λοιπόν, είπε και στο ύφος του υπήρχε κάτι που δεν κατα­
λάβαινα, για να μην πεις ποτέ ότι δεν σου έδωσα την ευκαιρία...
Δεν ήξερα τι σήμαιναν τα λόγια του.
- ' Ελα να δειπνήσεις μαζί μας στο καφέ Γκρης, αύριο βράδυ.
Δίνω ένα πάρτυ. Η ' Ιζαμπελ θα ' θελε πολύ να έρθεις, δεν είναι
έτσι, Ίζαμπελ;
Την κοίταξα. Χαμογελούσε.
- Ναι. 'Ελα, είπε.
Το πρόσωπό της ήταν πράο, ατάραχο. Μάζεψε με ήρεμο
τρόπο το μετάξι της. Από το πρόσωπο του Γκάμπριελ πέρασε α­
στραπιαία μια έκφραση που δεν μπόρεσα να ερμηνεύσω. ’ Εμοια­
ζε με απόγνωση.
Κατέβηκα βιαστικά εκείνη’ τη φοβερή σκάλα, όσο πιο γρήγο­
ρα μου επέτρεπε η κατάστασή μου. Ή θελα να βγω έξω, στο
φως, μακρυά από την παράξενη σχέση του Γκάμπριελ και της ' I-
ζαμπελ. Ο ταγματάρχης είχε αλλάξει προς το χειρότερο. Η ' Ιζα-
μπελ δεν είχε αλλάξει καθόλου.
Κι όμως, μέσα στο ταραγμένο μυαλό μου, δέσποζε ολοζώ­
ντανη η πεποίθηση ότι αυτό που τους έδενε ήταν πάρα πολύ δυ­
νατό...

192
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΕΚΤΟ

y Λ V πάρχουν μερικές φοβερές αναμνήσεις που όσο κι αν α-


ξ / γωνίζεσαι να τις διώξεις είναι μάταιο. Μια απ' αυτές, εί-
\y ναι εκείνο το εφιαλτικό δείπνο στο καφέ Γκρης. Είμαι
σίγουρος ότι το πάρτυ οργανώθηκε την τελευταία στιγμή, για να
ικανοποιήσει τη μοχθηρία του Γκάμπριελ απέναντι μου. Επρόκει-
το για κάτι φοβερό. Οι φίλοι του Γκάμπριελ στο Ζάγκρεμπ, μου
συστήθηκαν ένας προς έναν. Ανάμεσά τους καθόταν η ’ Ιζα-
μπελ. Υπήρχαν άντρες και γυναίκες που, σε άλλη περίπτωση,
δεν θα της επιτρεπόταν να συναντήσει ποτέ, σ ' ολόκληρη τη
ζωή της. Αλκοολικοί και διεστραμμένοι, βρωμερές πόρνες με
αρρωστημένη όψη. Πλάσματα διεφθαρμένα μέχρι το κόκκαλο,
που σε έκαναν να ντρέπεσαι για την ανθρώπινη φύση σου.
Δεν είχαν καν κάποια καλλιτεχνική κλίση, ώστε να δικαιολο­
γείται ένα μέρος της αθλιότητάς τους. Ανάμεσά τους, δεν υ­
πήρχαν συγγραφείς, ούτε ζωγράφοι. Δεν ήταν σε θέση ούτε να
κάνουν μια πνευματώδη συζήτηση. Επρόκειτο κυριολεκτικά γιά
αποβράσματα της κοινωνίας. Να ποιες ήταν οι συντροφιές που
προτιμούσε ο Γκάμπριελ. ' Εμοιαζε σα να ηδονιζόταν να δείχνει
πόσο χαμηλά είχε πέσει.
Πνιγόμουν από αγανάκτηση για λογαριασμό της Ίζαμπελ.
Πώς τολμούσε να τη φέρει σε επαφή με τέτοια υποκείμενα; ' Ο­
ταν την κοίταξα, ωστόσο, η οργή μου ξεφούσκωσε σαν τρύπιο
μπαλόνι. Παρατήρησα ότι δεν έδειχνε την παραμικρή ενόχληση
ή αηδία. Ούτε καν την ανυπομονησία να πάρει γρήγορα τέλος
αυτή η γελοία συγκέντρωση και να βγει από τη δύσκολη θέση
ιιου βρισκόταν. Καθόταν μ ’ ένα χαμόγελο ζωγραφισμένο στα
χείλη, όμοιο με κείνο των Αθηναίων Καρυάτιδων. Ήταν ευγενι­
κή με όλους και δεν φαινόταν να την απασχολεί η καταγωγή
ιούς. Δεν είχαν επάνω της περισσότερη επίδραση από το άθλιο
δωμάτιο που ζούσε. Θυμήθηκα την απάντηση που είχε δώσει,

