Está en la página 1de 28

Η αριστερά και το ανατολικό ζήτημα

Του Γιώργου Καραμπελιά1

Η ένδοξη Ρώμη σε περίμενε
τόσους αιώνες
σε προφητείες έλεγε
τον ερχομό σου
και συ αφομοιώθηκες;
Μιχάλης Κατσαρός, “Κατά Σαδδουκαίων”

Α

ν η αντιπαράθεση ανάμεσα στον Ίωνα Δραγούμη και το Γεώργιο Σκληρό πάνω
στο ζήτημα του προσανατολισμού του δημοτικιστικού κινήματος και της
στάσης τους έναντι του αναδυόμενου σοσιαλισμού είναι μάλλον γνωστή,
παραμένει συσκοτισμένη ή άγνωστη η αντίθεση ανάμεσα στον Δημήτρη Γληνό
και τον Γεώργιο Σκληρό με τον Ίωνα Δραγούμη (και τους ομοϊδεάτες του) πάνω στο
Ανατολικό Ζήτημα. Με την παρουσίαση που ακολουθεί και την παράθεση κειμένων
των Γληνού, Σκληρού και Δραγούμη πιστεύουμε ότι απλώς ανοίγουμε ένα ζήτημα,
βαθειά θαμμένο από αντίπαλες και ωστόσο συμμετρικές σκοπιμότητες, και παράλληλα
προσπαθούμε να συμβάλλουμε σε μια γενικότερη ιστορική διερεύνηση της σχέσης της
ελληνικής Αριστεράς με τα εθνικά ζητήματα της χώρας, για την διαπλοκή εθνικού και
κοινωνικού ζητήματος.
Το Ανατολικό Ζήτημα, παρ’ όλο που αφορά και εμπλέκει όλους τους Βαλκανικούς
λαούς, τους Άραβες, τη Ρωσία και της Δυτικές Μεγάλες Δυνάμεις, στον πυρήνα του
παραμένει ένα ζήτημα μεταξύ ελληνισμού και τουρκισμού. Έλληνες και Τούρκοι
βρίσκονται σε αντιπαράθεση για μια ολόκληρη χιλιετία. Η μάχη του Ματζικέρτ, το
1078, με την οποία οι Σελτζούκοι Τούρκοι θα σταθεροποιήσουν την κυριαρχία τους
στην Μικρά Ασία, η άλωση της Κωνσταντινούπολης, το 1453, η επανάσταση του 1821
και η Μικρασιατική καταστροφή το 1922, θα σημαδέψουν τις μεγάλες περιόδους των
αντιπαραθέσεων ανάμεσα σε δύο λαούς, σε δύο πολιτισμούς, αντιπαραθέσεις που
δυστυχώς δεν έχουν λάβει ακόμα τέλος, με έσχατη αναμέτρηση εκείνη της Κύπρου.
Αυτή η αντιπαράθεση που ίσως δεν έχει ιστορικό προηγούμενο σε διάρκεια, επιμονή
και ένταση, τουλάχιστον στη σύγχρονη ιστορία (ξεπερνάει κατά πολύ και την
αντιπαράθεση Γαλλίας-Γερμανίας), είναι ταυτόχρονα και αντιπαράθεση ανάμεσα σε
δύο ριζικά αντίθετες εθνικές τυπολογίες: Απέναντι σε ένα έθνος, το τουρκικό, που
σχηματίστηκε μέσω του κράτους, βρίσκεται ένα έθνος που ποτέ δεν μπόρεσε εν τέλει
να δεχτεί το κράτος, ένα έθνος που μέσω του "ελληνισμού", υπερέβαινε σχεδόν πάντα
την κρατική-εθνική υπόσταση.

Εισαγωγή στο βιβλίο Η αριστερά και το ανατολικό ζήτημα, Εναλλακτικές
Εκδόσεις, Αθήνα 1998. Σελ. 7-77

1

Και αν αυτό το στοιχείο υπήρξε παράγοντας ανάπτυξης και πολιτισμού για όλη τη
Μεσόγειο στο παρελθόν, από τα τέλη του 19ου αιώνα και μετά μεταβάλλεται σε
θανάσιμη απειλή για την επιβίωσή του. Είναι γεγονός πως ο ελληνισμός δεν υπήρξε
ποτέ κρατικός ή κρατικίστικος. Η επέκτασή του ήταν πολιτιστική, εμπορική, και σπάνια
προχωρούσε πέρα από τα παράλια ή τις πόλεις στο εσωτερικό. Έτσι υπήρξε φορέας
γλώσσας, πολιτισμού, τέχνης, ανταλλαγών, αλλά ποτέ κράτους οργανωμένου και
ενιαίου και συστηματικής κατάκτησης στην αρχαιότητα (όπως θα κάνει η Ρώμη), ή
βιομηχανικού πολιτισμού στην σύγχρονη εποχή. Και αν το εμπόριο και οι μεταφορές
στις αγροτικές κοινωνίες αποτελούσαν το υψηλότερο επίπεδο της οικονομικής ζωής,
δεν συμβαίνει το ίδιο με την βιομηχανική. Οι Έλληνες στην αρχαιότητα και μέχρι την
Βυζαντινή εποχή, ενώ υποτάσσονταν σε κατακτητικά κράτη που στηρίζονταν στην
εδαφική τους επέκταση- με κλασικό το παράδειγμα της υποταγής στη Ρώμη η οποία δεν
πρωτοστατούσε στην τέχνη ή ακόμα και το εμπόριο αλλά διαμόρφωσε την ίδια την
έννοια του σύγχρονου κράτους- κατόρθωναν όμως να υπερισχύουν ή έστω να
επιβιώνουν οικονομικά και πολιτιστικά. Αυτή η φύση του ελληνισμού είχε ως συνέπεια
την υποταγή του είτε στις κατακτητικές δυνάμεις που έρχονται από την Ανατολή, είτε
στη Δύση, από τη στιγμή και πέρα που αναπτύσσεται ο βιομηχανικός καπιταλισμός.
Όσο η Οθωμανική Αυτοκρατορία και οι υπόλοιπες αυτοκρατορίες της περιοχής
(Αυστρο-ουγγρική, Ρωσική) συνέχιζαν να επιβιώνουν ως πολυεθνικές αυτοκρατορίες,
οι Έλληνες, κυρίως μέσω του εμπορίου κατόρθωσαν να αποκτήσουν ένα πεδίο
δραστηριότητας που άρχιζε από την Αλεξάνδρεια και έφτανε στην Οδησσό ή τη Βιέννη
και το Τριέστι. Ωστόσο η ανάπτυξη των εθνικών κρατών που από τη Δυτική Ευρώπη
επεκτάθηκε προς την Ανατολή υπονόμευσε αυτή τη νέα εμπορική και πολιτιστική
άνθιση του ελληνισμού. Τα εθνικά κράτη συρρίκνωσαν τον ελληνισμό.
Οι Έλληνες θα ηττηθούν από τους Τούρκους το 1922, και ο ελληνισμός θα γνωρίσει
μια ιστορική αμπώτιδα, γιατί δεν κατόρθωσαν να βρουν μια σταθερή βάση
συνεννόησης με τους Βαλκανίους γείτονές τους και έτσι έδωσαν τη δυνατότητα στην
Τουρκία να χρησιμοποιήσει τις ενδοβαλκανικές αντιθέσεις, στο δεύτερο ήμισυ του
19ου αιώνα και τις αρχές του 20ου, την εποχή που έμοιαζε πως το Ανατολικό ζήτημα
επρόκειτο να λυθεί οριστικά με το διαμελισμό της Οθωμανικής αυτοκρατορίας· έτσι η
Τουρκία θα κερδίσει χρόνο και θα αρχίσει να ανασυγκροτείται σε μια διαδικασία που
θα εγκαινιαστεί από το 1908, με την Επανάσταση των Νεοτούρκων, που θα καταλήξει
στο 1922.
Το ερώτημα βέβαια, γιατί την αδυναμία του ελληνισμού είτε να κυριαρχήσει στην
περιοχή έναντι του φθίνοντος -τότε- οθωμανισμού είτε να επιτύχει την πολυπόθητη,
από την εποχή του Ρήγα, βαλκανική συνεννόηση-ομοσπονδία2, παραμένει ακέραιο. Δεν
μπορεί να απαντηθεί μόνο με το κλασικό σχήμα της αντίθεσης ελλαδισμού-ελληνισμού,
Βενιζελικών-βασιλι-κών, που αποτελεί πράγματι ένα κλειδί για την κατανόηση της
μικρασιατικής καταστροφής, αλλά θα πρέπει να επιχειρήσει να διερευνήσει τα ίδια τα
ενδογενή αίτια της αδυναμίας του ελληνισμού. Για ποιο λόγο η επανάσταση του ’21 θα
έχει τέτοια τραγική κατάληξη στη Μολδοβλαχία, όπου οι ελληνικές δυνάμεις, με τον
Υψηλάντη επικεφαλής, θα αρνηθούν να δεχθούν τον κοινωνικό χαρακτήρα -εναντίον
των βογιάρων- που έδιναν σε αυτήν οι Ρουμάνοι χωρικοί με επικεφαλής τον
Βλαδιμηρέσκου; Για ποιο λόγο η διαμόρφωση των εθνικών ορθόδοξων εκκλησιών στις
βαλκανικές χώρες θα φαντάζει ως απελευθέρωση από τα οθωμανικά προνόμια του
Πατριαρχείου, ακόμα και στο ίδιο το ελληνικό κράτος; διαδικασία που οδήγησε στην
ανάπτυξη και τον παροξυσμό των εθνικών αντιπαραθέσεων μεταξύ των ορθόδοξων
εθνών της Βαλκανικής;
Ο ελληνισμός με την κατ’ εξοχήν εμπορική και θρησκευτική –μέσω του
Πατριαρχείου- ηγεμονία στο χώρο των Βαλκανίων και της Μαύρης Θάλασσας, φάνταζε
στα μάτια των ομόδοξων χριστιανικών λαών, και εθνών, από τα μέσα του 19ου αιώνα
και εντεύθεν, ως μια συντηρητική πολιτικά δύναμη, που ουσιαστικώς αποσκοπούσε
2
Που μόνη αυτή θα ανέτρεπε ίσως τον ψευδο-ντετερμινισμό της αιματηρής διαμόρφωσης εθνών-κρατών στα
Βαλκάνια, που συνεχίζεται ακόμα και σήμερα με τις συνέπειες που όλοι γνωρίζουμε.

στην διατήρηση της οθωμανικής ηγεμονίας, μέσω της οποίας διασφάλιζε αυτή την
ηγεμονία. Αν δε, σε αυτή την πρωταρχική αντίθεση, που θα τροφοδοτήσει τις
συγκρούσεις που θα εκδηλωθούν στη συνέχεια, και την εκδίωξη των ελληνικών
πληθυσμών από τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία, συνυπολογίσουμε και την παρέμβαση
των μεγάλων δυνάμεων, τότε θα έχουμε μια πλέον ολοκληρωμένη εικόνα. Από τον
κριμαϊκό πόλεμο και στο εξής, η Ελλάδα θα επιλέξει, έστω και με τη βία, την Αγγλία
και τη Γαλλία έναντι της Ρωσίας, στο μεγάλο παιγνίδι της Ανατολής. Επί πλέον η
ενίσχυση του ελληνισμού, που έμοιαζε εκείνη την εποχή ακαταδάμαστη, έναντι της
φθίνουσας οθωμανικής ισχύος, μετέβαλε τους Έλληνες σε άμεσους ανταγωνιστές της
Ρωσίας στην Νοτιοανατολική Ευρώπη. Ποιος θα κατείχε την Κωνσταντινούπολη, η
Ελλάδα ή η Ρωσία; Γι’ αυτό η ρώσικη πολιτική, που μέχρι την ελληνική επανάσταση, ή
έστω και τον Κριμαϊκό πόλεμο, ήταν ευνοϊκή για τα ελληνικά συμφέροντα, στην
αντίθεσή της με τους Οθωμανούς, μεταβάλλεται ριζικά. Παύει πλέον να ενισχύει τους
χριστιανούς έναντι των μουσουλμάνων και στηρίζει τους Σλάβους έναντι των Τούρκων
και των Ελλήνων. Επιπλέον η εμφάνιση της Πρωσίας–Γερμανίας στο ευρωπαϊκό
στερέωμα των μεγάλων δυνάμεων, θα περιπλέξει ακόμα περισσότερο τα πράγματα,
όπως φάνηκε μετά τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου και την φιλογερμανική στάση
Οθωμανών και Βουλγάρων στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Έτσι στην Ελλάδα θα διαμορφωθούν δύο διαφορετικές ευαισθησίες, αρχικώς -“στρατόπεδα” στη συνέχεια- σε σχέση με την αντιμετώπιση και τη λύση του
ανατολικού ζητήματος. Πλέον οι Έλληνες θα βρεθούν μπροστά σε μια διπλή αντίθεση:
τόσο την “κλασική” με την Οθωμανική Αυτοκρατορία και τους Τούρκους, όσο και με
τους Σλάβους και κατ’ εξοχήν τους Βουλγάρους, αναφορικά με τον διαμελισμό της
Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και θα διαμορφώσουν δύο διαφορετικές κατευθύνσεις.
Απέναντι στην άνοδο της βουλγαρικής ισχύος, της “Πρωσίας των Βαλκανίων”, ένα
μεγάλο μέρος των ελλαδικών ελίτ και των Ελλήνων της Μακεδονίας θα
προσανατολιστεί προς την κατεύθυνση της “ανατολικής ομοσπονδίας”, μιας
τουρκοελληνικής διπλής ηγεμονίας κατά το προηγούμενο της Αυστροουγγαρίας, όπου
οι Έλληνες θα διατηρούσαν την πνευματική και οικονομική ηγεμονία και “σιγά-σιγά”
θα έφθαναν και στην πολιτική. Γι’ αυτό και πολλοί θα χαιρετίσουν την επανάσταση των
Νεοτούρκων, το 1908, και την υποτιθέμενη πολιτική ισότητα των εθνοτήτων την οποία
εισήγαγε, ως την απαρχή της υλοποίησης μιας τέτοιας κατεύθυνσης. Εξ άλλου το
ελλαδικό κράτος αυτή τη στρατηγική θα ακολουθεί στην πράξη, παρά τις
μεγαλοϊδεατικές διακηρύξεις του. Στον πόλεμο του 1897 ο τακτικός ελληνικός στρατός
θα αριθμεί 7.000 άνδρες, εκ των οποίων 2.000 βαθμοφόρους! Αντίθετα ένα άλλο ρεύμα,
παραδοσιακά περισσότερο φιλορωσικό και αντιτουρκικό, προερχόμενο σε μεγάλο
βαθμό από τα ριζοσπαστικότερα ελλαδικά στοιχεία και από τον ευρύτερο ελληνισμό ιδιαίτερα μετά το τέλος του 19ου αιώνα και κατ’ εξοχήν μετά την εμφάνιση των
Νεοτούρκων- θα επιμένει στην ανάγκη της αντιπαράθεσης με την Τουρκία και ει
δυνατόν της συνεννόησης με τους χριστιανούς των Βαλκανίων. Αυτό το ρεύμα θα
αποτελεί τη συνέχεια –κατά κάποιο τρόπο- του εγχειρήματος του Ρήγα Φεραίου, του
αγώνα των Ελλήνων ριζοσπαστών και γαριβαλδινών, των πρώτων Ελλήνων
σοσιαλιστών για μια προοδευτική Βαλκανική Ομοσπονδία. Σε αυτή την κατεύθυνση
εντάσσονται και τα κείμενα του Σκληρού και του Γληνού που ακολουθούν, τα οποία
αποτελούν τις πρώτες συστηματικές απόπειρες για τη χάραξη μιας στρατηγικής προς
αυτή την κατεύθυνση, επισημαίνουν το ανέφικτο μιας στρατηγικής “ελληνοτουρκικής
φιλίας” και προκρίνουν μια άλλη πολιτική, βαλκανικής συμμαχίας και παραμερισμού
των ενδοβαλκανικών αντιθέσεων. Βέβαια με τη σειρά τους οι αριστεροί Γληνός και
Σκληρός θα υποτιμήσουν το μέγεθος και την έκταση των ενδοβαλκανικών αντιθέσεων,
ειδικά σε σχέση με το Μακεδονικό, αντιθέσεις που θα αποβούν μοιραίες για τη
συνέχεια και που ήδη είχαν επισημάνει. Πάντως η “γραμμή” τους, της βαλκανικής
συνεννόησης, θα γίνει πράξη στον πρώτο βαλκανικό πόλεμο (χωρίς βέβαια να μπορούν
να φανταστούν τον…δεύτερο).

Αντίθετα ο Ίων Δραγούμης και ο συνεργάτης του Αθανάσιος ΣουλιώτηςΝικολαϊδης, θα υπερασπίσουν και μάλιστα έμπρακτα, την αντίστροφη κατεύθυνση.
Προβλέποντας την αδυναμία του ελληνισμού να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα τον
σλαβικό εθνικισμό και την Οθωμανική αυτοκρατορία, θα επιλέξουν την λογική της
διατήρησης και μετατροπής της Οθωμανικής αυτοκρατορίας σε μια ομοσπονδιακή
κατεύθυνση, με de facto πρωτοκαθεδρία των Ελλήνων, και ταυτόχρονη αντιμετώπιση
του “σλαβικού επεκτατισμού”.
Αυτή η αντίθεση, που εδώ θα διαγραφεί για πρώτη φορά με τέτοια ενάργεια, θα
σφραγίσει διαχρονικά τα πολιτικά στρατόπεδα στην Ελλάδα. Το Λαϊκό κόμμα, οι
ελλαδίτες πολιτικοί και η παραδοσιακή δεξιά, θα επιμένουν στην αντίθεση με τον “από
Βορρά κίνδυνο”, ενώ το φιλεύθερο στρατόπεδο, μέχρι τον… Ανδρέα Παπανδρέου και
εν μέρει η προσφυγική Αριστερά, μάλλον με τον εξ Ανατολών. Η ελληνική δεξιά, θα
υποτιμά συστηματικά, στην μεταπολεμική περίοδο, το Κυπριακό ή τις διώξεις εναντίον
του ελληνισμού της Πόλης και της Ίμβρου-Τενέδου και θα υπερτιμά το
Βορειοηπειρωτικό και το Μακεδονικό. Βέβαια, εντελώς συμμετρικά, η αριστερά θα
πραγματοποιεί την αντίστροφη κίνηση, υποτιμώντας μέχρις αποκρύψεως, το
Μακεδονικό και το Βορειοηπειρωτικό. Αυτή η παράδοση σε ένα βαθμό θα συνεχιστεί
μέχρι σήμερα. Ο Αντώνης Σαμαράς, ως Υπουργός Εξωτερικών της κυβέρνησης της
Νέας Δημοκρατίας, στις αρχές της δεκαετίας του 1990, ήταν μάλλον συγκαταβατικός
απέναντι στην τούρκική προκλητικότητα, στα πλαίσια της γενικής γραμμής της
κυβέρνησης Μητσοτάκη και εξερράγη με το Μακεδονικό.3
Δεν είναι τυχαίο εκ άλλου πως η ανανεωτική πνοή θα έρθει στις αρχές του αιώνα, σε
μεγάλο βαθμό, από την Κρητική Επανάσταση και το Βενιζέλο, δηλαδή από ένα χώρο
που βρισκόταν εκτός ελλαδικού κράτους και εκτός των μεγάλων κέντρων και των
εξαρτήσεων του ελληνισμού, από ένα νησί! Και πως οι μεν Γληνός και Σκληρός που
έλκουν την καταγωγή τους από τον μικρασιατικό ελληνισμό (ο Γληνός από τη Σμύρνη
και ο Σκληρός από την Τραπεζούντα) υποτιμούσαν και εν πολλοίς δεν κατανοούσαν
τις βαλκανικές ενδοχριστιανικές αντιθέσεις, ενώ αντίστροφα οι “ελλαδίτες” Σουλιώτης
και Δραγούμης που αναπτύχθηκαν πολιτικά και ιδεολογικά μέσα από τον μακεδονικό
αγώνα υπερτιμούσαν την σύγκρουση με τους Σλάβους και υποτιμούσαν εκείνη με τους
Τούρκους, τους οποίους θεωρούσαν σχετικά εύκολη λεία για τον ελληνισμό!
Οι αντιθέσεις που αναπτύχθηκαν ανάμεσα στους -ομοϊδεάτες στον κοινό αγώνα του
δημοτικισμού και λίγο πολύ συνομιλήκους4- Δημήτρη Γληνό και Γεώργιο Σκληρό από
τη μια και τον Ίωνα Δραγούμη (μαζί με το alter ego του, τον Αθανάσιο ΣουλιώτηΝικολαϊδη) από την άλλη, ως προς την κατεύθυνση που θα πρέπει να ακολουθήσει η
Ελλάδα για την επίλυση του Ανατολικού ζητήματος, ορίζουν και οριοθετούν, με
προδρομικό τρόπο, θέσεις και αντιθέσεις που θα σημαδέψουν την ελληνική πολιτική
ζωή για τα επόμενα εβδομήντα χρόνια (έως την δεκαετία του 1980).
Προσωπικές διαδρομές και τοποθετήσεις
Αρχικά θα πρέπει να τοποθετήσουμε τους “αντιπάλους” στο περιβάλλον τους και την
ιστορική τους διαδρομή, να σκιαγραφήσουμε τη ζωή και το έργο τους:

3

Βέβαια, στη συνέχεια, με την απομάκρυνση του από τη Νέα Δημοκρατία, επεξέτεινε την αντίθεσή του και προς
τον τουρκικό επεκτατισμό, ξεπερνώντας το “αντισλαβικό” σύνδρομο του παραδοσιακού δεξιού χώρου. Η
Αριστερά, με τη σειρά της, ιδιαίτερα η ευρωτραφής, πραγματοποίησε την αντίστροφη κίνηση, επεξέτεινε την
υποτίμηση των εθνικών θεμάτων –και την ως ένα βαθμό δικαιολογημένη αντίθεσή της με την αλλοπρόσαλλη
ελληνική πολιτική στο Μακεδονικό- από τους βόρειους γείτονές μας και στην... Τουρκία. Έτσι ολοκληρώθηκε
ένας ιστορικός κύκλος που αντιπαρέθετε Φιλελευθέρους και Λαϊκούς, αρχικά, Αριστερά και Δεξιά στη συνέχεια,
ως προς τα εθνικά ζητήματα και οδήγησε σε δύο εμφύλιες αντιπαραθέσεις στη διάρκεια των δύο Παγκόσμιων
Πολέμων! Πλέον, στην δεκαετία του ‘90 οι τοποθετήσεις ως προς τα εθνικά ζητήματα, θα εκκινούν κατ’ εξοχήν
από την τοποθέτηση απέναντι στην “παγκοσμιοποίηση” και το ζήτημα της “ταυτότητας”.
4
Ο Σκληρός, ο Δραγούμης και ο Σουλιώτης γεννήθηκαν και οι τρεις το 1878, ενώ ο Γληνός ήταν νεώτερος,
γεννήθηκε το 1882.

Ο Γεώργιος Σκληρός γεννήθηκε στην Τραπεζούντα το 1878. Το 1901 γράφεται στην
Ιατρική Σχολή της Μόσχας και συμμετέχει ενεργά, ως σοσιαλιστής, στην ρώσικη
επανάσταση του 1905. Μετά την καταστολή της επανάστασης καταφεύγει στην
Εσθονία και στην συνέχεια στην Ιένα. Στη Γερμανία γνωρίζεται με τον Κώστα
Χατζόπουλο και το 1907 κυκλοφορεί Το Κοινωνικό μας Ζήτημα, το “πρώτο
μαρξιστικό έργο” ανάλυσης της ελληνικής πραγματικότητας. Με ευκαιρία την έκδοση
του βιβλίου του πραγματοποιήθηκε μέσα από το όργανο των δημοτικιστών, “Νουμάς”,
η σημαντικότερη ίσως ιδεολογική συζήτηση που έχει ποτέ πραγματοποιηθεί σε
ελληνικό έντυπο, για τη σχέση ανάμεσα στο δημοτικισμό και το κοινωνικό ζήτημα,5 με
κύριους πρωταγωνιστές τον ίδιο το Σκληρό, τον Ίωνα Δραγούμη, τον Κώστα
Χατζόπουλο, τον Αλέκο Δελμούζο, το Νίκο Γιαννιό, τον Φώτο Πολίτη, το Στέφανο
Ραμά, τον Μάρκο Ζαβιτσιάνο, τον Πέτρο Βλαστό, κ.ά. Σε αυτή τη συζήτηση για
πρώτη φορά θα τεθούν με ενάργεια τα ζητήματα της σχέσης ανάμεσα στον σοσιαλισμό,
τον εθνισμό (και τον εθνικισμό) και το δημοτικισμό.
Μετά το 1908 ο Σκληρός γνωρίζεται με τον Δημήτρη Γληνό και τον Αλέξανδρο
Δελμούζο στην Ιένα. Το 1909 δημοσιεύει στο “Νουμά” το διεισδυτικό άρθρο του Το
ζήτημα της Ανατολής. Από το 1911 ζει στην Αίγυπτο όπου και πεθαίνει το 1919, μετά
από μακρά και επίπονη ασθένεια. Λίγο πριν πεθάνει δημοσιεύει το “κύκνειο άσμα” του,
το δεύτερο μεγάλο βιβλίο του, Τα Σύγχρονα Προβλήματα του Ελληνισμού.6 Η μακρά
αρρώστια του και ο πρώιμος θάνατός του, δεν του επέτρεψαν να συμμετάσχει ενεργά
στην πολιτική και ιδεολογική ζύμωση της περιόδου που ακολουθεί το 1910. Έτσι οι
τεράστιες προσδοκίες που δημιουργήθηκαν από την έκδοση του Κοινωνικού μας
Ζητήματος, και τη μελέτη του για το Ανατολικό Ζήτημα, θα μείνουν ανεκπλήρωτες.
Ο Δημήτρης Γληνός γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1882 και σπούδασε φιλολογία στην
Αθήνα από το 1899 έως το 1905. Το 1908 άφησε το “Ελληνογερμανικό Λύκειο” της
Σμύρνης όπου δίδασκε, για τη Γερμανία, όπου έως το 1911 πραγματοποίησε
μεταπτυχιακές σπουδές στην Ιένα και τη Λειψία,. Το 1909 γράφει “την πρώτη μελέτη
με τη μαρξιστική μέθοδο” για την Επανάσταση των Νεοτούρκων και τον Ελληνισμό,
όπου “προείδ(ε) το βαλκανικό πόλεμο του 1912” (Δ. Γληνός, 1935). Στην Ιένα
συνδέθηκε, ήδη από το 1908 με τον Σκληρό και προσανατολίζεται προς τον σοσιαλισμό
και το μαρξισμό. Μαζί με τον Μανόλη Τριανταφυλλίδη, εμπνευσμένοι από την
Επανάσταση του 1909 και την άνοδο του Βενιζέλου, γράφουν στη Λειψία τον Δρόμο
της Νέας Ζωής, που θέλει να είναι ένα πνευματικό και πολιτικό μανιφέστο, το οποίο
όμως θα παραμείνει ημιτελές. Αλληλογραφεί με τον Ίωνα Δραγούμη και συμμετέχει
στη δημιουργία του Εκπαιδευτικού Ομίλου (1910). Το 1913 συντάσσει τις εισηγητικές
εκθέσεις για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του Βενιζέλου. Το 1915 και το 1916
δημοσιεύει το Πρώτο και το Δεύτερο μέρος του Έθνος και Γλώσσα. Το 1916
φυλακίζεται ως βενιζελικός και στη συνεχεία διορίζεται Πρόεδρος του “Εκπαιδευτικού
Συμβουλίου” από την κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης και Γ.Γ. του Υπουργείου Παιδείας
έως το 1920. Το 1921 ιδρύει την ‘Ανωτέρα Γυναικεία Σχολή’. Το 1922 γράφει τη
μελέτη του Η κρίση του δημοτικισμού. Το 1924 διορίζεται πρώτος διευθυντής του
Μαράσλειου Διδασκαλείου. Το 1926 η δικτατορία του Πάγκαλου τον απολύει από το
Υπουργείο Παιδείας. Τον ίδιο χρόνο και μέχρι το 1928 εκδίδει το μηνιαίο περιοδικό
Αναγέννηση. Το 1927 διασπάται ο Εκπαιδευτικός Όμιλος, ανάμεσα σε μαρξιστές και μη
(Αλέξανδρος Δελμούζος κ.ά). Την ίδια εποχή ο Γληνός έρχεται σε αντίθεση με το ΚΚΕ
τόσο για το ρόλο του “Εκπαιδευτικού Ομίλου”, που τον ήθελε ανεξάρτητο από τα
κόμματα, όσο και, κυρίως, για τις θέσεις του ΚΚΕ πάνω στα εθνικά θέματα. Μόνο μετά
την “εθνική στροφή” του ΚΚΕ, στη δεκαετία του ‘30, και ιδιαίτερα με την υιοθέτηση
5

Βλέπε το ομώνυμο βιβλίο, Δημοτικισμός και κοινωνικό πρόβλημα, (επιμέλεια Ρένα Σταυρίδου-Πατρικίου),
Ερμής, Αθήνα 1976 .
6
Βλέπε: Γ. Σκληρός, Έργα, επιμέλεια, εισαγωγή, Λουκάς Αξελός, Επικαιρότητα, Αθήνα 1976 Γιώργος
Λεονταρίτης Το ελληνικό σοσιαλιστικό κίνημα κατά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Εξάντας, Αθήνα 1978
Παναγιώτης Νούτσος, Η Σοσιαλιστική Σκέψη στην Ελλάδα, τόμος Β΄ (1907-1925), σελ. 49-57 και 193-212.

των “προσωρινών θέσεων” του, το 1934, και τις Αποφάσεις του 6ου Συνεδρίου του
1935, θα το προσεγγίσει οριστικά και θα γίνει βουλευτής και μέλος του, το 1936. Επί
Κονδύλη θα εξοριστεί το 1935 και επί Μεταξά θα φυλακιστεί στην Ακροναυπλία και θα
εξοριστεί στη συνέχεια. Εξόριστος στη Σαντορίνη θα γράψει την Τριλογία του
Πολέμου, τους Μονόλογους του ερημίτη της Σαντορίνης και θα μεταφράσει τον
Σοφιστή του Πλάτωνα του Πλάτωνα? στην Κατοχή θα ολοκληρώσει τις μεταφράσεις
του Πολιτικού, του Θεαίτητου και του Παρμενίδη, ενώ μεταφράζει έργα του Νίτσε.
Τον Δεκέμβριο του 1942 εκλέγεται μέλος του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΕ και της
Πολιτικής Γραμματείας του, στην οποία θα συμμετέχει μαζί με τον Σιάντο, τον
Ιωαννίδη και το Ζέβγο, μέχρι το θάνατο του, στις 26 Δεκεμβρίου 1943. Τον Οκτώβριο
του 1942 θα γράψει το μανιφέστο του ΕΑΜ, Τι είναι και τι θέλει το Ε.Α.Μ.. Τoν
Σεπτέμβριο του 1943 πρότεινε τη δημιουργία “λαϊκής κυβέρνησης” στις
απελευθερωμένες περιοχές (της μελλοντικής ΠΕΕΑ).7
Ο Γληνός θα πεθάνει στα 61 του χρόνια, σε μια κομβική ιστορική στιγμή (το ΚΚΕ
τον προόριζε για πρόεδρο της ΠΕΕΑ) και δεν θα είναι παρών στις μεγάλες αποφάσεις
και αντιπαραθέσεις που θα ακολουθήσουν, όπου ίσως η παρουσία του να αποδειχνόταν
ουσιαστική. Πάντως θα αποτελεί μοναδική περίπτωση “μεγάλου διανοουμένου”, που
από το στρατόπεδο του ριζοσπαστικού βενιζελισμού και του ακομμάτιστου μαρξισμού
θα φθάσει στην Πολιτική Γραμματεία του ΚΚΕ και ήταν ο μόνος που διέθετε ένα
ιστορικό βάθος και μια κουλτούρα ικανή να αντιπαρατεθεί με τα μεγάλα προβλήματα
που έθετε η ιστορική συγκυρία. Όμως δεν θα συναντήσει στο βουνό τον… Άρη
Βελουχιώτη και η ιστορία θα πάρει το δρόμο που ξέρουμε.
Ο Ίων Δραγούμης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1878, από οικογένεια πολιτικών -ο
παππούς του Νικόλαος χρημάτισε Γραμματέας της Εθνοσυνέλευσης και Υπουργός
Εξωτερικών και ο πατέρας του Στέφανος έγινε πρωθυπουργός. Από μικρός θα δεθεί με
τη Μακεδονία και τη μοίρα της, μια και η καταγωγή του είναι Μακεδονική και ο
πατέρας του υπήρξε στέλεχος της “Μακεδονικής Επιτροπής” και συμμετείχε δύο φορές
σε αποστολή εθελοντών στη Μακεδονία. Το 1897 κατατάχθηκε στο στρατό και
συμμετείχε στον “ντροπιασμένο πόλεμο”. Το 1899 διορίζεται στο Υπουργείο
Εξωτερικών και το 1902 πηγαίνει στο Προξενείο Μοναστηρίου. Ακολουθούν οι Σέρρες,
ο Πύργος, η Φιλιππούπολη, η Αλεξάνδρεια και το Δεδέαγατς (Αλεξανδρούπολη) το
1905. Το 1902 γράφει Το Μονοπάτι και το 1907 εκδίδει το Μαρτύρων και Ηρώων
Αίμα με πραγματικό ήρωα τον γαμβρό του Παύλο Μελά, σύζυγο της αδελφής του
Ναταλίας που σκοτώθηκε στον Μακεδονικό αγώνα. Το 1907-1908 βρίσκεται στην
Κωνσταντινούπολη όπου ιδρύει μαζί με τον Αθανάσιο Σουλιώτη-Νικολαϊδη την
“Οργάνωση Κωνσταντινουπόλεως”. Το !909 εκδίδει τη Σαμοθράκη, και ολοκληρώνει
τη συγγραφή του, Ο Ελληνισμός μου και οι Έλληνες. Το 1913 εκδίδει το Όσοι
Ζωντανοί και το 1913 τον Ελληνικό Πολιτισμό. Το 1914 διορίζεται πρέσβυς στην
Πετρούπολη και το 1915 εκλέγεται ανεξάρτητος βουλευτής στη Φλώρινα. Το 1917 ένα
βίαιο άρθρο κατά των Αγγλογάλλων και του Βενιζέλου, του κοστίζει την σύλληψη του
και την εξορία στην Κορσική μέχρι τον Μάιο του1919. Τον Αύγουστο του 1920
δολοφονείται από φανατικούς βενιζελικούς μετά την απόπειρα δολοφονίας κατά του
Βενιζέλου στο Παρίσι.8
O Αθανάσιος Σουλιώτης-Νικολαϊδης γεννήθηκε το 1878 στη Σύρο από οικογένεια
με σουλιώτικη καταγωγή. Το 1900 τελείωσε τη Σχολή Ευελπίδων. Το
1906
7

Βλέπε Δ. Γληνού Άπαντα, τόμος Α’ 1898-1910, Θεμέλιο, Αθήνα 1983, σελ 612σχόλια και εισαγωγή του
επιμελητή Φίλιππου Ηλιού, τόμος Β’ 1910-1914, Θεμέλιο, Αθήνα 1983 σελ.591 Γιάννης Ιμβριώτης, Ρόζα
Ιμβριώτη, κ.ά, άρθρα για τον Γληνό στο αντίστοιχο αφιέρωμα της Επιθεώρηση Τέχνης, τεύχος 119-120,
Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1964.Δημήτρης Γληνός, Εκλεκτές Σελίδες τόμοι 4, Στοχαστής, Αθήνα 1970-1975.
8
Ίων Δραγούμης, Φύλλα Ημερολογίου, Α(1895-1902), Δ(1908-1912), Ε(1913-1917), Στ(1918-1920), Ερμής,
Αθήνα 1986-1988 Ίων Δραγούμης, Ελληνικός Πολιτισμός, Φιλόμυθος, Αθήνα 1993 Κ. Βακαλόπουλος, Ίων
Δραγούμης, Μαρτύρων και ηρώων αίμα, Κυριακίδης, Θεσσαλονίκη, 1991 Ίων Δραγούμης, Τα Δέκα άρθρα στο
Νουμά, Δ.Π. Ταγκόπουλου, Αθήνα 1920 Ίων Δραγούμης Μονοπάτι, α΄ έκδοση 1925 Όσοι ζωντανοί, β’έκδοση
1926.