193
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΓΤΙ

εδώ και πολύ καιρό στην ερώτησή μου αν την ενδιαφέρει η πολι­
τική. «Είναι ένα από τα πράγματα που κάνουμε», είχε πει σοβα­
ρή. Και σήμερα επρόκειτο για κάτι παρόμοιο. Αν τη ρωτούσα πως
ένιωθε, σίγουρα θα μου έλεγε: «Είναι ένα από τα πάρτυ που δί­
νουμε». Τα δεχόταν χωρίς δυσαρέσκεια και χωρίς ενδιαφέρον
σαν κάτι που άρεσε στον Τζων Γκάμπριελ.
Συνάντησα το βλέμμα της και μου χαμογέλασε. Η αγωνία και
η στενοχώρια μου για κείνη, δεν είχαν κανένα λόγο υπάρξεως.
' Ενα λουλούδι μπορεί ν ' ανθίσει το ίδιο και σ ' ένα χαντάκι, όπως
και οπουδήποτε αλλού. ’ Ισως καλύτερα εκεί, γιατί το ξεχωρίζεις
αμέσως πως είναι λουλούδι...
Από το κέντρο φύγαμε όλοι μαζί. ’ Ολοι σχεδόν ήταν μεθυ­
σμένοι. Τη στιγμή που κατεβήκαμε από το πεζοδρόμιο για να
διασχίσουμε το δρόμο, ένα μεγάλο αυτοκίνητο ξεπήδησε απότο­
μα μέσα απ' το σκοτάδι. Σχεδόν άγγιξε την ’ Ιζαμπελ. Εκείνη ό­
μως συνειδητοποίησε τον κίνδυνο εγκαίρως και με ένα απότομο
πήδημα βρέθηκε στο πεζοδρόμιο. Πρόσεξα τη χλωμάδα στο
πρόσωπό της και τον τρόμο στα μάτια της καθώς το αυτοκίνητο
απομακρυνόταν από κοντά μας.
Εξακολουθούσε, λοιπόν, να είναι τρωτή. Μπορούσε να αντέ-
ξει όλες τις καταστάσεις αγέρωχη. Η ζωή δεν είχε τη δύναμη να
την επηρεάσει. Ο θάνατος, όμως... δεν άντεχε ούτε την απλή α­
πειλή του. Ακόμα και τώρα που ο κίνδυνος είχε περάσει, συνέχι­
ζε να τρέμει.
- Πάρα λίγο να μας θερίσει. Είσαι καλά, Ίζαμπελ;
- Ω, ναι, αποκρίθηκε εκείνη. Είμαι καλά.
Ο φόβος υπήρχε έντονος στη φωνή της. Στράφηκε και με
κοίταξε.
- Βλέπεις; Είμαι ακόμα δειλή.
Δεν έχω περισσότερα να γράψω. Εκείνη τη φορά στο καφέ
Γκρης, ήταν η τελευταία φορά που είδα την Ίζαμπελ.
Η τραγωδία ήρθε όπως έρχεται συνήθως, ανέλπιστη, χωρίς
προειδοποίηση. Αντιμετώπιζα ακριβώς το πρόβλημα αν θα πρε-
πε να την επισκεφτώ ξανά ή να της γράψω ή, ακόμα, και να φύγω
από το Ζάγκρεμπ χωρίς να την ξαναδώ. ' Ηταν ο Γκάμπριελ εκεί­
νος που ήρθε να με βρει. Δεν μπορώ να πω ότι παρατήρησα τίπο­
τα το ασυνήθιστο στην εμφάνισή του. Μια νευρικότητα, ίσως, μια
έκφραση κάπως σφιγμένη. Δεν ξέρω.

194
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

- Η ' Ιζαμπελ είναι νεκρή, πρόφερε απλά.


Τον κοίταξα. Μου ήταν αδύνατον να το πιστέψω. Σίγουρα,
δεν θα είχα ακούσει καλά. Πρόσεξε τη δυσπιστία μου.
- Ναι, με βεβαίωσε. Είναι αλήθεια. Την πυροβόλησαν.
Ξαναβρήκα τη μιλιά μου, ενώ ένιωθα να με τυλίγει ολόκληρο
το φοβερό αίσθημα της καταστροφής... του θανάτου...
- Την πυροβόλησαν; Ποιος θα μπορούσε να το κάνει; Τι συ­
νέβη;
Μου τα διηγήθηκε όλα. Καθόντουσαν μαζί στο μπαρ που τον
συνάντησα την πρώτη φορά.
- ’ Εχεις δει ποτέ φωτογραφίες του Στολάνωβ; ρώτησε. Πρό­
σεξες ότι μοιάζουμε;
Ο Στολάνωβ ήταν ο δικτάτορας της Σλοβακίας, ένας τυραν­
νικός άνθρωπος. Κοίταξα προσεκτικά τον Γκάμπριελ και διαπί­
στωσα ότι πράγματι είχαν πολλά κοινά χαρακτηριστικά. 'Οταν,
μάλιστα τα μαλλιά του έπεφταν μπροστά, όπως συνέβαινε συ­
χνά, η ομοιότητα γινόταν ακόμη εντονώτερη.
- Τι συνέβη; ρώτησα.
- ' Ενας ανόητος φοιτητής. Πίστεψε πως ήμουν ο Στολάνωβ.
Είχε μαζί του περίστροφο. ' Ετρεξε προς το μέρος μου, κραυγά­
ζοντας. «Στολάνωβ, Στολάνωβ, ήρθε το τέλος σου». Δεν πρόλα­
βα να κάνω το παραμικρό. Πυροβόλησε. Δεν με πέτυχε. Χτύπη­
σε την 'Ιζαμπελ.
Σταμάτησε.
- Ο θάνατος ήταν ακαριαίος, πρόσθεσε μετά από λίγο. Η
σφαίρα πήγε κατευθείαν στην καρδιά.
- Θεέ μου, αναφώνησα. Και δεν μπορούσες να κάνεις τίπο-
ια;
Μου φαινόταν απίστευτο ότι ο Γκάμπριελ δεν ήταν ικανός να
κάνει κάτι. Κοκκίνησε...
- ' Οχι... απολύτως τίποτα. ' Ημουν πίσω από το τραπέζι, κολ­
λημένος στον τοίχο. Δεν υπήρξε χρόνος να αντιδράσω...