ανθυπολοχαγός του πεζικού, υπό το κάλυμμα του εμπορικού αντιπροσώπου οργάνωσε
στη Θεσσαλονίκη την Οργάνωση Θεσσαλονίκης για την αντιμετώπιση της
Βουλγαρικής προπαγάνδας και το 1908 την Οργάνωση Κωνσταντινουπόλεως η οποία
έως το 1912-13 έφθασε τα 500 μυημένα μέλη. Μετά το Νεοτουρκικό κίνημα
δημιουργήθηκε και ο Ελληνικός Πολιτικός Σύνδεσμος Κωνσταντινουπόλεως. Σε
αυτόν συμμετείχαν και πολλοί Έλληνες, ιδιαίτερα Μακεδόνες, βουλευτές του
Οθωμανικού κοινοβουλίου, όπως ο βουλευτής Σερβίων Γ. Μπούσιος. Συνολικά από
τους 26 Έλληνες βουλευτές που συμμετείχαν στην πρώτη Οθωμανική Βουλή του
Δεκεμβρίου 1908, μύησε τους 16. Ως όργανο του Πολιτικού Συνδέσμου ίδρυσε μαζί με
τον Ίωνα Δραγούμη και τον Γ. Μπούσιο στα 1910, την Πολιτική Επιθεώρησιν, την
οποία έκλεισαν οι Νεότουρκοι το 1913 και συνέχισε να επανεκδίδεται μετά το 1916
στην Αθήνα. Το 1920 εκλέχτηκε βουλευτής Θεσσαλονίκης και το 1935, Γενικός
Διοικητής Θράκης. Πέθανε το 1945. Μετά το θάνατό του δημοσιεύτηκαν τα:
Μακεδονικός Αγών. Η Οργάνωσις Θεσσαλονίκης 1906-1908 (1959), Ημερολόγιον του
Πρώτου Βαλκανικού Πολέμου (1962), Γράμματα από τα Βουνά, Σημειωματάριον
(1971) και Οργάνωσις Κωνταντινουπόλεως (1984).9
Ο Σουλιώτης-Νικολαϊδης και ο Δραγούμης δέθηκαν με ισχυρότατους δεσμούς και εν
πολλοίς αλληλοσυμπληρώνονταν. Ιδιαίτερα για το ζήτημα που μας απασχολεί εδώ, το
Ανατολικό ζήτημα και τη μοίρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η δράση και η σκέψη
τους ήταν τόσο κοντά, ώστε να αποτελούν έναν Ιανό που συνδύαζε συνωμοτικήοργανωτική δράση και ιδεολογική-πολιτική πάλη. Τα όνειρα και η δράση τους, η
πολιτική απόπειρα της “Οργάνωσης Κωνσταντινουπόλεως” που στόχευε στην εδραίωση
της οικονομικής και πολιτιστικής πρωτοκαθεδρίας των Ελλήνων μέσα σε μια πολυεθνική και πολυ-πολιτισμική Οθωμανική αυτοκρατορία, δεν στάθηκαν ικανά να
αναστρέψουν μια διαδικασία προκρούστεια για τον ελληνισμό.
Εν τέλει και στην περιοχή μας, στα Βαλκάνια, τη Μικρά Ασία, επέπρωτο να
κυριαρχήσουν τα εθνικά κράτη. Πολιτισμοί διεθνικοί ή υπερεθνικοί, όπως ο ελληνικός,
ήταν καταδικασμένοι να σβήσουν ή να συρρικνωθούν. Το ελληνικό έθνος που στο
παρελθόν δεν ταυτίστηκε ποτέ με το έθνος-κράτος, υποχρεώθηκε από μια ιστορία που
χώρισε με το ξίφος των συνόρων τους λαούς, να περιοριστεί μέσα στα εθνικά όρια της
Ηπειρωτικής Ελλάδας και των νησιών, τουλάχιστον στη φάση της κυριαρχίας των
εθνικών κρατών.
Γι' αυτό και το 1922 σηματοδότησε μια ιστορική καμπή μεγάλης κλίμακας, ίσως
χωρίς επιστροφή. Και οι ελληνικές άρχουσες τάξεις έμειναν με την αυταπάτη της
οικονομικής ή πολιτισμικής ανωτερότητας, της “καπατσοσύνης του ρωμιού”. Όμως
αυτή η καπατσοσύνη μένει ανίσχυρη μπροστά στους εξανδραποδισμούς, τις ανταλλαγές
πληθυσμών, τις γενοκτονίες, όσο ανίσχυροι έμειναν οι Αρμένιοι απέναντι στην σφαγή
τους από τους Νεότουρκους και οι Εβραίοι απέναντι στα κρεματόρια του Χίτλερ.
Αυτή τη λογική, που χαρακτήριζε για παράδειγμα τους Κωνσταντινουπολίτες
απέναντι στους "μπουνταλάδες" Τούρκους, θα κριτικάρει ο Δημήτρης Γληνός. Η ίδια
λογική χαρακτηρίζει σήμερα ορισμένους Κύπριους: "Εμείς είμαστε πιο ικανοί,
επιβιώσαμε 3.000 χρόνια με όλους τους κατακτητές και αν βρεθούμε πάλι με τους
Τουρκοκύπριους θα κυριαρχήσουμε, έστω και με ταπεινωτικούς πολιτικούς όρους".
Όμως απέναντι τους δεν έχουν τους Τουρκοκύπριους, αλλά τον τουρκικό στρατό, και
αυτή τη φορά η προσφυγοποίησή τους δεν θα τους φέρει απλά στη Λεμεσό, αλλά πολύ
πιο μακριά, στον Πειραιά. Τα ίδια ιδεολογήματα ακούγονται πλέον και στην Ελλάδα
όπου αρχίζει να συνειδητοποιείται η πιθανότητα μετατροπής της σε τουρκικό
προτεκτοράτο, “ας κάνουμε συμφωνία με τους Τούρκους και θα κυριαρχήσουμε
οικονομικά ή έστω θα πάρουμε μέρος στο φαγοπότι της Κεντρικής Ασίας, της Μαύρης
Θάλασσας και της Μέσης Ανατολής”.10
9

Αθανάσιου Σουλιώτη-Νικολαϊδη, Οργάνωσις Κωνσταντινουπόλεως, Δωδώνη, Αθήνα-Γιάννινα, 1984 Κ.
Βακαλόπουλος, Ίων Δραγούμης, όπ.π. σελ. 187-216 Ίων Δραγούμης, Φύλλα Ημερολογίου, τομ Στ΄, σελ.151 βιογρ,
σημείωμα του Αθ. Σουλιώτη από τον Θ. Σωτηρόπουλο, Ερμής , Αθήνα 1987.
10
Ιδιαίτερα διακρίνεται ως ανοικτός προπαγανδιστής αυτής της άποψης ο Ανδρέας Ανδριανόπουλος, την στιγμή

Και αυτή η γνήσια θέληση να ξεφύγουμε από τα στενά και άχαρα όρια του
ελληνικού κράτους, από την επαρχιακή μιζέρια μας, είναι εκείνη που κάνει τους
Έλληνες τόσο ένθερμους υποστηρικτές της ΕΕ. Μέσω μιας φυγής προς το μέλλον, να
αποφύγουμε το παρόν. Όμως η γεωπολιτική και οικονομική πραγματικότητα είναι
αδήριτη. Αν εδώ στην Ελλάδα, εδώ στα Βαλκάνια δεν κερδίσουμε το δικαίωμα μας για
ένταξη σε μια ισόμετρη ευρωπαϊκή διεθνική Κοινότητα, δεν έχουμε καμία ελπίδα. Γιατί
εδώ θα κριθεί η δυνατότητα επιβίωσης μας. Πρέπει να υπερασπίσουμε το έθνοςκράτος μας για να μπορέσουμε να το υπερβούμε ως κράτος.
Μήπως, ωστόσο, ατενίζοντας την ιστορική εξέλιξη από ένα σχετικό βάθος χρόνου,
σήμερα, θα μπορούσαμε να επικρίνουμε τις βασικές επιλογές που έγιναν από το
ελληνικό εθνικό και απελευθερωτικό κίνημα στον 19ο και τις αρχές του 20ου αιώνα
και να συμφωνήσουμε τελικώς με την αντίληψη του Πατριαρχείου και του Αθανάσιου
Σουλιώτη-Νικολαϊδη, για μια ελληνοτουρκική ηγεμονία στο σύνολο της Ανατολής που
θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για μια “ανατολική ομοσπονδία”· μια ομοσπονδία
που θα αποσοβούσε τα δεινά που επισυσσώρευσε στην νοτιοανατολική Ευρώπη η
δυτική ιδέα του αποκλειστικού έθνους-κράτους και θα διέσωζε την ίδια την ύπαρξη του
ελληνισμού; Πολλές φορές τα τελευταία χρόνια έχουμε αναρωτηθεί πάνω στην
ιστορική δυνατότητα μιας τέτοιας διεξόδου. Ο Αθανάσιος Σουλιώτης-Νικολαϊδης
έγραφε για τους στόχους της Οργανώσεως Κωνσταντινουπόλεως:
“Για να επιτύχωμεν δε τον σκοπόν αυτόν πρέπει να ακολουθήσωμε από τώρα το εξής
πρόγραμμα .Να επιδιώξωμε… όχι μόνο να μην καταργηθούν τα λεγόμενα προνόμια του
Πατριαρχείου, τα στοιχεία δηλαδή της ύπαρξής μας ως έθνος μέσα στην Τουρκία, αλλά
να πάρουν οι Έλληνες της Τουρκίας, ως ίσοι με τους Τούρκους πολίτας, ανάλογο με τον
αριθμό και τις ικανότητές τους μέρος εις την διοίκησιν του συνταγματικού οθωμανικού
κράτους. Αν η παραπάνω προσπάθεια αποτύχει, ο Ελληνισμός της Τουρκίας
επωφελούμενος πάλιν της μεταβολής του πολιτεύματος, πρέπει να προσπαθήσει να
συνεννοηθεί με τα άλλα έθνη της Τουρκίας, τα μη Τουρκικά, τουλάχιστον δε τα με τα
χριστιανικά και να αγωνισθεί μαζί τους, μήπως έτσι αναγκάσει τους Νεοτούρκους να
δεχθούν την εθνική υπόσταση των μη Τούρκων και την πραγματική συνταγματική
ισότητά των. Αν όποια από τις παραπάνω προσπάθειες πετύχαινε θα ευκολύνονταν μια
συμμαχία Ελλάδος και Τουρκίας που θα χρησίμευε ως πυρήνας μιας Βαλκανικής
Ομοσπονδίας … Αν όμως όλες οι παραπάνω προσπάθειες αποτύχουν τότε η Ελλάς
πρέπει να συνεννοηθεί με τα άλλα Βαλκανικά Κράτη για να βοηθήσουν διπλωματικά τις
υπέρ εθνικής υπάρξεως και συνταγματικής ισότητας προσπάθειες των ομογενών των της
Τουρκίας… Αλλά εις το στάδιον αυτό του προγράμματος η ελληνική κυβέρνηση πρέπει
να προσέξει πολύ. Πρέπει να χρησιμοποιήσει κατάλληλα την απειλή του πολέμου μη και
με αυτήν μόνο κατορθώσει να πείση τους νεότουρκους. Οπωσδήποτε δε να μην ριχθεί
στον πόλεμο πριν βεβαιωθεί ότι το τέλος του πολέμου αυτού είναι μια ομοσπονδία
Βαλκανική που θάχει μέσα και την Ρουμανία και την Τουρκία όση θ’ απομείνη”.11

Όμως αυτή η στρατηγική που κατέτεινε σε μια “διπλή ελληνο-τουρκική
αυτοκρατορία της Ανατολής”, κατά το πρότυπο της Αυστροουγγαρίας, ήταν μάλλον
καταδικασμένη σε αποτυχία, διότι και καθυστερημένα εμφανίστηκε και
αυτοϋπονομευόταν από τις αντιθέσεις των Ελλήνων με τα υπόλοιπα χριστιανικά έθνη
των Βαλκανίων. Πίσω από αυτή την αντίληψη υπήρχε συχνά η ιδέα, ιδιαίτερα στους
κύκλους του Φαναριού, πως οι Έλληνες και οι Τούρκοι θα μπορούσαν να κυριαρχήσουν
από κοινού στις υπόλοιπες εθνότητες και έθνη της Αυτοκρατορίας και να διασφαλίσουν
την επιβίωσή της και στη συνέχεια ο ελληνισμός, σφριγηλότερος, θα υποκαθιστούσε
τους ξεπεσμένους Οθωμανούς στην ηγεμονία αυτής της νέας αυτοκρατορίας. Γι’ αυτό
και ο εχθρός, για τον Ίωνα Δραγούμη, ήταν μάλλον ο “σλαβισμός” και οι επεκτατικές
του διαθέσεις έναντι του ελληνισμού και όχι η Τουρκία.
που ακόμα και ο παλαιός οπαδός της τουρκοελληνικής ομοσπονδίας καθ. Κιτσίκης έχει αρχίσει να αμφιβάλει για
την δυνατότητα εφαρμογής των απόψεών του.
11

Αθαν. Σουλιώτη-Νικολαϊδη, Οργάνωσις Κωνσταντινουπόλεως,, Δωδώνη, Αθήνα-Γιάννινα 1984, σελ. 16.

Οι πιο χειρότεροί μας εχθροί, δηλαδή οι πιο επικίνδυνοι είναι οι Σλάβοι. (υπογρμ του
Ι.Δ.) Και Σλάβοι είναι οι Ρώσοι, Σέρβοι, Μαυροβουνιώτες, Βούλγαροι και άλλοι…
Κοντά σ’ όλους αυτούς είναι και οι Τούρκοι. Μα οι Τούρκοι είναι ξένοι καταχτητές,
ήρθαν και θα φύγουν πάλι. Αυτοί τουλάχιστο δεν θέλησαν ή δεν κατάφεραν ποτέ να
πάρουν τη θρησκεία, τη γλώσσα, τον εθνισμό μας. Ενώ οι άλλοι λαοί που μας
περιτριγυρίζουν και το θέλουν και το καταφέρνουν. Γι’ αυτό και είναι πιο επικίνδυνοι
από τους Τούρκους12

Επρόκειτο ουσιαστικώς για την διαιώνιση της υπερκρατικής αντίληψης του
ελληνισμού, που έμενε στο “γένος” της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, αντίληψη την
οποία συμμεριζόταν το Πατριαρχείο για το οποίο το πρόβλημα ήταν ακριβώς η
απόσπαση των ορθόδοξων σλαβικών πληθυσμών από την επιρροή του και όχι οι
αλλόδοξοι Οθωμανοί Τούρκοι. Όμως αυτή η αντίληψη αναζητούσε την εφαρμογή της
περίπου με έναν αιώνα… καθυστέρηση. Πλέον η λογική του έθνους-κράτους είχε
διεισδύσει στα Βαλκάνια και οι αντιμαχόμενοι εθνικισμοί δημιουργούσαν μια
αυξανόμενη ροπή προς την εθνοκάθαρση, τις ανταλλαγές πληθυσμών, τον διαμελισμό
κατά εθνικές ταυτότητες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ίσως τελευταία ευκαιρία θα
μπορούσε να αποτελέσει κάποια ομοσπονδιακή μορφή συγκρότησης. Όμως ακόμα και
αυτή η εκδοχή θα προϋπέθετε την ήττα της άρχουσας τουρκικής ελίτ, η οποία μετά την
επανάσταση των Νεοτούρκων θέτει ως στόχο την δημιουργία κράτους “εθνικά
καθαρού” ή περίπου, και επομένως έθετε τις βάσεις για τις γενοκτονίες που
ακολούθησαν. Μια τέτοια εκδοχή, κατά το προηγούμενο της σοβιετικής επανάστασης,
θα προϋπέθετε
μια τουρκική επανάσταση διαφορετική από ένα στρατιωτικό
πραξικόπημα τύπου επανάστασης Νεοτούρκων, με στόχους αυθεντικά “αντιϊμπεριαλιστικούς” και αντισωβινιστικούς. Όμως οι πραγματικοί συσχετισμοί ήταν εντελώς
διαφορετικοί. Οι Τούρκοι αποτελούσαν τη λιγότερο αναπτυγμένη εθνότητα της
αυτοκρατορίας, τουλάχιστον στα Βαλκάνια και τη δυτική Μικρά Ασία, και ήταν
αδύνατο να αποτελέσουν τον πυρήνα μιας κοινωνικής επανάστασης. Επί πλέον στα
Βαλκάνια είχαν ήδη διαμορφωθεί εθνικά κράτη των χριστιανικών λαών και η τάση των
“αλύτρωτων” της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και της πλειοψηφίας των Ελλήνων, σε
αντίθεση με το Φανάρι, ήταν μάλλον να στρέφονται προς τις “εθνικές εστίες” τους. Γι’
αυτό και το όραμα του Ίωνα Δραγούμη μπορεί σήμερα να φαντάζει περισσότερο
ελκυστικό, διότι θα απέτρεπε την καταστροφή του μικρασιατικού και θρακιώτικου
ελληνισμού αν υλοποιούνταν, όμως στις συνθήκες της εποχής προσέκρουε μάλλον σε
δρομολογημένες αντίστροφες διαδικασίες.
Από αυτή την άποψη η κριτική του Γεωργίου Σκληρού και του Δημήτρη Γληνού
στις απόψεις του Δραγούμη σε σχέση με το ανατολικό ζήτημα, ήταν μάλλον εύστοχη,
έστω και αν υποτιμούσε τις ενδοχριστιανικές αντιθέσεις.
Ο Γεώργιος Σκληρός και ο Δημήτρης Γληνός εμφανίζονται στο προσκήνιο της
ιδεολογικής και πολιτικής ζωής στις αρχές του αιώνα. Ο Σκληρός είχε κατανοήσει την
σημασία του εθνικού ζητήματος –παρόλο που το έβλεπε σχεδόν αποκλειστικά με τα
ματογυάλια της δυτικής κοινωνιολογικής σκέψης- και έγραφε το 1909, φράσεις μιας
καταπληκτικής -σήμερα- επικαιρότητας, στο κείμενό του, Το ζήτημα της Ανατολής,
που στην ουσία αποτελεί μια θεμελίωση από τα αριστερά και με όρους μαρξιστικούς,
του προγράμματος του Βενιζέλου στους Βαλκανικούς πολέμους! Ο Σκληρός επιτίθεται
στη λογική του Ίωνα Δραγούμη, της ελληνο-οθωμανικής επικυριαρχίας στην Ανατολή,
την θεωρεί συντηρητική, διότι οδηγεί τους Έλληνες σε σύγκρουση με τα χριστιανικά
βαλκανικά έθνη και αναχρονιστική και ξεπερασμένη, διότι εκτιμά την επανάσταση των
Νεοτούρκων ως απαρχή γένεσης του νεότερου τουρκικού σωβινισμού που κάνει
ανέφικτη στρατηγικά τη λογική της διπλής συμμαχίας. Και “προφητεύει” ότι η
αναγέννηση της τουρκικής ισχύος είναι αναπόφευκτη. ΄Ετσι συνεχίστηκε ουσιαστικά η
αντιπαράθεση που είχε εγκαινιαστεί στο “Νουμά” ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα, γύρω

12
‘Α΄ Προκήρυξη προς τους σκλαβωμένους και τους ελευθερωμένους Έλληνες’ Κωνσταντινούπολη 1908,
αναδημ. στο Ίωνος Δραγούμη, Ελληνικός Πολιτισμός, Φιλόμυθος, Αθήνα 1993, σελ. 126-129.

από την σχέση δημοτικισμού, εθνισμού και σοσιαλισμού με αντικείμενο πλέον την
ελληνική πολιτική στο Ανατολικό ζήτημα.
Την ίδια επιπόλαιη στάση που πήρε απέναντι των ορθοδόξων κρατών του Αίμου, πήρε,
[το ελληνικό έθνος] εννοείται και απέναντι της Τουρκίας. Και εδώ τέλεια ανικανότητα
να μπή βαθύτερα στη ρίζα των φαινομένων και να μαντέψη το μέλλον… Είναι τώρα
σάπια η Τουρκία; Άρα πάντα θα είναι σάπια  θεραπεία δεν υπάρχει ετοιμοθάνατος που
τον προσμένει διαμελισμός. Κι η κληρονομία του ιστορικά ανήκει στην Ελλάδα, την
άλλοτε κυρίαρχη. Άλλωστε ο Πορθητής μας έδωσε τα “μεγάλα προνόμια”, που καμιά
δύναμη, καμία εξέλιξη δεν μπορή να τ’ αλλάξη! Ώστε απ’ αυτό το μέρος είμαστε
εξασφαλισμένοι. Οι Τούρκοι δε θα μας πειράξουν ποτέ. Είμαστε σχεδόν σύμμαχοι μαζύ
τους. Τους επίφοβους Βουλγάρους ας κοιτάξουμε!

Και συνεχίζει για τις συνέπειες της νεοτουρκικής επανάστασης:
“Ο ασθενής της χτες, όχι μόνο θα λείψη πλέον, αλλά στον τόπο του θα μπη ένας νέος,
γερός και γεμάτος σφρίγος παράγοντας που θα υπερτερή κατά πολύ στη δύναμη από
όλους τους άλλους παράγοντες της Ανατολής.. Η αλλαγή λοιπόν των συνθηκών
αναγκαστικά πρέπει να φέρη αλλαγή των σχέσεων των διαφόρων παραγόντων της
Ανατολής αναμεταξύ τους. Η εμφάνιση νέου εχτρού πολύ πλέον επικίντυνου και
πολυπληθέστερου και σωβινιστικού.. αναγκαστικά πρέπει να φιλιώση τους χτες εχτρούς,
για κοινή άμυνα εναντίον του νέου επικίντυνου αντιπάλου”.

Καταλήγει λοιπόν:
“Επομένως μόνον μια γενική ένωση όλων των μη τουρκικών στοιχείων (Ελλήνων,
Βουλγάρων, Σέρβων, Αλβανών, Βλάχων, κτ.λ) σε ένα πολιτικό συνασπισμό, και μια
ανάλογη πανβαλκανική συμμαχία και επιμαχία των κρατών του Αίμου (υπογρ. του Γ.
Σκληρού) θα μπορέση να ισοφαρίση τις δυνάμεις του μουσουλμανικού τουρκικού όγκου,
και να βάλη από τη μια τις σωβινιστικές υπερβολές των Νεοτούρκων σε ομαλά όρια, και
από την άλλη να υποδείξη σε μερικές μεγάλες Δυνάμεις που θα έχουν ίσως όρεξη για
φασαρίες, πως το ζήτημα της Ανατολής είναι ζήτημα μονάχα των λαών της, που έχουν
πια αρκετά χειραφετηθή, ώστε να βρουν μόνοι τους τα κατάλληλα μέσα για την
περιφρούρηση των εθνικών τους δικαιωμάτων, δηλαδή αυτού του πολιτισμού ολάκερης
της Ανατολής” 13.

Όσο για το Δημήτρη Γληνό, ο οποίος καταγόταν από τη Σμύρνη, με την ίδια
αφορμή, την επανάσταση των Νεοτούρκων, γράφει με καταπληκτική οξυδέρκεια:
“Οι Τούρκοι αστοί, οι Νεότουρκοι καλούμενοι, εγένοντο κύριοι των πραγμάτων.
Ενώπιόν των ανοίγονται δύο δρόμοι… Δεύτερος δρόμος είναι εκείνος, όν επιβάλλει
αυτοίς η ψυχολογία των και η ιστορική των θέσις. Κυρίαρχοι αυτοί όντες,… μίαν μόνον
πατρίδα βλέπουσι την Τουρκία, έν μόνον κράτος, το τουρκικόν, έν μόνον έθνος, το
τουρκικόν. Λέγοντες συναδέλφωσιν, ισότητα, δημιουργίαν έθνους ενιαίου και ισχυρού,
ωρισμένως δεν έχουσιν ως πρότυπον την Αυστρίαν αλλά την Γαλλίαν ή την
Γερμανίαν… ό,τι έπραξαν μέχρι σήμερα οι Νεότουρκοι είνε μόνον έν πολλοστημόριον
εκείνου, όπερ διανοούνται αληθώς να πράξωσιν… Η κρατούσα λοιπόν σήμερον εν
Τουρκία τάξις θα καταπολεμήση επιμόνως, αμειλίκτως, λυσσωδώς πάσαν
αποκεντρωτικήν τάσιν. .. τέλος δεν θα διστάσουν να βάλουν το μαχαίρι εις τον λαιμόν
παντός ατόμου ή πόλεως ή χώρας, ήτις θα θελήση να σώσει ανθισταμένη το φρόνημά
της και τον εθνισμόν της. Τα μέχρι τούδε συμβάντα είνε αι απαρχαί της πορείας
ταύτης… Ας σκεφθή τις, ότι η τάξις αύτη εις το μέλλον θα γίνηται ολονέν ισχυροτέρα
και φανατικωτέρα, ότι θα δημιουργήση ισχυρότατον στρατόν και στόλον, ότι θα
αναπτυχθεί οικονομικώς, ότι εύρε και θα βρη στο μέλλον ακόμη περισσότερους
θαυμαστάς και υποστηρικτάς εν Ευρώπη,… ας σκεφθή ότι θα εξασφαλίση την
εξωτερικήν της θέσιν και ίσως και συμμάχους θα αποκτήση , ας αναλογισθή τέλος και

13

Δημοσιεύτηκε στο Νουμά, φύλλα 360, 362-364, Αθήνα 1909, αναδημοσιεύεται στα Έργα του Γ. Σκληρού,
επιμ. Λ. Αξελού, Επικαιρότητα, Αθήνα , 1976, σελ. 412-430.

υπό οίων παραδόσεων εμπνέεται ο τουρκικός λαός και τότε θα εννοήση τα μέλλοντα να
επακολουθήσωσιν…”

Και καταλήγει στη μελέτη του της “τουρκικής μεταπολιτεύσεως”:
“Αλλά οι Τούρκοι παρασυρόμενοι υπό της αποκλειστικώς αστικής ιδέας της πατρίδας
και μη διαγιγνώσκοντες εγκαίρως τον χαρακτήρα του κράτους των και τας ανάγκας της
εξελίξεως των λαών, θα θελήσωσι και αυτοί να στρέψωσι τον τροχόν της ιστορίας προς
τα οπίσω, δημιουργούντες εις το κράτος των εσωτερικούς σπαραγμούς και εξωτερικούς
κινδύνους δια να επανέλθωσιν ίσως πάλιν μετά πεντήκοντα έτη εις το παρόν καθεστώς
των εθνικοτήτων.
Εύρομεν ότι ο μόνος τρόπος αμύνης των μη Τούρκων κατά του επιδιωκομένου και
επιδιωχθησομένου αμειλίκτως εκτουρκισμού είνε η συστηματική διοργάνωσίς των ως
πολιτικών παραγόντων, η διείσδυσις εις τον στρατιωτικόν και διοικητικόν οργανισμόν
του κράτους, η εξομάλυνσις των προς αλλήλους εριδών, η συνένωσις προς συνεργασίαν,
ότι η μόνη ultima ratio κατά του εσχάτου κινδύνου των εν Τουρκία Χριστιανών και
ανάγκης της ασφαλείας και αποτροπή μελλουσών ταπεινώσεων είνε η στρατιωτική και
ναυτική οργάνωσις η σκόπιμος και τελεία και επί ωρισμένου σχεδίου προπαρασκευή
προς δράσιν των περί την Τουρκίαν χριστιανικών κρατών, δια συνεννοήσεως και
συμμαχίας μεταξύ Ελλάδος, Βουλγαρίας, Σερβίας και Μαυροβουνίου… Η τουρκική
αστική τάξις θα φανή συμβιβαστική και ανεκτική μόνον, εάν γνωρίζη, ότι έχει απέναντί
της ωργανωμένους και ισχυρούς αντιπάλους, έτοιμους να αναλάβωσι τον περί πάντων
αγώνα. Εάν έχη απέναντί της την Ελλάδα του ’909 θα οργιάση εις βάρος των
πολυτιμοτάτων αγαθών του εθνικού μας πολιτισμού ”.14

Τόσο ο Σουλιώτης και ο Δραγούμης όσο και οι Σκληρός και Γληνός κατέληγαν σε
παρόμοια συμπεράσματα, μετά την επανάσταση των Νεοτούρκων, για την ανάγκη μια
Βαλκανικής συνεννόησης, αλλά ο μεν Σουλιώτης θεωρούσε ως βάση της συνεννόησης
μια ελληνοτουρκική συμμαχία, και μόνον με βαριά καρδία αναγνώριζε, in extremis, την
πιθανότητα σύγκρουσης. Ο ομοϊδεάτης του Δραγούμης θα γράψει το 1916, πριν η
Ελλάδα μπει στον Α΄ Πόλεμο και μετά τους βαλκανικούς πολέμους και τις μεγάλες
σφαγές των Νεοτούρκουν εναντίον των Αρμενίων:
“Ως προς τους συνδυασμούς με άλλα κράτη… συμφέρει να ευρισκώμεθα εγγύτερον προς
την ομάδα των Δυνάμεων, εις ην ανήκουν η Αγγλία και η Γαλλία, ότι εν τούτοις δεν
πρέπει να επιδιώξωμεν μετ’ αυτών την καταστροφήν της Τουρκίας, εκτός εάν την
βλέπωμεν συντελουμένην και άνευ ημών,… δεν αποκλείεται εις τινα στάσιν του
ευρωπαϊκού αγώνος να μετάσχωμεν αυτού, ίνα κτυπηθή η Βουλγαρία… Βραδύτερον
δυνάμεθα να επιδιώξωμεν σύμπραξιν μετά της Ρουμανίας και Τουρκίας διατηρούντες
και την μετά της Σερβίας βαλκανικήν μας συμμαχίαν. Απώτερος σκοπός μας πάντοτε θα
είναι η σύμπηξις Ανατολικής ομοσπονδίας.” 15

Αντίθετα δε οι Σκληρός και Γληνός θεωρούσαν μάλλον αναπόφευκτη την
σύγκρουση με την Τουρκία και την Βαλκανική συνεννόηση την κατανοούσαν εναντίον
της Τουρκίας.
Βέβαια αυτή η τοποθέτηση των πρώιμων εκπροσώπων του “εθνικισμού” και του
“σοσιαλισμού” στην Ελλάδα την πριν την Μικρασιατική καταστροφή, μοιάζει σήμερα
εντελώς ακατανόητη εξαιτίας της πλήρους διαστροφής των απόψεων τους, που
ακολούθησε. Οι μεν Γληνός και Σκληρός θα θεωρηθούν -αδίκως- ως οι πρόδρομοι μιας
“αντιπατριωτικής” παράδοσης της ελληνικής αριστεράς, ενώ ο Δραγούμης θα
καταχωρηθεί ως πρόδρομος του ελληνικού “εθνικισμού”, και θα είναι οι ακροδεξιοί
εθνικιστές που θα εκδίδουν τα έργα του (εκδόσεις “Νέα Θέσις”) και θα οργανώνουν
“εθνικιστικά καλοκαίρια” για την μελέτη του έργου του, ενώ οι “αριστεροί” και
προοδευτικοί θα τον καταδικάζουν στο πυρ το εξώτερο! Και όμως στην
14
Δημήτρης Γληνός , “Η τουρκική μεταπολίτευσις και αι συνέπειαι αυτής”, 1909, στο Δ. Γληνού Άπαντα,
τόμος Α’ 1898-1910, σελ. 171-188.
15
Βλέπε Ιώνος Δραγούμη “Προγραμματικοί πολιτικοί στοχασμοί” (Μάϊος 1916), αναδημ στο: Ίων Δραγούμης,
Ελληνικός πολιτισμός, όπ.π. σελ, 207-208.

πραγματικότητα οι θέσεις του Δραγούμη ήταν ταυτόσημες με εκείνες του διεθνιστικού
ΚΚΕ, σε σχέση τόσο με την εκστρατεία στη Ρωσία, εναντίον των μπολσεβίκων, όσο και
κυρίως εναντίον της μικρασιατικής εκστρατείας. Έγραφε λοιπόν στις 12 Μαρτίου 1919:
“Έλληνες και Γάλλοι στρατιώτες πολεμούν στην Οδέσα. Μακάρι να τσακιστούν από
τους μπολσεβίκους.” 16 Όσο δε για την Μικρασιατική εκστρατεία και την στάση του
απέναντι στο Ανατολικό ζήτημα, την 1-8-1919 θα γράψει και θα στείλει κρυφά στην
οικογένειά του από την εξορία το “Β΄ Υπόμνημα επί του Ελληνικού ζητήματος προς
την εν Παρισίοις συνδιάσκεψιν της ειρήνης” όπου υποστηρίζει την εδαφική
ακεραιότητα της Μικράς Ασίας, ενώ στις 21 Μαρτίου 1919 θα γράψει στο ημερολογιό
του όπου οι απόψεις του είναι πάντοτε πιο καθαρές:
“Μου φαίνεται πως αυτό το: ‘Γιούχα σ’ όλους τους ιμπεριαλισμούς’ μου έρχεται φυσικά
στο στόμα, από το αίστημα πως άμα πέσουν τα ιμπεριαλιστικά, κεφαλαιοκρατικά
καθεστώτα στη Γαλλία, Αγγλία, Ιταλία όπως έπεσαν στη Ρωσία, τότε θα μπορέσει να
νασάνει ο Ελληνισμός από τις διάφορες χωματικές βουλιμίες των Γάλλων, Άγγλων,
Ιταλών, όπως και των Ρώσων. Ας μας αφήσουν ήσυχους στα σύνορά μας (υπογρ. δική
μου, Γ.Κ.). Αυτό προπάντων θέλω και γι’ αυτό λέω ‘Κάτω οι ιμπεριαλισμοί!’”. 17

Και θα μπορούσα να παραθέσω δεκάδες αποσπάσματα από τα γραπτά του εκείνης
της περιόδου ενάντια στη “χωματική λαιμαργία” και την πίστη του ότι “οι αγγλογάλλοι
ιμπεριαλιστές και ο Βενιζέλος έχουν κοινές ελπίδες... Θα τους βγει ξυνή η φιλοκερδειά
τους. Θα σαρωθούν από τα λαϊκά κύματα που υψώνονται” 18. Τι άλλο έγραφε το ΚΚΕ
στις διακηρύξεις του, ο Παντελής Πουλιόπουλος στο Πόλεμος κατά του Πολέμου, ο
Γιάννης Κορδάτος στην Ιστορία του;19 Θα μπορούσαν να αντλούν την εμπνευσή τους
από τον… Ίωνα Δραγούμη!
Αντίστροφα ο Σκληρός και ο Γληνός θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως οι εκφραστές
του… “ελληνικου ιμπεριαλισμού”, ή του “εθνικισμού” μια και “προφήτευαν” ήδη από
το 1909 πως η σύγκρουση με τους Τούρκους –μετά τη νεοτουρκική μεταπολίτευσηείναι αναπόφευκτη, και το όνειρο μιας “Ανατολικής Ομοσπονδία” κατά το πρότυπο της
Αυστροουγγαρίας απραγματοποίητο μια και, κατά τον Γληνό:
“Οι Τούρκοι αστοί, οι Νεότουρκοι καλούμενοι, εγένοντο κύριοι των πραγμάτων…
Κυρίαρχοι αυτοί όντες,… μίαν μόνον πατρίδα βλέπουσι την Τουρκία, έν μόνον κράτος,
το τουρκικόν, έν μόνον έθνος, το τουρκικόν… ωρισμένως δεν έχουσιν ως πρότυπον την
Αυστρίαν αλλά την Γαλλίαν ή την Γερμανίαν… ό,τι έπραξαν μέχρι σήμερα οι
Νεότουρκοι είνε μόνον έν πολλοστημόριον εκείνου, όπερ διανοούνται αληθώς να
πράξωσιν… δεν θα διστάσουν να βάλουν το μαχαίρι εις τον λαιμόν παντός ατόμου ή
πόλεως ή χώρας, ήτις θα θελήση να σώσει ανθισταμένη το φρόνημά της και τον
εθνισμόν της… οι Τούρκοι παρασυρόμενοι υπό της αποκλειστικώς αστικής ιδέας της
πατρίδας και μη διαγιγνώσκοντες εγκαίρως τον χαρακτήρα του κράτους των και τας
ανάγκας της εξελίξεως των λαών, θα θελήσωσι και αυτοί να στρέψωσι τον τροχόν της
ιστορίας προς τα οπίσω”!