Απόμεινα σιωπηλός. Ένιωθα άδειος, χωρίς ψυχή.


Ο Γκάμπριελ με παρατηρούσε αμίλητος. Εξακολουθούσε να
μη δείχνει την παραμικρή συγκίνηση.
- Να, λοιπόν, που την παρέσυρες, είπα τέλος.
Ύψωσε τους ώμους.

195
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΖΤΙ

- Μπορείς να το βλέπεις όπως σου αρέσει, αν αυτό σε ανα­


κουφίζει.
- Εσύ φταις που βρέθηκε εδώ, σ' αυτό το άθλιο δωμάτιο, σ'
αυτή την άθλια πόλη. Αν δεν ήσουνα εσύ, τώρα...
Σταμάτησα. Αποτελείωσε εκείνος, τη φράση μου.
- Τώρα θα ήταν λαίδη Σαιν Λου στο Κάστρο, πλάι στη θάλασ­
σα. Θα ζούσε σ' ένα αρχοντικό σπίτι, μ' έναν αρχοντικό σύζυγο,
και ένα αρχοντικό μωρό στα γόνατά της.
Ο χλευασμός στη φωνή του με εξόργισε.
- Θεέ μου, Γκάμπριελ. Δεν πιστεύω ότι θα μπορέσω ποτέ να
σε συγχωρήσω.
- Δεν μπορώ να πω ότι με ενδιαφέρει ιδιαίτερα η συγγνώμη
σου, Νόρρεϋς.
- Τι ήρθες λοιπόν, να κάνεις εδώ; ρώτησα έξω φρενών. Τι
θέλεις από μένα;
- Θέλω να την πάρεις πίσω στο Σαιν Λου... αποκρίθηκε ήρε­
μα. Φαντάζομαι πως μπορείς να τα καταφέρεις. Θα πρεπε να
ταφεί εκεί όπου ανήκει κι όχι εδώ.
- ’ Οχι, συμφώνησα. Δεν έχει καμιά σχέση μ ' αυτόν τον τόπο.
Τον κοίταξα. Μέσα στην οδύνη του πόνου μου ένιωσα να ξυ­
πνά στην ψυχή μου μια έντονη περιέργεια.
- Γιατί την πήρες από το σπίτι της; Τι επεδίωκες στην πραγ­
ματικότητα; Την ποθούσες τόσο πολύ, σε σημείο να θυσιάσεις
την καριέρα σου; Τι κρυβόταν πίσω α π ’ όλα αυτά;
Ύψωσε και πάλι τους ώμους.
- Δεν καταλαβαίνω, φώναξα εξοργισμένος.
- Να καταλάβεις; Φυσικά και δεν καταλαβαίνεις. (Η φωνή
του με ξάφνιασε. Ήταν βραχνή, υπόκωφη). Δεν θα καταλάβεις
ποτέ τίποτα. Τι ξέρεις εσύ από το τι σημαίνει στ' αλήθεια να υ­
ποφέρει κανείς...
- Πολλά, δήλωσα κοφτά.
- Ό χι, δεν ξέρεις τίποτα. Καταλαβαίνεις ότι δεν κατάφερα
ποτέ να μάθω, έστω και μια φορά, τι σκεφτόταν; Δεν μπόρεσα να
συζητήσω ποτέ μαζί της... Σε βεβαιώ, Νόρρεϋς, έκανα τα πάντα
για να σπάσω την αδιαφορία της. Την έσυρα στη λάσπη, ανάμεσα
σε αλήτες, αλλά δεν νομίζω να έδωσε ποτέ σημασία. Δεν μπο­
ρούσε να μολυνθεί ώστε να τρομάξει. Να πως ήταν φτιαγμένη η
' Ιζαμπελ. Είναι φοβερό που το λέω, φοβερό! Περίμενα δάκρυα,