Και όμως αυτή την ιστορική -και φιλολογική, διότι συνάγεται από υπάρχοντα
γραπτά κείμενα- πραγματικότητα, αποκρύπτουν συστηματικά και αριστεροί και
“εθνικιστές”. Διότι θέλουν να εξάγουν πολιτική και ιδεολογική υπεραξία από την
διαστροφή της πραγματικότητας. Η κρατικοδίαιατη σημερινή ελληνική αριστερή
διανόηση θέλει να αποκρύψει το γεγονός ότι όλο σχεδόν το σοσιαλιστικό κίνημα στην
Ελλάδα, από τις πρώτες του ριζοσπαστικές γαριβαλδινές μορφές, τους Πανά και
Ρηγόπουλο, τον Καλέργη και τον Αντύπα, τον Σκληρό και το Γληνό, αναγνώριζε την
σημασία της διαπλοκής του εθνικού και του κοινωνικού ζητήματος και αυτή η
παράδοση επανεμφανίστηκε ηγεμονική στη διάρκεια της Αντίστασης στη φασιστική
Κατοχή, με το ΕΑΜ, τα γραπτά του Γληνού εκείνης της περιόδου και βέβαια τον Άρη
16

Ιων Δραγούμης, Φύλλα Ημεροι\λογίου, Ερμής Αθήνα 1987 τ. 6ος, σελ. 54
Φύλλα Ημερολογίου , οπ.π. σελ. 63.
18
Όπ. π .σελ 42.
17

19

Βελουχιώτη. Αντίστροφα η δεξιά ήθελε να εμφανίζει την αριστερή παράδοση
μονοδιάστατα ταυτισμένη με τις αντιληψεις περί ιμπεριαλιστικού πολέμου στη
Μικρασία, με τις θέσεις για το Μακεδονικό, ή την σύγχρονη ψευδο-ευρωπαϊστική
τύφλωση έναντι του τουρκικού επεκτατισμού ενώ βέβαια θέλει να αποκρύψει όχι μόνο
την μακρά παράδοση υποταγής της στον ιμπεριαλισμό και τις μεγάλες δυνάμεις, αλλά
και τον φιλοτουρκισμό της. Το αντιβενιζελικό στρατόπεδο -ακόμα και με την, αθέλητη
ίσως, συμμετοχή του Δραγούμη- συντάχθηκε με την Γερμανία στη διάρκεια του Αου
Πολέμου, και κέρδισε τις εκλογές του 1920, έστω και αν μειοψήφισε σε ψήφους, σε
εκλογική συμμαχία με το ΚΚΕ, με το σύνθημα “οίκαδε”. Και η φιλογερμανική
παράδοση σε μεγάλο βαθμό εκφράστηκε και στη διάρκεια της Κατοχής.
Και όμως, ο Ίων Δραγούμης ίσως και εξ΄αιτίας της αντίθεσής του με τον
βενιζελισμό, οδηγείται στα τελευταία χρόνια της ζωής του μακρυά από την
“μπουρζουαζία”, υποστηρίζει τους μπολσεβίκους και αυτοπεριγράφεται ως εξής:
“Μια περίοδος της ζωής μου εθνικιστική (από τα 1902 ως τα 1914 απάνω κάτω). Έπειτα
έβαλα μια pétition de principe στο νασιοναλισμό μολονότι ενεργούσα σύμφωνά του.
Τώρα μπαίνω σε μια σοσιαλιστική και ανθρωπιστική περίοδο. Αρχίζω να λαβαίνω
συνείδηση του αναρχισμού μου (1917-1919) και προχωρώ… Στην πρώτη περίοδο
Μακεδονική ενέργεια. Στη δεύτερη Ρωσική επανάσταση και κοινωνική επανάσταση
παντού. Στη Μακεδονική ενέργεια έλαβα μέρος, στην κοινωνική επανάσταση όχι
ακόμα.”.20

Ωστόσο ο Δραγούμης δεν θα ζήσει για να δούμε την εξέλιξή του. Και δρυός
πεσούσης πας ανήρ ξυλεύεται!
Εθνικό και κοινωνικό στην παράδοση
της ελληνικής αριστεράς
Όμως αυτές οι τοποθετήσεις των “πρωταγωνιστών” της αντιπαράθεσης των αρχών του
αιώνα πάνω στο Ανατολικό ζήτημα και την σχέση κοινωνίας και εθνικών θεμάτων δεν
έχουν απλή φιλολογική ή ιστορική αξία. Εντάσσονται και εγκαινιάζουν μια μακρά
αντιπαράθεση, τουλάχιστον στα πλαίσια της αριστεράς, απέναντι στο εθνικό ζήτημα και
στην διαπλοκή εθνικού και κοινωνικού στοιχείου, την οποία θα αποπειραθούμε να
σκιαγραφήσουμε.
Επειδή σήμερα κατακλυζόμαστε από την “αριστερά” της παγκοσμιοποίησης που
κυριαρχεί στα ΜΜΕ και τα Πανεπιστήμια, συχνά θεωρούμε, ιδιαίτερα οι νεώτεροι, πως
πάντα έτσι ήταν τα πράγματα: Αριστερά και απόρριψη του “εθνικού” ζητήματος είναι
ταυτόσημες. Όμως, στην πραγματικότητα, συμβαίνει το ακριβώς αντίστροφο, η
ελληνική αριστερά θα μεταβληθεί σε σημαντική πολιτική δύναμη όταν θα αναλάβει την
ηγεσία του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα στην Κατοχή. Και αυτή της η δέσμευση θα
σφραγίσει το μεγαλύτερο και σημαντικότερο μέρος της ιστορίας της. Ωστόσο δεν
μπορούμε να αρνηθούμε ότι υπήρξαν περίοδοι στην ιστορία της, ιδιαίτερα από το 1918
έως το 1935 και από το 1974 μέχρι σήμερα που κυριαρχούσε η αντίθετη άποψη, της
απόρριψης της εθνικής διάστασης του κοινωνικού αγώνα. Έτσι αν επιθυμούμε να
κάνουμε μια περιοδολόγηση της ιστορίας της ελληνικής αριστεράς και κατ’ εξοχήν της
αριστερής διανόησης, που μας ενδιαφέρει σε αυτή τη μελέτη, ως προς το επίμαχο θέμα,
της στάσης απέναντι στο ανατολικό ζήτημα αρχικά και το εθνικό ζήτημα γενικότερα,
θα πρέπει να διακρίνουμε τέσσερις περιόδους: Η πρώτη φθάνει μέχρι το 1918, και τη
δημιουργία του ΚΚΕ και της ΓΣΕΕ. Η δεύτερη μέχρι το 1935. Η τρίτη από το 1935
έως την πτώση της δικτατορίας, και η τέταρτη και τελευταία, από την μεταπολίτευση
20

Όπ. π. 6 Απριλίου 1919, σελ. 72-73. Ο ιστορικός Κωνσταντίνος Βακαλόπουλος αναφερόμενος σε αυτή την
αυτοτοποθέτηση του Ίωνα Δραγούμη την αποδίδει ως εξής: “Ο ίδιος διέκρινε δυο πορείες στη ζωή του: μια
εθνικιστική (1902-1914}… και μια ανθρωπιστική (1917-1919), που την έζησε όσο ήταν εξόριστος στην
Κορσική”. Κ. Βακαλόπουλος, Ιών Δραγούμης, Μαρτύρων και ηρώων αίμα, Κυριακίδης, Θεσσαλονίκη, 1991, σελ.
43. Η λέξη σοσιαλιστική εξαφανίζεται και πόσο μάλλον η καταραμένη λέξη… αναρχισμός, και η πρόθεση
συμμετοχής στην “κοινωνική επανάσταση”!

και εφεξής.
Μέχρι το 1912 περίπου, η ιδεολογία της ελληνικής αριστεράς, θα διαμορφωθεί,
παράλληλα με την κυρίαρχη ιδεολογία της εθνικής ολοκλήρωσης και της “μεγάλης
ιδέας”, και στο εσωτερικό της θα κυριαρχούν μάλλον τα ρεύματα που αναγνώριζαν τη
σημασία του εθνικού ζητήματος, παρ’ όλο που υπήρχαν και τα αντίθετα. Όπως ήδη
επισημάναμε, οι ρίζες της ελληνικής αριστεράς στον 19ο αιώνα θα είναι μάλλον
γαριβαλδινού χαρακτήρα –θα επηρεαστεί στη συνέχεια από την Κομμούνα του
Παρισιού- και θα θέτουν ως κατ’ εξοχήν επαναστατικό αίτημα την απελευθέρωση των
υπόδουλων λαών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας παράλληλα με την κοινωνική
απελευθέρωση. Ο Παναγιώτης Πανάς στην Αλήθεια τόνιζε ήδη το 1861 πως το νόημα
του “αληθούς” ριζοσπαστισμού δεν έχει
“ως μόνο του δόγμα την εθνική
αποκατάστασιν, αλλα και την επί τα βελτίω της κοινωνίας ανάπλασιν”. Στη συνέχεια
μαζί με τον Ανδρέα Ρηγόπουλο συμμετέχουν στην παράνομη Δημοκρατική Ανατολική
Ομοσπονδία, που ιδρύθηκε το 1865 στο Βουκουρέστι, και έθετε ως στόχο όχι μόνο την
απελευθέρωση των Βαλκανικών λαών αλλά και στρεφόταν κατά των αρχουσών τάξεων
και της βασιλείας. Στην ίδρυσή της συμμετείχαν και άλλοι Ευρωπαίοι και οι στόχοι της
εταιρείας έφθαναν μέχρι την δημιουργία μιας δημοκρατικής ομοσπονδιακής Ευρώπης.
Δηλαδή μια “Ενωμένη Ευρώπη” με αφετηρία τα… Βαλκάνια. Στην “νόμιμη” οργάνωση
που δημιουργήθηκε για να καλύπτει τις δραστηριότητες της μυστικής οργάνωσης, τον
Ρήγα, που εξέδιδε και ομώνυμη εφημερίδα, συμμετείχαν, εκτός του Πανά και του
Ρηγόπουλου, οι Ρόκκος Χοϊδάς, Τιμολέων Φιλήμων, Γεώργιος Φιλάρετος, και άλλες
προσωπικότητες του ριζοσπαστισμού της εποχής.21
Ο Σταύρος Καλλέργης (1864-1926), η σημαντικότερη μορφή του ελληνικού
σοσιαλισμού στη δεκαετία του 1890, που θα οργανώσει τον Κεντρικό Σοσιαλιστικό
Σύλλογο και θα εκδίδει την εφημερίδα Σοσιαλιστής, θα συμμετάσχει μαζί με τον
ομοϊδεάτη του Μαρίνο Αντύπα στην επανάσταση της Κρήτης και θα εκλεγεί
αντιπρόσωπος στην Επαναστατική Συνέλευση του Αρκαδίου και βουλευτής στην εθνική
εξέγερση του 1912.22
Όμως μετά την ενσωμάτωση της Μακεδονίας και της Θεσσαλονίκης στο ελλαδικό
κράτος, το ιδεολογικό τοπίο μεταβάλλεται. Το ελληνικό σοσιαλιστικό κίνημα, στο
οποίο κυριαρχούν οι μορφές του Σκληρού του Γιαννιού, του Χατζόπουλου, έρχεται σε
επαφή τόσο με το ισχυρότερο -οργανωτικά- βουλγάρικο εργατικό κίνημα, όσο και με το
πολυεθνικό και κατ’ εξοχήν εβραϊκό, κίνημα της Θεσσαλονίκης, που προωθεί μια
αντίληψη διατήρησης της πολυεθνικής υφής της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, και ειδικά
της Μακεδονίας, όπου η ανάμειξη των πληθυσμών είχε δημιουργήσει την περιβόητη
“μακεδονική σαλάτα”.23 Η Φεντερασιόν της Θεσσαλονίκης θα αποτελέσει τη
σημαντικότερη βάση του νεογέννητου ΚΚΕ, και ο Μπεναρόγια τον κυριότερο
εκπρόσωπο αυτής της νέας γραμμής. 24 Έτσι θα διαμορφωθεί ένα ρεύμα που μέσα στο
αντιπολεμικό και αντιιμπεριαλιστικό κλίμα της περιόδου που ακολούθησε τη
μπολσεβίκικη επανάσταση θα αντιπαραθέτει εθνικό και κοινωνικό ζήτημα. Η δεύτερη
περίοδος θα έλεγε κανείς ότι βρίσκεται στον αντίποδα της πρώτης. Κάτω από την
επίδραση των μπολσεβίκων και τις νέες συνθήκες που έφεραν οι βαλκανικοί πόλεμοι η
κυρίαρχη έως τότε σοσιαλιστική παράδοση, η οποία προσπάθησε να συνδέσει εθνικό

21

Ερασμία-Λουϊζα Σταυροπούλου, Παναγιώτης Πανάς (1832-1896), Ένας
ριζοσπάστης ρωμαντικός,
Επικαιρότητα, Αθήνα 1987, σελ. 84-106. Παναγιώτης Νούτσος, Η Σοσιαλιστική Σκέψη στην Ελλάδα, τόμος Α
(1875-1907), σελ 48-52.
22
Βλέπε Γιάννης Κορδάτος, Ιστορία της Ελλάδας, τόμος 11ος -12ος, και Ιστορία του Εργατικού Κινήματος, Αθήνα
1956. Παναγιώτης Νούτσος, Η Σοσιαλιστική Σκέψη στην Ελλάδα, τόμος Α (1875-1907), σελ 188-189.
23
Κατά μία περίεργη “πανουργία της ιστορίας” η “Φεντερασιόν” θα προσεγγίζει τις απόψεις του Δραγούμη,
εκκινώντας από μια ριζικά διαφορετική αφετηρία.
24
Αβραάμ Μπεναρόγια, Η πρώτη σταδιοδρομία του ελληνικού προλεταριάτου, Κομμούνα, Αθήνα 1986 Αβραάμ
Μπεναρόγια, Ελπίδες και πλάνες, Στοχαστής, Αθήνα 1989 Κέντρο Μαρξιστικών Μελετών, Η σοσιαλιστική
Οργάνωση Φεντερασιόν Θεσσαλονίκης 1909-1918, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1989.

και κοινωνικό ζήτημα, θα περιθωριοποιηθεί.
Αξίζει να γραφεί κάποτε μια ιστορία του εργατικού κινήματος, που να συνυπολογίζει
τις δραματικές συνέπειες που είχε πάνω του η μεταβολή της Ρωσίας σε “πατρίδα του
σοσιαλισμού” και κατά συνέπεια η εξαφάνιση ή η περιθωριοποίηση όλων των άλλων
τάσεων του εργατικού κινήματος, ανάμεσα στο δίπολο σταλινισμός-σοσιαλδημοκρατία.
Αν αυτή η επίδραση υπήρξε τραγική και σχετικά γνωστή σε χώρες όπως η Ισπανία, ή η
Γερμανία του μεσοπολέμου, η αποτίμησή της για την Ελλάδα μένει να
πραγματοποιηθεί. Μόνο ίσως η επίδρασή της στην Αντίσταση έχει συζητηθεί, ωστόσο
ανεπαρκώς και ανεκδοτολογικά, χωρίς να έχει αναλυθεί όλη η μεγάλη περίοδος της
διαμόρφωσης του ελληνικού σοσιαλιστικού κινήματος μέχρι το 1922 ή το 1925. Το
γεγονός δηλαδή ότι στην Ελλάδα το εργατικό κίνημα αποκτάει πανεθνικές μορφές
οργάνωσης, συνδικαλιστικές και κομματικές, αμέσως μετά την μπολσεβίκικη
επανάσταση (Το ΚΚΕ και η ΓΣΕΕ ιδρύονται το 1918) σφραγίζει την ιδεολογία και την
προοπτική του σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από ότι σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Στα
πλαίσια του εργατικού κινήματος υπάρχει ελάχιστος ανταγωνισμός από άλλες πολιτικές
δυνάμεις και η σοσιαλιστική σκέψη αναπτύσσεται ουσιαστικά κάτω από την σταλινική
ηγεμονία. Οι αιρετικές φωνές είτε θα σιγήσουν, είτε θα διωχθούν, είτε θα υποχρεωθούν
να φύγουν από την Ελλάδα, όπως συνέβη με τον Μιχάλη Ράπτη, για να μπορέσουν να
έχουν μια αυτόνομη δράση. Το ελληνικό εργατικό κίνημα θα υπάρξει ουσιαστικά ως
κομμουνιστικό και σταλινοκρατούμενο.
Τις συνέπειες αυτής της εξέλιξης μπορούμε να τις διακρίνουμε ακόμα και σήμερα,
αλλά στο παρελθόν υπήρξαν καταλυτικές. Πέρα δε από τις γενικότερες συνέπειες σε ότι
αφορά τις ιδεολογικές και πολιτικές κατευθύνσεις της ελληνικής αριστεράς και το ήθος
του διαλόγου (sic) που καλλιέργησαν, θα σφραγίσουν ιδιαίτερα το ελληνικό κίνημα και
τις θέσεις του για τη Μικρασιατική καταστροφή, για το Μακεδονικό και γενικά θα
τροφοδοτήσουν την προπαγάνδα για την σλαβική “εξάρτηση” του ΚΚΕ. Και όσο και
εάν αυτό το επιχείρημα ήταν συχνά κατασκευή των αντιπάλων του, ωστόσο πατούσε
πάνω σε μια πραγματική και αναπόφευκτη ίσως “σλαβική” προτεραιότητα της ρώσικης
πολιτικής, καθώς και της πολιτικής της Κομμουνιστικής Διεθνούς.
Συνέπεια αυτού του υπερκαθορισμού υπήρξε το ότι θα “ξεχαστεί” από τις νεώτερες
γενιές το γεγονός πως, μέχρι την συγκρότηση του ΣΕΚΕ (ΚΚΕ), η πλειοψηφία των
σοσιαλιστών αγωνιστών θα προσπαθεί να αναζητεί μια δίοδο που να συνδυάζει την
κοινωνική και την εθνική διάσταση, σε μια χώρα που δεν είχε ακόμα πραγματοποιήσει
την εθνική της ολοκλήρωση. Για τους παλιότερους, Σταύρο Καλλέργη, Μαρίνο Αντύπα,
κλπ. τα πράγματα ήταν σχετικά εύκολα, μια και επρόκειτο για σαφώς
εθνικοαπελευθερωτικά αιτήματα, όπως η απελευθέρωση της Κρήτης, όπως και για τις
απόπειρες της ομάδας της Ιένα, Σκληρού, Γληνού, Τριανταφυλλίδη. Τα πράγματα
αρχίζουν να γίνονται πιο δύσκολα από τους βαλκανικούς πολέμους και μετά. Τώρα,
δίπλα στις αυθεντικές εθνικοαπελευθερωτικές διεκδικήσεις, θα εμφανιστούν πράγματι
και στοιχεία σωβινισμού και αρνητικού “μεγαλοϊδεατισμού”, οι οποίες περιπλέκονται
με τα συμφέροντα και τους ανταγωνισμούς των μεγάλων δυνάμεων. Πολύ
χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις “ορθόδοξων” σοσιαλιστών όπως ο Κώστας
Χατζόπουλος και προπαντός ο Νίκος Γιαννιός, που θα προσπαθούν αφενός να
αντιταχθούν στις ιμπεριαλιστικές διεκδικήσεις της Αντάντ και παράλληλα να πάρουν
υπ’ όψη τους την πραγματικότητα των εθνικών αιτημάτων. Η ιδέα της Βαλκανικής
Ομοσπονδίας όσο και αν εμφανίζεται ως ένα μαγικό πασπαρτού δεν θα μπορέσει να
απαντήσει στην πραγματικότητα των Βαλκανικών συγκρούσεων.
Η περίπτωση του Νίκου Γιαννιού, (Άνδρος 1885-Αθήνα 1958), της σημαντικότερης
ίσως προσωπικότητας του ελληνικού σοσιαλιστικού κινήματος στην περίοδο 19101920, είναι η πλέον χαρακτηριστική για τις δυσκολίες και τα αδιέξοδα που
δημιουργούσε μια εξαιρετικά περίπλοκη κατάσταση. Ο Νίκος Γιαννιός υπήρξε
γραμματέας του Ψυχάρη (1903-1905)
και ενεργός δημοτικιστής. Το 1908
εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου ανέλαβε το 1909 την αρχισυνταξία της
εφημερίδας Λαός, που ίδρυσε μαζί με τον Φ. Φωτιάδη και τον Ίωνα Δραγούμη, ως
όργανο του “Αδερφάτου της Εθνικής Γλώσσας”, ενώ παράλληλα συμβάλλει στη

δημιουργία του “Σοσιαλιστικού Κέντρου της Τουρκίας” και διευθύνει την ελληνική
έκδοση του δεκαπενθήμερου τετράγλωσσου Εργάτη. Θα συγκρουστεί με τον Ίωνα
Δραγούμη στην Κωνσταντινούπολη γύρω από την κατεύθυνση του Λαού που είχαν
εκδώσει από κοινού25 και θα επικρίνει τους εθνικιστές στο Νουμά. Το 1910 απελαύνεται
από την Τουρκία και στην Αθήνα δημιουργεί το “Σοσιαλιστικό Κέντρο Αθηνών” ενώ
θα εκδώσει και Αντιπολεμικό Μανιφέστο, το 1912. Στη συνέχεια θα δείξει αμηχανία
γύρω από το ζήτημα της συμμετοχής στον πόλεμο, στο πλευρό της Αντάντ, θα
συμμετάσχει στην κυβέρνηση της Εθνικής Άμυνας στη Θεσσαλονίκη, ως επιθεωρητής
εργασίας, και θα οδηγηθεί σε ρήξη με το νεογέννητο ΚΚΕ, παρόλο που συμμετείχε στο
ιδρυτικό του συνέδριο, κυρίως επί τη βάσει των θέσεων για το εθνικό ζήτημα. Από το
1917 έως το 1918 θα παραμένει αρχισυντάκτης του “Ριζοσπάστη”. Ιδρύει το
Σοσιαλιστικό Κόμμα της Ελλάδας, μετά το 1917 με όργανο το μηνιαίο Σοσιαλισμό
και την ημερήσια Κοινωνία, μετά την αποχώρησή του από το “Ριζοσπάστη”. Η γυναίκα
του Άννα Γαϊτάνου-Γιαννιού ίδρυσε το 1919 τον “Σοσιαλιστικό Όμιλο Γυναικών”. 26
Τα γεγονότα που θα ακολουθήσουν, η μπολσεβίκικη επανάσταση, και η συμμαχία
της με τον κεμαλισμό στην Τουρκία, θα ολοκληρώσουν τη στροφή στο νεογέννητο
κομμουνιστικό κίνημα, ενώ βέβαια τα μεταρρυθμιστικά σοσιαλιστικά στοιχεία θα
απορροφηθούν από την αριστερά του βενιζελισμού και τον Παπαναστασίου. Και όμως
στα πλαίσια της άκρας αριστεράς της περιόδου, ακόμα και της σοβιετικής θα
εξακολουθούν να ακούγονται και διαφορετικές φωνές. Η θέση της Ρόζας
Λούξεμπουργκ έχει γίνει σχετικά γνωστή
“Η σημερινή θέση μας στο Ανατολικό ζήτημα είναι να αποδεχτούμε τη διαδικασία διάλυσης
της Τουρκίας σαν μια υπαρκτή πραγματικότητα και να μην κάνουμε τη σκέψη ότι θα
μπορούσε ή έπρεπε κανείς να τη σταματήσει και να εκδηλώσουμε στους αγώνες για την
αυτοδιάθεση των χριστιανικών εθνών την απεριόριστη συμπαράστασή μας”27·

Πολύ λιγότερο γνωστή όμως παραμένει η δυνατότητα μεταστροφής της ίδιας της θέσης
των μπολσεβίκων. Τωόντι, όπως μας πληροφορεί ο Γιάννης Κορδάτος, οι μπολσεβίκοι
έστειλαν στην Ελλάδα απεσταλμένο τους, το 1922, που ήλθε σε επαφή μαζί του, ως
γραμματέα του ΚΚΕ και του ανακοίνωσε τα εξής:
“Η ΕΣΣΔ είναι πρόθυμη να βοηθήσει την Ελλάδα να βγει από το αδιέξοδο της
μικρασιατικής εκστρατείας. Πρώτα θα παύσει να ενισχύει υλικώς και ηθικώς τον Κεμάλ και
δεύτερον θα ασκήσει όλη την επιρροή της να αυτονομηθεί μια παραλιακή ζώνη της
Μικρασίας, όπου κατοικούν πολλοί χριστιανοί. Για να εξασφαλιστεί η αυτονομία της
περιοχής αυτής θα σταλθεί διεθνής στρατός από Ελβετούς, Σουηδούς και Νορβηγούς… Για
να υποστηρίξει την άποψη αυτή η ΕΣΣΔ ζητεί σαν αντάλλαγμα την αναγνώρισή της, έστω
και ντε φάκτο.”28

Αυτή η θέση είναι όχι μόνο δηλωτική της εξάρτησης, ήδη από εκείνη την εποχή, των
σοβιετικών θέσεων από υπολογισμούς συσχετισμών δυνάμεων και όχι από “αρχές” και
μόνον, αλλά κυρίως του γεγονότος ότι η εθνολογική πραγματικότητα της Μικράς Ασίας
υποχρέωνε τους πάντες να την πάρουν υπ’ όψη τους, σε αντίθεση με τις θέσεις
ορισμένων από τους εγχώριους Έλληνες κομμουνιστές που ακολουθούσαν πιστά τη
λογική του “κέντρου της επανάστασης”.
Η συνέχεια, με το ιδιαίτερο βάρος που ο διεθνισμός της Κομιντέρν έδινε στον
βουλγαρικό... εθνικισμό και στους σλάβους (όπως φάνηκε περίτρανα με το
Μακεδονικό), επισφράγισε αυτούς τους προσανατολισμούς.. Η εξέλιξη των θέσεων της
Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας και της Κομμουνιστικής Διεθνούς επί του

25

Βλέπε, Γιώργος Λεονταρίτης Το ελληνικό σοσιαλιστικό κίνημα κατά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Εξάντας,
Αθήνα 1978, σελ. 49-50.
26
Βλέπε Λεονταρίτης όπ.π. και Παναγιώτης Νούτσος, Η Σοσιαλιστική Σκέψη στην Ελλάδα, τόμος Β΄ (1907-1925),
σελ. 91-109 και 291-338.
27
Ρόζα Λούξεμπουργκ, “Οι αγώνες στην Τουρκία και η σοσιαλδημοκρατία”, αναδημ. στο περιοδικό Λαοί, τ. 1,
Μάιος 1987, σελ. 44.
28
Γιάννης Κορδάτος, Ιστορία της Ελλάδας, τ.13ος, 1900-1924, σελ. 566-567.

θέματος ήταν ιδιαίτερα διαφωτιστική. Στην περίοδο μέχρι το 1924 η δικαιολογία της
υποστήριξης του συνθήματος για την “Αυτονομία της Μακεδονίας και της Θράκης”,
θα είναι η ανάγκη να στηριχτεί η “επερχόμενη” επανάσταση στη Βουλγαρία, που θα
οδηγούσε σε μια Βαλκανική επανάσταση και σε μια αντίστοιχη “ομοσπονδία”. Ως
μοναδικό ελαφρυντικό γι αυτό το “βουλγαρικό” αλληθώρισμα θα μπορούσε να
θεωρηθεί πως ήταν η σχετικά πρόσφατη οθωμανική περίοδος κατά την οποία η
μακεδονική εθνική πανσπερμία έδινε τη δυνατότητα να στηριχτεί ένα αίτημα μιας
“οθωμανικής αυτονομίας” των κατοίκων της Μακεδονίας, και όχι βέβαια των
“Μακεδόνων”. Και όμως το 1928 (8-1-28) το ΚΚΕ σε απόφαση του Πολιτικού
Γραφείου του επιμένει στο αίτημα της “ενιαίας και ανεξάρτητης Μακεδονίας”, και στον
αγώνα του “μακεδονικού λαού για αυτοδιάθεση”, όταν ήδη έχουν γίνει οι ανταλλαγές
πληθυσμών του 1926-27 με τη Βουλγαρία, και στην ελληνική Μακεδονία ο ελληνικός
πληθυσμός φθάνει το 90% του συνόλου! 29 Το 1931 η 4η Ολομέλεια της Κ.Ε. του ΚΚΕ
στην πολιτική της απόφαση θα αναφέρει:
“…10. Η Ελλάδα είναι κράτος ιμπεριαλιστικό, που κατέκτησε δια της βίας ολόκληρες
περιφέρειες κατοικημένες από άλλες εθνότητες (Μακεδονία και Θράκη)... ΤΟ ΚΚ της
Ελλάδας διακηρύττει εν ονόματι των βασικών αρχών του μπολσεβικισμού, για τη
Μακεδονία και τη Θράκη το σύνθημα του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης μέχρι πλήρους
αποχωρισμού από το ελληνικό κράτος, του δικαιώματος για μια ανεξάρτητη Μακεδονία
και Θράκη και υποστηρίζει δραστήρια την επαναστατική πάλη του πληθυσμού των
περιφερειών αυτών για την εθνική τους απελευθέρωση…”30

Το 1934, η απόφαση της Κομμουνιστικής Διεθνούς για το Μακεδονικό και την
ΕΜΕΟ (25-2-1934) συνεχίζει να αναφέρεται στο καταπιεζόμενο “Μακεδονικό έθνος”
και στην “ενιαία, ανεξάρτητη μακεδονική δημοκρατία”. Δηλαδή η Κομιντέρν θα φθάσει
να βαφτίσει τους Μακεδόνες, συλλήβδην (δηλαδή και τους Έλληνες) “μακεδονικό
έθνος”, σε μια σαφώς εκσλαβισμένη αντίληψη του διεθνισμού.31 Για ένα μεγάλο μέρος
του μεσοπολέμου, στην ιδεολογία της ελληνικής αριστεράς το λαϊκό θα αντιπαρατίθεται
με το εθνικό -σε αντίθεση με ότι θα συμβεί στην Κίνα ή το Βιετνάμ- σε πλήρη αρμονία
με το ‘δυτικό’ κομμουνιστικό κίνημα.
Μέσα σε αυτά τα πλαίσια θα διαμορφωθεί και η αντίστοιχη θεωρία για τη φύση και τη
συγκρότηση του ελληνικού έθνους, που θα οδηγείται στον αντίποδα των εθνικιστικών
ιδεολογημάτων του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ου, για τους Έλληνες ως
περιούσιο λαό και ως ιστορικούς κληρονόμους του ευρύτερου χώρου της Ανατολής.
Πράγματι, σύμφωνα με αυτό το σχήμα, οι νεοέλληνες ως απόγονοι των αρχαίων
Ελλήνων και του Βυζαντίου, ήταν οι “φυσικοί κληρονόμοι” του ιστορικού χώρου του
ελληνισμού, άσχετα με τις εθνολογικές και ιστορικές αλλαγές που είχαν μεσολαβήσει.
Τώρα πια για την Αριστερά συμβαίνει το αντίστροφο: Οι Έλληνες είναι οι
“ιμπεριαλιστές” της Ανατολής, και προφανώς το νεοελληνικό έθνος είναι ένα
καινοφανές ιστορικό δημιούργημα, που ανεδύθη, σύμφωνα με τη λογική της σύγχρονης
δυτικής εθνογένεσης, στην τελευταία φάση του Βυζαντίου, και δεν διαθέτει κάποια
ιστορική συνέχεια με τον αρχαίο ή τον βυζαντινό ελληνισμό. Κατ’ αυτό τον τρόπο,
γίνεται πολύ πιο εύκολη η αποδοχή τόσο των ιδεολογημάτων που ταύτιζαν την
διεκδίκηση ιστορικών χώρων όπου για χιλιάδες χρόνια, πράγματι, βρίσκονταν και
εξακολουθούν να βρίσκονται Έλληνες, με “ιμπεριαλιστικές” διεκδικήσεις, και
αναδείκνυαν τους Νεοτούρκους και τον Κεμάλ σε “εθνικοαπελευθερωτικούς ηγέτες”
και όχι σε σφαγείς των Αρμενίων και του μικρασιατικού ελληνισμού.
Αυτή η νέα θεωρητικο-ιδεολογική κατασκευή, σε αρμονία με το νέο κυρίαρχο

29
Βλ. Αλέξανδρος Δάγκας – Γιώργος Λεοντιάδης, Κομιντέρν και Μακεδονικό ζήτημα, Τροχαλία, Αθήνα 1997,
σελ. 180-183.
30
Το ΚΚΕ, Επίσημα κείμενα, τόμος 3ος, 1929-1933, Πολιτικές και Λογοτεχνικές εκδόσεις 1966, σελ. 326-327.
31
Βλέπε Γιάννης Κορδάτος, Ιστορία της Ελλάδας, τόμος 13ος, 1900-1924, Παναγιώτης Νούτσος, Η σοσιαλιστική
σκέψη στην Ελλάδα, τόμος 2ος Αλέξανδρος Δάγκας – Γιώργος Λεοντιάδης, όπ.π. σελ 198-204.