196
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

διαμαρτυρίες, ικεσίες. Και τον εαυτό μου νικητή. Δεν νίκησα, ό­


μως, ποτέ. Δεν μπορείς να νικήσεις, όταν πολεμάς κάποιον που
δεν ξέρει ότι του έχεις κηρύξει τον πόλεμο. Δεν κατάφερα ποτέ
να της μιλήσω... ποτέ. Παρουσιάστηκα μπροστά της σαν παράλυ­
τος σχεδόν από μεθύσι, δοκίμασα ναρκωτικά, πήγα με άλλες γυ­
ναίκες... τίποτα δεν την άγγιξε. Καθόταν αμέριμνη και κεντούσε
τα λουλούδια της. Πότε - πότε τραγουδούσε. Εξακολουθούσε
να ζει στο Κάστρο της κοντά στη θάλασσα... στην ψεύτικη ατμό­
σφαιρα του παραμυθιού... Είχε φέρει τον κόσμο της μαζί της...
' Ηταν έτοιμος να πει κι άλλα, αλλά σταμάτησε απότομα. ' Ε­
πεσε βαρύς σε μια καρέκλα.
- Δεν θα μπορέσεις ποτέ να καταλάβεις. Νιώθω σαν δαρμέ-
νος σκύλος. Είχα το κορμί της. Τίποτε άλλο. Τώρα το έχασα κι
αυτό. (Σηκώθηκε). Πάρε την πίσω στο Σαιν Λου.
- Θα την πάρω, είπα. Και ο Θεός να σε συγχωρήσει, Γκά-
μπριελ, για όσα της έκανες.
Στράφηκε απότομα.
- Για όσα της έκανα εγώ; Τι θα έπρεπε να γίνει, λοιπόν, για
όσα μου έκανε εκείνη; Δεν κατάλαβε ποτέ το σκουριασμένο σου
μυαλό, Νόρρεϋς, ότι από την πρώτη στιγμή που την είδα, υπέφε­
ρα σαν κολασμένος; Δεν θα καταφέρω ποτέ να εξηγήσω την α­
ναστάτωση που μου προκαλούσε. Έμοιαζε σαν να αρρώσταινα
ξαφνικά από κίτρινο πυρετό. Ολόκληρη η ζωή μου κρεμόταν στα
χέρια της. ’ Ηξερα ότι ήμουν ψεύτης, υποκριτής, βρωμερός, φι­
λήδονος, αλλά δεν μ 1 ένοιαζε μέχρι την ημέρα που τη γνώρισα.
Με έκανε να χάσω τον εαυτό μου, Νόρρεϋς. Το καταλαβαίνεις;
Με πόνεσε βαθιά, όσο τίποτα μέχρι εκείνη τη στιγμή. Έπρεπε
να την καταστέψω, να την τραβήξω στο δικό μου βούρκο. Με
νιώθεις; Ό χι, δεν θα με νιώσεις ποτέ. Εσύ βλέπεις με άλλα μά­
τια τη ζωή, σαν να 'ναι ένα όμορφο βιβλίο που διαβάζεις. Με έ ­
στειλε στην κόλαση, σου λέω, στην κόλαση! Για μια φορά μονάχα
ένιωσα πως, ίσως, κατάφερνα να ξεφύγω από τα δίχτυα της. ' Η­
ταν τότε που εκείνη η συμπαθητική κοπέλα έτρεξε σε μένα για
να σωθεί από τον άντρα της. Θα έχανα τις εκλογές, αλλά θα είχα
σαν ασπίδα την Μίλλυ Μπαρτ. Εκείνο το κτήνος, ο άντρας της,
θα της έδινε διαζύγιο κι εγώ θα εκτελούσα το χρέος μου με το
να την παντρευόμουν. ' Ετσι θα γλύτωνα από τη φοβερή επίδρα­
ση εκείνης. Και τότε ήταν εκείνη, η ' Ιζαμπελ, που ανέτρεψε ό­

197
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

λες μου τις ελπίδες. Δεν υπήρχε πια δρόμος. ' Επρεπε να υπο­
ταχτώ στη μοίρα μου! Να υποκύψω στην επιρροή της. Κι όμως,
προσπαθούσα μέχρι την τελευταία στιγμή. Της αγόρασα κιόλας
κι ένα γαμήλιο δώρο... Δεν χρειάστηκε, ωστόσο. Η Ίζαμπελ ή­
ταν δική μου...
- Και τώρα, τραύλισα, είναι νεκρή.
Αυτή τη φορά με άφησε να έχω εγώ την τελευταία λέξη.
- Και τώρα είναι νεκρή, επανέλαβε σιγανά.
Μετά, με μια απότομη στροφή, βγήκε απ’ το δωμάτιο.

198
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΕΒΔΟΜΟ

/ £ πό τότε δεν ξαναείδα τον Τζων Γκάμπριελ. Α-


/ ( / ποχωριστήκαμε σαν εχθροί στο Ζάγκρεμπ και
δεν ξανασυναντηθήκαμε ποτέ.
Με αρκετές δυσκολίες, κατάφερα να εξασφαλίσω τις προϋ­
ποθέσεις που θα μου επέτρεπαν να μεταφέρω το πτώμα της ' I-
ζαμπελ στην Αγγλία. Την έθαψαν στη μικρή αυλή της εκκλησίας,
δίπλα στη θάλασσα του Σαιν Λου, εκεί όπου αναπαύονταν και τα
άλλα μέλη της οικογένειας. Μετά την κηδεία, γύρισα με τις
τρεις ηλικιωμένες κυρίες στο μικρό, βικτωριανό σπίτι όπου δέ­
χτηκα τις ευχαριστίες τους, για ό,τι είχα κάνει για την ' Ιζαμπελ.
Είχαν γεράσει τρομερά τα δύο τελευταία χρόνια. Η λαίδη
Σαιν Λου ήταν πολύ αδύνατη από κάθε άλλη φορά. Η σάρκα της,
τεντωμένη πάνω στο κορμί της, σου επέτρεπε να μετράς τα κόκ-
καλά της. Φαινόταν τόσο εύθραστη, ώστε πίστευες ότι μπορού­
σε να πεθάνει από στιγμή σε στιγμή. ' Εζησε, ωστόσο, για πολλά
χρόνια ακόμη. Η λαίδη Τρεζίλιαν είχε παχύνει και το άσθμα της
την έπνιγε. Μου εμπιστεύθηκε σιγανά πως όλοι συμπαθούσαν
πολύ τη σύζυγο του Ρούπερτ.
- Είναι τόσο πρακτική και έξυπνη κοπέλα. Είμαι σίγουρη ότι
θα ζήσουν ευτυχισμένοι. Φυσικά, δεν είναι αυτό που είχαμε ο­
νειρευτεί...
Τα δάκρυα ανάβλυζαν σαν βρύση από τα μάτια της.
- Ω, γιατί; μουρμούρισε. Γιατί να συμβούν όλα αυτά;
' Ηταν η ηχώ της ερώτησης που δεν έπαψε ποτέ να απασχο­
λεί και το δικό μου μυαλό.
- Εκείνος ο καταραμένος... ο καταραμένος άντρας... εξακο­
λούθησε.
Αισθανόμαστε ενωμένοι, αυτές οι γριές κυρίες κι εγώ, στη
λύπη μας για την ' Ιζαμπελ και το μίσος μας για τον Τζων Γκά-
μπριελ. Η μίσες Μπίγκχαμ Τσάρτερις είχε υιοθετήσει ακόμα πιο

199
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

απότομους τρόπους από πριν...Τη στιγμή που τις αποχαιρετού­


σα, είπε:
- Θυμάστε τη μικρή μίσες Μπαρτ;
- Ναι, φυσικά. Της συνέβη τίποτα;
Κούνησε το κεφάλι.
- Φοβάμαι ότι πρόκειται να κάνει μια μεγάλη ανοησία. Ξέρε­
τε τι έγινε ο Μπαρτ;
- 'Οχι.
- ' Επεσε ένα βράδυ σ ' ένα χαντάκι τύφλα στο μεθύσι. Χτύ­
πησε το κεφάλι του σε μια πέτρα κι έμεινε στον τόπο.
- Είναι χήρα, λοιπόν;
- Ναι, άκουσα, όμως, από φίλες μου στο Σάσσεξ ότι διατηρεί
σχέσεις με έναν από τους κτηματίες της περιοχής και σκοπεύει
να τον παντρευτεί. Ο άντρας αυτός δεν έχει καθόλου καλή φή­
μη. Είναι μέθυσος και βάρβαρος.
Η Μίλλυ Μπαρτ, λοιπόν, επαναλάμβανε το ίδιο σφάλμα. Επω­
φελείται τάχα ποτέ κανείς όταν του δίνεται μια δεύτερη ευκαι­
ρία;
Η σκέψη αυτή με απασχόλησε καθώς ταξίδευα για το Λονδί­
νο την επόμενη μέρα. Είχα ανέβει από το Πενζάνς και πήρα ένα
εισιτήριο για το πρώτο γεύμα. Καθώς περίμενα να σερβιριστεί η
σούπα, συλλογιζόμουν την Τζένιφερ...
Μάθαινα νέα της πότε - πότε από τον Κάρο Στρέιντγουέις.
Η Τζένιφερ ήταν πολύ δυστυχισμένη καθώς μου έλεγε. Είχε ορ­
γανώσει τη ζωή της κατά τρόπο αξιέπαινο αλλά δεν ήταν καθό­
λου τυχερή. Δεν μπορούσε κανείς να μην τη θαυμάσει. Αυτή ή­
ταν η γνώμη του Κάρο.
Χαμογέλασα ελαφρά στην ανάμνησή της. Η Τζένιφερ κρα­
τούσε πάντα μια θέση στην ψυχή μου. Δεν ένιωθα, ωστόσο, κα­
μιά επιθυμία να τη δω... κανένα πραγματικό ενδιαφέρον. ’ Ερχε­
ται κάποια στιγμή, που κουράζεται κανείς όταν ακούει διαρκώς
τον ίδιο δίσκο...
' Ετσι κατέφυγα στο σπίτι της Τερέζας στο Λονδίνο. Η Τερέ-
ζα με άφησε να μιλήσω για όλα... Α κούσε τις πικρές κατηγορίες
μου εναντίον του Τζων Γκάμπριελ. Της διηγήθηκα όσα συνέβη-
σαν στο Ζάγκρεμπ και τελείωσα με την περιγραφή της κηδείας
της Ίζαμπελ στο Σαιν Λου.
Ύστερα απόμεινα σιωπηλός να ακούσω με τη φαντασία μου

2 00
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

το σπάσιμο των κυμάτων του Ατλαντικού και να βλέπω το ουρά­


νιο τόξο επάνω από το Κάστρο...
- Υποθέτω ότι θα ' πρεπε να αισθάνομαι ήρεμος που την βο­
ήθησα να αναπαυτεί ειρηνικά, αλλά δεν μπορώ, Τερέζα. Με συ­
γκλονίζει μια διαρκής αναστάτωση. Πέθανε τόσο γρήγορα. Κά­
ποτε μου είπε ότι έλπιζε να γίνει πολύ γριά. Θα μπορούσε να ζή-
σει και να γεράσει. Είχε πολύ δυνατή κράση. Δεν μπορώ να το
συνειδητοποιήσω αυτό... Ό τι το νήμα της ζωής της κόπηκε τό­
σο απότομα.
Η Τερέζα με άκουγε σιωπηλή, με τα μάτια καρφωμένα σ' ένα
ζωγραφικό πίνακα. Τέλος είπε:
- Θα το συνειδητοποιήσεις με το χρόνο. Στην πραγματικότη­
τα, όμως, ο χρόνος δεν σημαίνει απολύτως τίποτα. Πέντε λεπτά
και εκατό χρόνια, έχουν στην ουσία την ίδια χρονική διάρκεια.
Σώπασε για λίγο και πρόσθεσε σιγανά.
- Η στιγμή του ρόδου και η στιγμή του έλατου, έχουν την ί­
δια διάρκεια...
(Λουλούδια κεντημένα πάνω σ’ ένα ξεθωριασμένο, μεταξω­
τό ύφασμα).
- Επιμένεις να κάνεις τα σχέδιά σου για τη ζωή, Ούγκο, συ­
νέχισε, και να προσπαθείς να συμπεριλάβεις κι άλλους ανθρώ­
πους σ' αυτά. Εκείνοι, όμως, έχουν τα σχέδιά τους. Ο καθένας
έχει τα δικά του, γι' αυτό και η ζωή αναστατώνεται. Επειδή τα
σχέδια αυτά αλληλοσχετίζονται, συγκρούονται. Πολλοί λίγοι άν­
θρωποι γεννιώνται με αρκετά καθαρό μάτι, ώστε να ξέρουν με
σιγουριά τα σχέδιά τους. Πιστεύω ότι η ’ Ιζαμπελ ήταν ένας α π ’
αυτούς. Ήταν δύσκολο να την καταλάβουμε εμείς, όχι γιατί ή­
ταν πολύπλοκη, αλλά ακριβώς επειδή ήταν απλή. Φοβερά απλή.
Έ βλεπε την αλήθεια χωρίς παρωπίδες... Επιμένεις να βλέπεις
τη ζωή της Ιζαμπελ σαν ένα νήμα που κόπηκε σύντομα... σαν
βάζο που έσπασε πριν προλάβει ν ' αποκτήσει σχήμα... Δεν συμ­
φωνώ μαζί σου, όμως. ’ Εχω την έντονη υποψία, ότι επρόκειτο
για κάτι ολότελα ολοκληρωμένο.
- Σαν τριαντάφυλλο; ρώτησα.
- Αν σου αρέσει να το βλέπεις έτσι, είσαι πολύ τυχερός, Ού­
γκο.
- Τυχερός;
- Που την αγάπησες.