πνεύμα, θα εκφραστεί και σε σχέση με την ερμηνεία του νεοελληνικού φαινομένου
συνολικά. Ο Γιάννης Κορδάτος, ο σημαντικότερος ιστορικός της με την Ιστορία της
Ελλάδας, οι διανοούμενοι της Αριστεράς και του ΚΚΕ, χωρίς να προβάλλουν πάντα μια
ολοκληρωμένη και ξεκάθαρη ιδεολογική τοποθέτηση για το ζήτημα της συνέχειας του
ελληνικού έθνους, θα επιμείνουν στα καινοφανή και ιδιαίτερα στοιχεία της
νεοελληνικής ταυτότητας, χωρίς κάποια ιστορική συνέχεια με το παρελθόν και έτσι θα
προωθούν μια αντίληψη περισσότερο συμβατή με την μαρξιστική ορθοδοξία για την
γενεαλογία του έθνους, δηλαδή την γένεσή του ως συνέπεια της διαμόρφωσης της
εσωτερικής αγοράς. Ελάχιστοι ιστορικοί θα φθάσουν να διατυπώσουν ανοικτά τις
θέσεις αυτές που αποτελούσαν ωστόσο την μαρξιστική βουλγκάτα του έλληνα κούτβη:
“Οι σύγχρονοι Έλληνες δεν έχουν καμία ή ελάχιστη σχέση με το παρελθόν”, "η
εθνογένεση είναι γεγονός εντελώς σύγχρονο" και επομένως πρέπει να ξεφύγουμε από
την προγονοπληξία και την αναφορά στους αρχαίους Έλληνες: Είμαστε νεοέλληνες,
γραικοί και όχι "έλληνες"! Και στο όνομα μιας εκπροσώπησης των λαϊκών στρωμάτων
–που ήταν πραγματική αν και στρεβλή- η γνώση των αρχαίων, ο καθαρευουσιανισμός,
η προγονοπληξία, ο θρησκευτικός φανατισμός και σκοταδισμός, αναμιγνύονταν και
ταυτίζονταν με την επιμονή στην διαχρονικότητα της ελληνικής ταυτότητας, με την
τεραστία σημασία της αρχαίας Ελλάδας και των ελληνιστικών χρόνων, με την σημασία
της ορθοδοξίας για την διατήρηση αυτής της ταυτότητας, κ.ο.κ.
Ο Κορδάτος ο “πατέρας” της αριστερής ιστοριογραφίας δεν θα διστάσει να πάρει
ανοικτά θέση. Να πως αρχίζει την “Εισαγωγή” του στην Κοινωνική Σημασία της
Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821, που γράφτηκε μάλιστα το 1945 όταν η ελληνική
αριστερά διεξήγαγε ένα εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα και ο Άρης Βελουχιώτης εξέφερε
ένα λόγο στους αντίποδες του Κορδατικού και ο Γληνός έγραφε το Τι είναι και τι θέλει
το ΕΑΜ. Γράφει λοιπόν ο Κορδάτος:
“Στα εκατό χρόνια που πέρασαν από την Εθνική Επανάσταση του 1821 καλλιεργήθηκε
επίμονα η ιδέα από τους ιστορικούς και πνευματικούς ηγέτες της ελληνικής αστικής
τάξης, πως η σημερινή νεοελληνική εθνότητα βαστά στα ίσα από την αρχαία Ελλάδα κι
ακόμα πως και το Βυζαντινό Κράτος ήταν απόλυτα ελληνικό. Οι ιδέες και αντιλήψεις
αυτές δεν είναι καθόλου σωστές. Ο ιστορικός βίος της αρχαίας Ελλάδας τερματίστηκε
στα 147 με την καταστροφή της Κόρινθος από τους Ρωμαίους και την τελική
υποδούλωση του αρχαίου ελληνικού λαού. Έπειτα στην αρχαία εποχή δεν υπήρχε ένα
Ελληνικό Κράτος (υπογράμμιση του Γιάννη Κορδάτου)… Αυτό που λέμε σήμερα έθνος
δεν υπήρχε. Και ακόμα κάτι άλλο, η ελληνική εθνότητα δεν έμεινε καθαρόαιμη μέσα
στο διάβα των αιώνων…”32

Τα επιχειρήματα είναι σαφή. Το ελληνικό έθνος ταυτίζεται με το Κράτος. Η αρχαία
Ελλάδα έπαψε να υπάρχει μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση και οι Έλληνες αναμίχθηκαν με
άλλους λαούς! (Και όμως ο Παπαρρηγόπουλος είχε πριν εκατό χρόνια απαντήσει στο
ψευδο-επιχείρημα, της φυλετικής σύστασης του έθνους, τόσο αποστομωτικά.) Το
συμπέρασμα είναι προφανές, οι νεοέλληνες δεν έχουν σχέση με την αρχαία Ελλάδα και
το Βυζάντιο, συγκροτούνται προς τα τέλη της Βυζαντινής περιόδου ως μια καινοφανής
ιστορική ταυτότητα.. Αυτή η αντίληψη ήταν απολύτως συνεπής με μια αφηρημένη
μαρξίζουσα γενεαλογία του εθνικού φαινομένου.
Όμως η λαϊκή φύση της αριστεράς, η σύνδεσή της με τους αγώνες των κατώτερων
κοινωνικών στρωμάτων, και η ευτυχής ομολογία των κατευθύνσεων της Ελλάδας και
της Σοβιετικής Ένωσης στη διάρκεια του πολέμου, θα την υποχρεώσουν, στην τρίτη
περίοδο, τόσο στην εγκατάλειψη του Μακεδονικού παραλογισμού33 όσο και στην

32

Γιάννης Κορδάτος, Η κοινωνική σημασία της ελληνικής επαναστάσεως του 1821, Επικαιρότητα, Αθήνα 1972,
σελ. 21.
33
Γιατί μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών η Μακεδονία είχε πλέον πάνω από το 90% ελληνόφωνο και
ελληνικής συνείδησης πληθυσμό, και το μόνο σύνθημα που είχε νόημα για την αριστερά ήταν η διεκδίκηση
ισότιμων δικαιωμάτων για τις μειονότητες, την σλαβομακεδονική και την εβραϊκή στη Θεσσαλονίκη, πράγμα που
θα κάνει μετά τη στροφή του 1935.

μεγάλη εθνική στροφή της Κατοχής. Τότε το λαϊκό θα γίνει υποχρεωτικά εθνικό και οι
“αντιεθνικιστές” κομμουνιστές θα υποχρεωθούν να γίνουν “πατριώτες”. Βέβαια η
διχοτόμηση δεν θα εξαλειφθεί εντελώς και θα εκφραστεί με την αντίθεση ανάμεσα στην
“γραμμή Βελουχιώτη”, που εξέφραζε αυτή τη νέα εθνικο-λαϊκή πραγματικότητα μιας
αριστεράς που είχε γίνει μια μεγάλη πολιτική δύναμη και την κομματική γραμμή που
πιστή στις κατευθύνσεις της Μόσχας θα οδηγήσει στη συνδιαλλαγή αρχικά με τους
συμμάχους και στη συνέχεια στη σύγκρουση του εμφυλίου, και στην τελική υποταγή
της αριστεράς.
Πάντως η νέα περίοδος θα εγκαινιαστεί από την πολιτική και ιδεολογική στροφή που
θα πραγματοποιήσει το ΚΚΕ μετά την “περίφημη” 6η Ολομέλεια της ΚΕ, το Γενάρη
του 1934, και ιδιαίτερα μετά το 7ο Συνέδριο της Κομμμουνιστικής Διεθνούς
(Καλοκαίρι του 1935), σύμφωνα με τη νέα “λαϊκομετωπική” γραμμή της Σοβιετικής
Ένωσης. Πλέον εγκαταλείπονται τα ιδεολογήματα περί ιμπεριαλιστικής–επεκτατικής
Ελλάδας και ανασκευάζεται η μακεδονική εμμονή. Στην “Πολιτική απόφαση του 6ου
Συνεδρίου του ΚΚΕ”, τον Δεκέμβριο του 1935 δηλώνεται ανοικτά η αλλαγή της
πολιτικής θέσης του κόμματος:
“11- Μετά το κίνημα του Μάρτη, το Κόμμα μας στη θέση του συνθήματος ‘ένιαία και
ανεξάρτητη Μακεδονία και Θράκη’ έβαλε το σύνθημα ‘πλέρια ισοτιμία στις
μειονότητες’…Την αντικατάσταση του παλιού συνθήματος ‘ενιαία και ανεξάρτητη
Μακεδονία και Θράκη’ επιβάλλει η ίδια η αλλαγή της εθνολογικής σύνθεσης στο
ελληνικό κομμάτι της Μακεδονίας σε στενή σύνδεση με την αλλαγή των συνθηκών… με
βασικό καθήκον την αντιφασιστική και αντιπολεμική πάλη… Ο πληθυσμός στο
ελληνικό κομμάτι της Μακεδονίας είναι σήμερα στην πλειοψηφία του ελληνικός …” 34

Η συνολική αλλαγή πολιτικού προσανατολισμού, θα επιτρέψει στο ΚΚΕ, να
εκμεταλλευτεί την κρίση του οικονομικού και πολιτικού συστήματος και να μεταβληθεί
από ένα πολιτικό ‘γκρουπούσκουλο’ σε κόμμα με σημαντική απήχηση. Μέχρι το 1930 ο
αριθμός των μελών του θα κυμαίνεται από 1320 (το 1920) σε 1500 το 1930. Το 1934 θα
γίνουν 6.000 και το 1936, 17.500! Στις δε εκλογές του 1935 θα πάρει το 9,59% των
ψήφων και σε εκείνες του 1936 το 5,76% και θα εκλέξει 15 βουλευτές.35 Σε αυτές τις
νέες συνθήκες χιλιάδες παλιοί βενιζελικοί, αλλά ακόμα και προερχόμενοι από το Λαϊκό
Κόμμα θα προσεγγίσουν το ΚΚΕ. Τότε θα το προσεγγίσει και ένας σημαντικός αριθμός
διανοουμένων, ανάμεσά τους και ο Δημήτρης Γληνός. Τότε θα γίνουν και οι πρώτες
επαφές με την στρατιωτική και πολιτική αριστερά του βενιζελισμού, προσέγγιση που θα
αποδώσει καρπούς στη συγκρότηση του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ.
Ο Άρης Βελουχιώτης στο “πολιτικό του μανιφέστο”, τον περίφημο “λόγο της
Λαμίας” στις 20 Οκτωβρίου 1944 θα εκφράσει αυτή τη νέα ταυτότητα της Αριστεράς,
ως της ηγέτιδας δύναμης του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος:
Κάποτε, λοιπόν, η χώρα μας είτανε δοξασμένη, μα αργότερα την υποδούλωσαν κι έχασε
την παλιά της αυτή δόξα. Μα ύστερα από κάμποσα χρόνια η χώρα μας σηκώθηκε στο
πόδι κι ύστερα από σκληρούς αγώνες ενάντια στη σκλαβιά πάλι λευτερώθηκε.
Στην εποχή της σκλαβιάς πέρασαν σκληρά, μαύρα χρόνια και πολλοί “έξυπνοι”,
ανάμεσα στους οποίους και κάποιος Φαλμεράγιερ, ισχυρίστηκαν, πως η ελληνική φυλή
έσβησε κι ότι αυτή διασταυρώθηκε με άλλες φυλές που δεν έχουν τίποτα το κοινό με την
αρχαία ελληνική φυλή.
Μα ότι και να πούνε, αυτό δεν έχει καμιά αξία. Την ελληνικότητά μας την
αποδείξαμε. Γεγονός είναι ότι η χώρα μας ξεσηκώθηκε και ξαναγίνηκε πάλι λεύτερη…
Έτσι όλο το βάρος έπεσε πάνω σε μια χούφτα ανθρώπων, απ’ αυτούς που τρώγανε
καρπαζιές μέσα στα αστυνομικά μπουντρούμια και τις ασφάλειες, μα που φλέγονταν
από ηρωισμό και ανδρεία και μέσα τους υπήρχε μια ζεστή ελληνική καρδιά και έτρεχε
στις φλέβες τους πραγματικό ελληνικό αίμα. Αυτοί άναψαν το δαυλό κι έδωσαν το
σύνθημα για τον ξεσηκωμό του έθνους. Αυτοί που δώσανε το κουράγιο στους Έλληνες.
34
35

ΚΚΕ, Δέκα Χρόνια Αγώνες, 1935-1945, εκδ. ΚΚΕ, Ανατύπωση Πορεία, Αθήνα 1977, σελ. 66-67
Άγγελος Ελεφάντης, Η επαγγελία της αδύνατης επανάστασης, Ολκός, Αθήνα 1976, σελ. 289, 304.

Αυτοί που δημιούργησαν τη νέα Φιλική Εταιρία: το ΕΑΜ…
Μάς κατηγορούν ότι θέλουμε να καταργήσουμε τα σύνορα και να διαλύσουμε το
κράτος. Μα το κράτος εμείς το φτιάνουμε σήμερα, γιατί δεν υπήρχε μια που αυτοί οι
ίδιοι το είχανε διαλύσει. Ποιος είναι λοιπόν πατριώτης; Αυτοί ή εμείς; Τι κεφάλαιο δεν
έχει πατρίδα και τρέχει νάβρει κέρδη σ’ όποια χώρα υπάρχουνε τέτοια. Γι αυτό δε
νοιάζεται κι ούτε συγκινείται με την ύπαρξη των συνόρων και του κράτους. Ενώ εμείς
το μόνο που διαθέτουμε, είναι οι καλύβες μας και τα πεζούλια μας. Αυτά, αντίθετα από
το κεφάλαιο που τρέχει όπου βρει κέρδη, δεν μπορούν να κινηθούν και παραμένουνε
μέσα στη χώρα που κατοικούμε.
Ποιος λοιπόν μπορεί να ενδιαφερθεί καλύτερα για την πατρίδα του; Αυτοί που
ξεπορτίζουνε τα κεφάλαιά τους από τη χώρα μας, ή εμείς που παραμένουμε με τα
πεζούλια μας εδώ; 36

Ο Βελουχιώτης θα εκφράσει πιο ολοκληρωμένα και με συνέπεια τη “νέα” γραμμή. Η
ΕΑΜική αριστερά θα αναλάβει να εκφράσει το αγωνιζόμενο έθνος και θα εγκολπωθεί
την “Παλιγγενεσία” του έθνους, με την επανάσταση του 1821, την απόρριψη του
Φαλμεράϋερ, τη συνέχεια του ελληνισμού, στην παράδοση του Παπαρρηγόπουλου και
του Ζαμπέλιου, την υπεράσπιση της πατρίδας απέναντι στο “άπατρι” κεφάλαιο. Ο
αγωνιστικός χαρακτήρας της αριστεράς υπήρξε εκείνο το στοιχείο που την συνέδεε με
την εθνική-λαϊκή παράδοση σε πείσμα της θεωρητικά α-εθνικής αντίληψης του
μεγαλύτερου μέρους της κομμουνιστικής ηγεσίας. Και αυτή η “αγωνιστική” γραμμή θα
εκφράζεται ηγεμονικά –φθίνουσα- σε όλη της την μεταπολεμική διαδρομή μέχρι την
Απριλιανή δικτατορία. Από την λογική του αγώνα για αυτοδιάθεση της Βορείου
Ηπείρου37 και την αυτοδιάθεση-ένωση της Κύπρου, μέχρι την στροφή του 1964-65 με
βάση τις σοβιετικές θέσεις για “ανεξαρτησία” της Κύπρου, κοκ. Πάντως θα παραμένει
κυρίαρχη έως το 1974.
Στο πεδίο της ιστορίας ο Νίκος Σβορώνος, διαμορφωμένος στην αντίληψη της
Αντίστασης, θα υπερβεί την σχηματική αντίληψη για την φύση του ελληνισμού, έστω
και εάν στην πρώτη του περίοδο θα εμφανίζεται να ταλαντεύεται ακόμα ανάμεσα στην
Παπαρρηγοπούλεια και την Κορδατική εκδοχή. Ενώ σε ένα βασικό του κείμενο,
γραμμένο το 1955, μεσούσης
της
σταλινικής περιόδου, μοιάζει μάλλον να
ταλαντεύεται ως προς την ιστορική συνέχεια και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του
ελληνισμού ωστόσο αργότερα θα την αποδεχτεί ανεπιφύλακτα:38
Σε συνέντευξή του στα Σύγχρονα θέματα, στην ερώτηση: Τελικά φαίνεται να
αποδέχεσθε την παπαρρηγοπούλεια άποψη για την αδιάπτωτη συνέχεια της ελληνικής
ιστορίας, απαντά:
“Φυσικά και αποδέχομαι την κάποια πολιτισμική συνέχεια του ελληνισμού. Αλλά όχι
και ολόκληρη την παπαρρηγοπούλεια άποψη. Σε ορισμένα σημεία σαφώς και υπάρχει
αυτή η συνέχεια... Θεωρώ τη συνέχεια αυτή ως ένα δυναμικό φαινόμενο με διαφορετικές
φάσεις...”
“...Λοιπόν, η αντίθεση με όλα αυτά τα φαινόμενα για μένα είναι αντίσταση. Δηλαδή,
όπως πολύ σωστά συμπυκνώνεται στο ερώτημα σας, δεν θεωρώ αντίσταση απλώς και
μόνο να πάρεις τα όπλα να ανεβείς στα βουνά. Αυτό είναι εύκολο πράγμα, σχετικά

36

Γιάννη γ. Χατζηπαναγιώτου (καπετάν Θωμά), Η πολιτική διαθήκη του Άρη Βελουχιώτη, Δωρικός, Αθήνα 1975,
σελ, 491-509.
37
Πράγματι στην Απόφαση του Π.Γ. του ΚΚΕ της 1ης Ιουνίου 1945 αναφέρεται: “Το ΚΚΕ διακήρυξε πάντα ότι
υπάρχει άλυτο το βορειοηπειρωτικό ζήτημα. Το ζήτημα αυτό έχει το δικαίωμα και πρέπει να το λύσει λέφτερα
ολόκληρος ο βορειοηπειρωτικός λαός... Η αντιπροσωπεία του ΚΚΕ στην Κ.Ε. του ΕΑΜ δηλώνει ακόμα: Για να
εξασφαλίσει τη δημοκρατική ενότητα το ΚΚΕ είνε έτοιμο να δεχτεί και να πραγματοποιήσει την άποψη εκείνη
του δημοκρατικού κόσμου για το βορειοηπειρωτικό που θα διατυπώσει η πλειοψηφία του. Αν η πλειοψηφία αυτή
αποφανθεί για μια άμεση στρατιωτική κατάληψη της βόρειας Ηπείρου από τον ελληνικό στρατό, το ΚΚΕ θα
διατυπώσει τις αντιρρήσεις του, μα θα πειθαρχήσει.” Ριζοσπάστης, 2 Ιουνίου 1945 και Δεκα Χρόνια αγώνες, οπ.π.
σελ. 253.
38
Νίκος Σβορώνος,“Σκέψεις για μια εισαγωγή στην νεοελληνική ιστορία” Επιθεώρηση Τέχνης,1955. Επανέκδοση,
ειδικό αφιέρωμα, του Μανδραγόρα, Νο 6-7,1995, σελ 28-32.