201
ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

- Νομίζω πως πράγματι την αγαπούσα. Ωστόσο, δεν κατά-


φερα να κάνω τίποτα για κείνη... Δεν προσπάθησα καν να την ε ­
μποδίσω ν ’ ακολουθήσει τον Γκάμπριελ.
- Δεν το έκανες γιατί την αγαπούσες πραγματικά, πρόφερε
ήρεμα.Την άφησες ελεύθερη να πραγματοποιήσει τη θέλησή
της.
Σχεδόν απρόθυμα αναγκάστηκα να δεχτώ την άποψη της Τε-
ρέζας για την αγάπη. Ο οίκτος ήταν μια από τις αδυναμίες μου.
Αποτελούσε την παρηγοριά μου, τις στιγμές που υπέφερα. Μ'
αυτόν ζούσα και ζέσταινα την καρδιά μου.
Την ' Ιζαμπελ, όμως, την είχα κρατήσει μακρυά από τον οίκτο
μου. Δεν είχα προσπαθήσει ποτέ να την παρηγορήσω, να κάνω
το δρόμο της λουλουδένιο, να φορτωθώ τα βάρη της. Στη σύντο­
μη ζωή της, ήταν μοναδικά και απόλυτα ο εαυτός της. Ο οίκτος
ήταν ένα συναίσθημα που, ούτε το χρειαζόταν, ούτε θα το κατα­
λάβαινε. Την είχα αγαπήσει αρκετά, ώστε να την αφήσω μόνη...
- Καλέ μου Ούγκο, φυσικά και την αγαπούσες, επανέλαβε η
Τερέζα. Και υπήρξες πολύ ευτυχισμένος γι' αυτή την αγάπη,
σου.
- Ναι, ομολόγησα με κάποια έκπληξη. Ναι, πράγματι, ένιωθα
ευτυχισμένος.
Ο θυμός μ ' έπνιξε ξανά.
- Ελπίζω, πάντως, ο Τζων Γκάμπριελ να υποφέρει από τις
τύψεις και σ ’ αυτόν τον κόσμο και στον άλλον.
- Δεν ξέρω για τον άλλον, αλλά σ' αυτόν σίγουρα η επιθυμία
σου έχει πραγματοποιηθεί. Ο Τζων Γκάμπριελ είναι ο πιο δυστυ­
χισμένος άνθρωπος που γνωρίζω...
- Υποθέτω ότι τον λυπάσαι. Αλλά μπορώ να σε βεβαιώσω...
Η Τερέζα με διέκοψε απότομα. Είπε ότι δεν ήταν λύπη αυτό
που ένιωθε. ' Ηταν κάτι πολύ πιο βαθύ.
- Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς. Αν τον είχες δει στο Ζάγκρε­
μπ... Δεν έκανε άλλο από το να μιλά για τον εαυτό του. Δεν φά­
νηκε καν καταβεβλημένος από το θάνατο της Ίζαμπελ.
- Δεν το ξέρεις. Δεν νομίζω ότι τον κοίταξες ποτέ όπως έ­
πρεπε. Δεν κοιτάς ποτέ τους ανθρώπους.
Εντελώς ξαφνικά, ένιωσα πως δεν είχα κοιτάξει ποτέ πραγ­
ματικά την ίδια. Δεν την είχα καν περιγράφει στην ιστορία μου.
Στύλωσα το βλέμμα μου επάνω της και μου φάνηκε ότι την έβλε­

202
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

πα για πρώτη φορά... Τα ψηλά ζυγωματικά, ο μαύρος χείμαρρος


των μαλλιών, που έμοιαζαν να χρειάζονται μια Ισπανική μαντήλα
με μεγάλο εντυπωσιακό κόμπο! Το κεφάλι της στηριζόταν περή­
φανα στους ώμους της,όπως της Καστιλιανής γιαγιάς της.
Τότε μόνο κατάλαβα πως θα πρέπει να ήταν η Τερέζα στην
πρώτη της νεότητα. Ανυπόμονη, γεμάτη πάθος, ριψοκίνδυνη...
- Γιατί με κοιτάς έτσι, Ούγκο;
- Νομίζω πως δεν σε είχα δει ποτέ όπως είσαι πραγματικά,
αποκρίθηκα με ειλικρίνεια.
- Το ξέρω, χαμογέλασε. Και τώρα,τι είδες λοιπόν;
Υπήρχε ειρωνεία στο χαμόγελό της και σαρκασμός στη φωνή
της. Επίσης και κάτι ακόμα που δεν μπόρεσα να προσδιορίσω...
- ’ Ησουν πάντοτε πολύ καλή μαζί μου, Τερέζα, είπα αργά.
Δεν ξέρω τίποτα για σένα.
- Οχι, Ούγκο, δεν ξέρεις.
Σηκώθηκε αργά και τράβηξε την κουρτίνα, εμποδίζοντας τον
καυτό ήλιο να μπαίνει στο δωμάτιο.
- 'Οσο για τον Τζων Γκάμπριελ... άρχισα.
- ' Αφησέ τον στα χέρια του Θεού, Ούγκο, με διέκοψε ήρε-
μα.
- Είναι παράξενο αυτό που λες, Τερέζα.
- 'Οχι, νομίζω πως είναι το σωστό. Πάντα το πίστευα.
Και πρόσθεσε:
- Ίσως κάποια μέρα νιώσεις τι εννοώ!

203
ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Αυτή λοιπόν ήταν η ιστορία. Η ιστορία ενός ανθρώπου που


γνώρισα για πρώτη φορά στο Σαιν Αου της Κορνουάλης και είδα
για τελευταία στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου στο Ζάγκρεμπ. Ο
άνθρωπος που πέθαινε τώρα, σ' ένα μικρό υπνοδωμάτιο στο Πα­
ρίσι.
- Ακούσε, Νόρρεϋς. (Η φωνή του ήταν αδύνατη αλλά καθα­
ρή). Θα πρέπει να σου πω τι συνέβη πραγματικά στο Ζάγκρεμπ.
Δεν σου το είπα τότε. Νομίζω πως δεν είχα καταλάβει το πραγ­
ματικό νόημά του...
Σταμάτησε αναπνέοντας βαριά.
- Ξέρεις ότι... η Ίζαμπελ... φοβόταν το θάνατο; Τον φοβό­
ταν περισσότερο από οτιδήποτε άλλο;
’ Εγνεψα καταφατικά. Ναι, το ήξερα. Θυμήθηκα τον πανικό
στο βλέμμα της την ημέρα που είδε το νεκρό περιστέρι, στη βε­
ράντα του Πόλνορθ Χάους, κι ακόμη τον τρόμο της όταν πήδηξε
για ν ' αποφύγει το αυτοκίνητο στο Ζάγκρεμπ.
- Τότε άκουσέ με. Ά κου προσεκτικά, Νόρρεϋς. Ο φοιτητής
ήρθε καταπάνω μου με το περίστροφο. ' Ηταν μόλις λίγα βήματα
μακρυά μου. Δεν υπήρχε περίπτωση να αστοχήσει, κι εγώ, παγι-
δευμένος πίσω από το τραπέζι. ' Ηταν αδύνατον να κινηθώ. Η ' I-
ζαμπελ κατάλαβε αμέσως τι επρόκειτο να συμβεί. Πετάχτηκε
μπροστά μου, τη στιγμή που εκείνος πατούσε τη σκανδάλη...
Η φωνή του υψώθηκε απότομα.
- Καταλαβαίνεις, Νόρρεϋς...’Ή ξερε τι έκανε. Ή ξερε ότι
αυτό σήμαινε θάνατο... θάνατο για την ίδια. Προτίμησε το θάνα­
το... για να σώσει εμένα...
Μια έντονη λάμψη φώτισε τα χαρακτηριστικά του.
- Δεν το είχα καταλάβει... ούτε το κατάλαβα... Μονάχα όταν
το σκέφτηκα πολύ, ένιωσα την πραγματικότητα... Βλέπεις, δεν
το πίστευα ότι μ ’ αγαπούσε... Νόμιζα... ήμουν σίγουρος... ότιτην

204
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

κρατούσα μόνο με τις αισθήσεις της... Αλλά η ' Ιζαμπελ με αγα­


πούσε... Με αγαπούσε τόσο, ώστε θυσίασε τη ζωή της για χάρη
μου... παρόλο το φόβο της για το θάνατο.
Στο μυαλό μου ζωντάνεψε η σκηνή στο μπαρ του Ζάγκρεμπ.
Είδα το φανατικό φοιτητή, τη γρήγορη ματιά της ’ Ιζαμπελ, το
στιγμιαίο φόβο της και την αποφασιστική εκλογή της. Την είδα
να πηδά μπροστά, καλύπτοντας τον Γκάμπριελ με το σώμα της.
- Αυτό, λοιπόν, ήταν το τέλος, πρόφερα αργά.
Αλλά ο Γκάμπριελ στηρίχτηκε στα μαξιλάρια και σηκώθηκε
ορμητικά. Τα μάτια του, αυτά τα μάτια που ήταν πάντοτε όμορ­
φα, άνοιξαν διάπλατα. Η φωνή του ακούστηκε δυνατή και καθα­
ρή. Θριαμβευτική θα έλεγα.
- Ω, όχι! Εδώ ακριβώς είναι το λάθος σου, Νόρρεϋς. Δεν ή­
ταν το τέλος αυτό. 'Ηταν μονάχα η αρχή...

205
Λ Ο Υ-Ι ΠΕΡΓΚΩ
Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΚΟΥΜΠΙΩΝ
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΣΚΥΛΟΥ
ΑΛΕΠΟΥ ΣΤΟ ΠΑΖΑΡΙ

ΧΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ
Ο ΛΥΚΟΣ ΤΗΣ ΣΤΕΠΠΑΣ
Η ΚΑΡΔΙΑ ΕΝΟΣ ΠΑΙΔΙΟΥ
ΣΙΝΤΑΡΤΑ
ΝΤΕΜΙΑΝ
ΝΑΡΚΙΣΣΟΣ ΚΑΙ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ
Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΖΑΡΑΤΟΥΣΤΡΑ
ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΡΟΧΟ
Η ΠΑΙΔΙΚΗ ΖΩΗ ΕΝΟΣ ΜΑΓΟΥ

Α Ν ΤΟ ΥΑ Ν Ν ΤΕ ΣΑ ΙΝ Τ-ΕΞΥΠ ΕΡΥ
ΓΗ ΑΝΘΡΩΠΩΝ
Ο ΜΙΚΡΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ
ΠΙΛΟΤΟΣ ΠΟΛΕΜΟΥ
ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΠΤΗΣΗ
ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΟ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ

ΠΗ ΤΕΡ Μ ΠΕΝΤΣΛΕ Υ
ΤΑ ΣΑΓΟΝΙΑ ΤΟΥ ΚΑΡΧΑΡΙΑ

ΤΖΕΡΟΜ ΤΖΕΡΟΜ
ΤΡΕΙΣ ΣΕ ΜΙΑ ΒΑΡΚΑ

ΤΖΩ ΡΤΖ ΜΙΚΕΣ


ΝΤΑΟΥΝΙΝΓΚ ΣΤΡΗΤ ΑΡ. 10
ΟΙ ΛΟΥΚΟΥΜΑΔΕΣ ΤΗΣ ΜΑΡΙΣΚΑ
ΑΧ, ΑΥΤΟΙ ΟΙ ΑΓΓΛΟΣΑΞΩΝΕΣ

ΠΙΕΡ ΝΤΑΝΙΝΟ Σ
ΟΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥΛΗ

ΠΕΛΧΑΜ ΓΟ Υ Ν Τ Χ Α Ο Υ Σ
Η ΛΕΣΧΗ ΤΩΝ ΚΗΦΗΝΩΝ

ΟΛΑΦ ΣΤΑΜ ΠΛΕΝΤΟΝ


ΣΙΡΙΟΥΣ

Α ΓΚΑΘ Α ΚΡΙΣΤΙ
Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

Φ ΙΛΙΠ ΝΤΙΚ
ΔΟΚΤΩΡ ΜΠΛΑΝΤΜΑΝΕ Υ·
Είνω γνωστό πώς ο χρόνος επουλώνει τα κάθε εί­
δους τραύματα, ψυχικά και σωματικά, μα σίγουρα αυ­
τό δεν ίσχυε σε καμιά περίπτωση για τον Ούγκο Νόρ-
ρεϋς που αυτό τον καιρό βρισκόταν στο Παρίσι για
ένα σύντομο ταξίδι αναψυχής. Σωματικά θα έμενε
σε όλη του τη ζωή ανάπηρος, ψυχικά θα ένιωθε πά­
ντα -έτσ ι τουλάχιστο πίστευε- το ίδιο άσβεστο μίσος
για τον Τζων Γκάμπριελ που είχε γνωρίσει πριν από
αρκετά χρόνια σε κάποια παραλιακή πόλη όπου είχε
εγκατασταθεί αμέσως μετά το ατύχημά του. Ο μι­
κρός κύκλος των ατόμων που δέθηκε την εποχή ε ­
κείνη μαζί τους έκλεινε στο πρόσωπο αυτού του αν­
θρώπου που ήταν ένα πρόσωπο γωνιώδες και άσχημο
και ο ίδιος ένας πραγματικός βάρβαρος. Ό μ ω ς -ο
Ούγκο ήταν υποχρεωμένος να το παραδεχτεί- ο
ταγματάρχης Γκάμπριελ ήταν αναμφισβήτητα έξυ­
πνος, με σπινθηροβόλο πνεύμα και το κυριότερο: ά­
ρεσε στις γυναίκες. Θα το διαπίστωνε αμέσως κάνο­
ντας τη γνωριμία του στο Σαιν Λου και την ίδια αυτή
διαπίστωση θα έκανε και σήμερα, εδώ στο Παρίσι, ό­
ταν θα δεχόταν με τα πολλά να δει την Κατρίν Βο-
γκοπιάν. Ο Τζων Γκάμπριελ, χωρίς αμφιβολία, είχε
γεννηθεί μ ’ αυτό το θέλγητρο! Κι έτσι, άθελά του, ο
Ούγκο Νόρρεϋς θα ξανάφερνε στο νου του εκείνη
τη μακρινή εποχή και θα θυμόταν το όμορφο κορι-
τσόπουλο που είχε έρθει να τον επισκεφθεί, μαζί με
τη γιαγιά της, κάποια μέρα. Την έλεγαν ' Ιζαμπελ και
η μοίρα την είχε διαλέξει για ένα τραγικό ρόλο. Το
ρόλο ενός προσώπου που φοβόταν -πέρ α από κάθε
λογική- το θάνατο!