εύκολο. Το πρόβλημα είναι να μένεις αυτό που είσαι, και αυτό βέβαια συνδυάζεται με
την πολιτισμική συνέχεια του ελληνισμού. Με το γεγονός ότι όταν κατακτήθηκε ο
ελληνικός λαός, από τους Ρωμαίους αρχικά είτε αργότερα από τους Τούρκους, είχε
εθνική ενότητα και συνείδηση της ενότητας αυτής. Υπήρχε μια λαϊκή ενότητα με τη
γλώσσα, με τα ήθη και τα έθιμα, και είχε συνείδηση της ταυτότητάς του αυτής, η οποία
του επέτρεψε να αντισταθεί, να αντισταθεί στην απορρόφηση από άλλους λαούς οι
οποίοι ήταν κατακτητές του. Με αυτή την έννοια, το φαινόμενο αυτό μπορεί να το δει
κανείς και σ’ άλλους λαούς. Δεν είναι ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ελληνικού
λαού. Το ίδιο φαινόμενο μπορεί να το δει σε όλους τους λαούς της Κεντρικής Ευρώπης
και στους άλλους βαλκανικούς λαούς, οι οποίοι, όχι βέβαια με τον ίδιο ρυθμό,
ανέπτυξαν τα εθνικά τους κινήματα.
Πάντως η αντίσταση αυτή γίνεται ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ελληνικής ιστορίας,
γιατί ο ελληνισμός είχε αυτή την πορεία για ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα. Δεν
ξέρω αν γίνομαι σαφής και δεν θα ήθελα να παρεξηγηθώ, να θεωρηθεί ότι αντιμετωπίζω
την ελληνική ιστορία σαν να είμαστε εμείς οι παλικαράδες του κόσμου, ο περιούσιος
λαός της ιστορίας.”39

Αυτή η τοποθέτηση του Νίκου Σβορώνου αποκαθιστά την ενότητα της ελληνικής
ιστορικής σκέψης, από τον Παπαρρηγόπουλο μέχρι τη σύγχρονη εποχή, από την σκέψη
του ελληνικού διαφωτισμού και ρομαντισμού μέχρι την αριστερά. Η παρέκβαση του
σταλινισμού και του δογματικού μαρξισμού θα έχει πλέον υπερακοντιστεί. Και θα
τοποθετηθεί και πάνω στην ελληνική ιδιοπροσωπία:
“Ο αντιστασιακός χαρακτήρας...
διέπει ολόκληρη τη νεοελληνική ιστορία: ο
ελληνισμός ανήκει στην κατηγορία των μικρών λαών που κινούνται στην περιφέρεια του
νεότερου κόσμου, και που η σταδιακή ανάπτυξη της εθνικής τους συνείδησης και η
συγκρότησή τους σε καινούργια έθνη, που διεκδίκησαν και διεκδικούν την πολιτική τους
ανεξαρτησία και την οικονομική και πολιτισμική τους αυτονόμηση, συντελείται μέσα
στην πάλη εναντίον υπερεθνικών αυτοκρατοριών στην αρχή, εναντίον υπερεθνικών
ιμπεριαλιστικών οικονομικοκοινωνικών συγκροτημάτων, στα νεότερα χρόνια.
Η αντιστασιακή αυτή διαδικασία, με την πιο πλατιά σημασία του όρου, που περιέχει
κάθε προσπάθεια διαφύλαξης της ιδιαίτερης προσωπικότητας ενός λαού, παίρνει
διάφορες μορφές: από την απλή προσαρμογή στις εκάστοτε συνθήκες με προοπτική τη
διείσδυση στους πολιτικοκοινωνικούς μηχανισμούς της κατάκτησης και τη μετατροπή
τους σε όργανα εθνικής συντήρησης (εκκλησία-Φαναριώτες-κοινότητες-αρματολοί, στην
Τουρκοκρατία) και την ολοένα και περισσότερο ενεργό συμμετοχή στους οικονομικούς
μηχανισμούς των κατακτητών και ιδιαίτερα των δυτικών δυνάμεων στην Ανατολική
Μεσόγειο και στην Εγγύς Ανατολή, που έδωσε ως το τέλος του ιθ΄ αι. τις πραγματικές
διαστάσεις του Ελληνισμού, ως τη συνεχή παθητική ή ένοπλη αντίσταση (κλεφτουριά –
αλλεπάλληλα,
έστω
και
ξενοκίνητα,
κινήματα)
που
κατέληξαν
στην
εθνικοαπελευθερωτική επανάσταση του ’21.
Επίσης, όταν από την ίδρυση του Ελληνικού Κράτους ως τις μέρες μας οι
εξωελληνικές δυνάμεις παίζουν πρωτεύοντα ρόλο στη ρύθμιση της μοίρας του
Ελληνισμού, όχι μόνο στην εθνική του ολοκλήρωση, αλλά και στην εσωτερική του
πολιτική και κοινωνική εξέλιξη, σε σημείο που η επίσημη πολιτική της Ελλάδας να δίνει
συχνά την εντύπωση ότι ανελίσσεται εν απουσία των Ελλήνων, ή παρουσία του
ελληνικού λαού εκδηλώνεται με συνεχή κινήματα διαμαρτυρίας, έστω και αν τα
κινήματα αυτά δεν παίρνουν πάντα συγκεκριμένες πολιτικές μορφές, που κορυφώνονται
με την εθνική και αντιφασιστική αντίσταση του 1940 –1945.40

Ο συγγραφέας χωρίς να πέφτει θύμα των παραδοσιακών προκαταλήψεων της
αριστεράς, εντάσσει την εκκλησία, τους Φαναριώτες, τους αρματολούς σε ένα σχήμα
καθολικής αντίστασης στους κατακτητές.
Βέβαια για την παλιά αριστερά, εκείνη που συγκροτήθηκε και διαμορφώθηκε μετά
39

Κ.Θ.Δημαράς, Νίκος Σβορώνος, Η μέθοδος της Ιστορίας, συνεντεύξεις με τους Στέφανο Πεσμαζόγλου και Νίκο
Αλιβιζάτο, Άγρα, Αθήνα 1995, σελ. 104, 161.
40
Νίκος Σβορώνος, Ιστορία της νεότερης Ελλάδας, Θεμέλιο, Αθήνα 1976, σελ 12-13

το 1922, τα πράγματα δεν ήταν τόσο απλά όσο φαίνονται. Πίσω από την αντίθεση στην
"προγονοπληξία" και τον "ελληνικό ιμπεριαλισμό" κρυβόταν συχνά ένας ελληνικός
"πατριωτισμός" ή μια πληγωμένη ελληνική υπερηφάνεια. Οι μηχανισμοί της
ψυχολογικής μετάθεσης είναι εξαιρετικά περίπλοκοι. Μια και η Ελλάδα δεν
αντιπροσώπευε πλέον τίποτε, ή σχεδόν τίποτε, μια και ήταν μια άθλια ψωροκώσταινα,
που δεν έχει καμία σχέση με την αρχαία Ελλάδα (κυρίως), άμουση και αφιλοσόφητη, ας
καταφύγουμε σε άλλες πραγματικές ή μυθολογικές ταυτότητες. Ας καταφύγουμε στον
προλεταριακό διεθνισμό, που μπορεί να μας επιτρέψει να υπερβούμε την ντόπια
μιζέρια, που με το πρόσχημα της προγονοπληξίας και του "τι είχαμε, τι χάσαμε",
διαιωνίζει ένα αισχρό και απαράδεκτο παρόν. Η μεταστροφή του βενιζελικού Βάρναλη
μετά την Μικρασιατική καταστροφή είναι χαρακτηριστική αυτής της διαδρομής.
Ωστόσο, αν απορρίπτεται η “προγονοπληξία”, στη σκέψη αυτής της αριστεράς το
εθνικό στοιχείο είναι παρόν και ενεργό μέσα από τον “ήρωα-λαό”, και την προβολή
της επαναστατικής διαδρομής του νεώτερου ελληνισμού. Επί πλέον υπάρχει και ένα
ακόμα σημαντικό στοιχείο που θα πρέπει να υπενθυμίσουμε. Στη διάρκεια του Α’
Παγκοσμίου Πολέμου και του μεσοπολέμου ο σωβινισμός και ο εθνικισμός τείνουν να
ταυτιστούν με τα πιο ισχυρά ιμπεριαλιστικά κράτη και ιδιαίτερα τα αναθεωρητικά,
καθώς και με το φασισμό. Ετσι ήταν σχετικά “εύκολη” η μετάβαση από την απόρριψη
του φασιστικού και ιμπεριαλιστικού εθνικισμού στην άρνηση του ίδιου του εθνικού
φαινομένου. Όμως ο αγωνιστικός χαρακτήρας της αριστεράς, η αντίθεσή της με τον
ιμπεριαλισμό, μπορούσαν να οδηγήσουν σταδιακώς, και πράγματι οδήγησαν μετά το
1940, σε γόνιμες συνθέσεις, που αναδεικνύονται όχι μόνο στο κείμενο που παραθέσαμε,
αλλά και σε μορφές εμβληματικές τόσο του ελληνικού όσο και του παγκόσμιου
αριστερού κινήματος, όπως ο Άρης Βελουχιώτης, ο Μιχάλης Ράπτης ή ο Μανόλης
Γλέζος. Και όμως, αυτό το βήμα που έχει πραγματοποιήσει αυτή η γενιά και που
αποδίδεται με ενάργεια μέσα από το κείμενο του Σβορώνου, το πέρασμα από τον
“διεθνισμό” σε μια ισορροπημένη σύνθεση εγχώριου και παγκόσμιου, σε μεγάλο βαθμό
θα αναιρεθεί από τους επιγόνους, που θα κάνουν την αντίστροφη μετάβαση από τον
διεθνισμό στον ατομοκεντρικό κοσμοπολιτισμό και στην αποδοχή της λογικής της
παγκοσμιοποίησης.
Πράγματι σε μια τέταρτη ιστορική φάση, εκείνη της “παγκοσμιοποίησης” και της
οργανικής ένταξης της Ελλάδας σε υπερεθνικούς καπιταλιστικούς μηχανισμούς, η
αριστερά -και κατ’ εξοχήν η αριστερή διανόηση- θα λειτουργήσει ως ο ιδεολογικός
προπομπός και φορέας
της προσαρμογής σε αυτή την παγκοσμιοποίηση,
χρησιμοποιώντας το ιδεολογικό οπλοστάσιο του μαρξιστικού διεθνισμού και της
μεσοπολεμικής ελλαδικής αριστεράς, χωρίς βέβαια την αγωνιστική της διάσταση. Και ο
παροξυσμός του ψευδοεθνικισμού της ελληνικής δεξιάς με την δικτατορία των
συνταγματαρχών, την “Ελλάδα των ελλήνων χριστιανών” που θα οδηγήσει στην
κυπριακή καταστροφή, θα προσφέρει το ιδεολογικό άλλοθι για την εγκατάλειψη της
εθνικοαπελευθερωτικής διάστασης της αριστεράς.
Το βασικό ιδεολογικό ρεύμα που θα εκφράσει αυτή τη νέα στροφή θα είναι εκείνο
του “ευρωκομουνισμού”. Ωστόσο αυτό το ρεύμα, με βασικό εκφραστή την
προδικτατορική ΕΔΑ και το ΚΚΕ εσωτερικού, εμφανίστηκε στην Ελλάδα ως εγχείρημα
“ελληνοποίησης” της κομουνιστικής παράδοσης, γι’ αυτό και ο συνδυασμός ελληνικής
και κόκκινης σημαίας· στο εσωτερικό του θα συμπεριλάβει ένα μεγάλο ποσοστό από τα
“μη δογματικά” στοιχεία της ελληνικής αριστεράς. Καλλιτέχνες, (π.χ ο Μίκης
Θεοδωράκης) λογοτέχνες, ιστορικοί (όπως και ο ίδιος ο Σβορώνος) θα εκφραστούν
μέσα από αυτό το ρεύμα που θα θελήσει να υπερβεί την σταλινική παραμόρφωση και
να επανασυνδέσει ελληνική παράδοση και αριστερά. Αυτό το ρεύμα θα προσφέρει
πολλά, αλλά στην μεταπολιτευτική περίοδο θα σφραγιστεί από την έλλειψη
αγωνιστικού χαρακτήρα -έναν υπέρμετρο “ρεαλισμό” που το διείπε- και την σταδιακή
του μεταβολή σε κόμμα “διανοουμένων”. Η εμφάνιση του ΠΑΣΟΚ και η παρουσία του
ΚΚΕ στέρησαν από τον ελληνικό “ευρωκομουνισμό” κάθε μαζική βάση στα λαϊκά
στρώματα της ελληνικής κοινωνίας. Ο εγκλεισμός σε σχετικά περιορισμένους κύκλους,

μέσα στο γενικό μεταπολιτευτικό πλαίσιο της αναβάθμισης του ρόλου των
διανοουμένων και της ανόδου της “αριστεράς”, με την ευρύτερη έννοια, στην εξουσία,
μετέβαλε την αριστερή διανόηση σε οργανικό διανοούμενο του μεταπολιτευτικού
κράτους. Από το ευρωκομμουνιστικό εγχείρημα, μετά μάλιστα την κατάρρευση της
σοβιετικής Ένωσης και την μαζική εισροή διανοουμένων από το ΚΚΕ στο
ευρωκομμουνιστικό στρατόπεδο, μέσω του “Συνασπισμού”, θα μείνει τελικώς το πρώτο
συνθετικό, ο “ευρωπαϊκός προσανατολισμός”.
Και πράγματι το στρώμα των διανοουμένων της ευρύτερης αριστεράς, ήταν το
καταλληλότερο όχι απλώς για την πρόσληψη και την μεταφορά της ευρωπαϊκής
ιδεολογίας στην Ελλάδα, αλλά για την ενσωμάτωση των ελληνικών ελίτ στο υπό
διαμόρφωση στρώμα των ευρωκρατών. Διέθεταν τόσο τα απαραίτητα εφόδια -γλώσσες,
εξοικείωση με τα επιστημονικά εργαλεία της ύστερης Δύσης- όσο και την κατάλληλη
ιδεολογική αρματωσιά, του διεθνισμού και του α-εθνισμού που μπορούσε να
αποτελέσει το ιδεολογικό τσιμέντο της νέας εποχής της παγκοσμιοποίησης.
Έτσι θα αρχίσει η μετάβαση από το παλιό ευρωκομουνιστικό ρεύμα (που μέσα από
την Επιθεώρηση Τέχνης, μέσα από τους Λαμπράκηδες και την... “ποίηση της ήττας”,
προσπαθούσε να δει με “σύγχρονο” μάτι το λαϊκό πολιτισμό, το ρεμπέτικο, το ζωγράφο
Θεόφιλο, τον Εγγονόπουλο και την ευρωπαϊκή πρωτοπορία, τον Αντονιόνι και τον
Γκοντάρ ταυτόχρονα) σε μια καινούργια ιδεολογική ταυτότητα.
Τώρα πλέον, το ζητούμενο δεν είναι η “ανακάλυψη της λαϊκής ψυχής”, αλλά η
εξαφάνιση της, ως παράγοντα που εμποδίζει την ευρωπαϊκή ενσωμάτωση της χώρας,
ως στοιχείου ανορθολογικού, με στοιχεία “εθνικιστικά”, “λαϊκιστικά” κλπ. Ενώ αυτό το
ρεύμα υπήρξε εξόχως λαϊκίστικο ή λαϊκότροπο, στη δεκαετία του ‘60, τριάντα χρόνια
μετά θα γίνει υπερασπιστής του εκσυγχρονισμού, νοουμένου ως πολιτισμική ισοπέδωση
και αποδοχή ενός παγκόσμιου ορθολογισμού που απορρίπτει τις “εθνικιστικές
επιβιώσεις”. Η “υλική βάση” αυτού του “ρεύματος”, που επιχειρεί την “οριστική”
αποεθνικοποίηση της χώρας, ώστε να ενταχθεί απρόσκοπτα σε μια υπερεθνική, και
δυτικοκεντρική, Ευρώπη, είναι οι ποικιλόμορφες εξαρτήσεις και διασυνδέσεις με το
ευρωπαϊκό κέντρο, με τις Βρυξέλλες και τις εγχώριες εκβλαστήσεις του. Πλέον η
παλιά “λαϊκότροπη” αριστερή διανόηση θα παραχωρήσει τη θέση της σε ένα κράμα
αριστερισμού των σαλονιών (ο αριστερισμός όταν γίνει “αντιεθνικιστικός” μπορεί να
γίνει αποδεκτός ακόμα και στα κρατικά ΜΜΕ και στους διαδρόμους της εξουσίας),
φιλελευθερισμού
και “ρεαλισμού” Οι νέες κατευθύνσεις θα είναι πλέον ο
“αντιεθνικισμός” και η καταδίωξή του “ελληνοκεντρικού”. Κάθε τι το ελληνικό είναι
ύποπτο. Ο Δημήτρης Κούρτοβικ θα διαρρήξει τον ομφάλιο λώρο αυτής της νέας
αντιεθνικιστικής αριστεράς με την Αντισταση, με την επίθεση του ενάντια στο
Βελουχιώτη41· ο Τάκης Καγιαλής που χαρακτηρίζει “εθνικιστές” και “φασίστες” τον
Εγγονόπουλο τον Εμπερίκο και τον Ελύτη που μέχρι πριν μερικά χρόνια αποτελούσαν
έμβλημα της Ανανεωτικής Αριστεράς. Γράφει λοιπόν:
“Η αντισυμβατική ετεροδοξία του ελληνικού υπερρεαλισμού δεν έχει τίποτε κοινό με τα
ιδεώδη της σοσιαλιστικής πολιτισμικής παράδοσης. Πρόκειται για ένα συνονθύλευμα
ακραία σολιψιστικών και αυταρχικών ιδεολογημάτων (ελιτισμού, σωβινισμού,
φαλλοκεντρισμού, αντι-διανοουμενισμού κ.ο.κ.) η γενεαλογία των οποίων ανήκει στην
παράδοση της ριζοσπαστικής Δεξιάς (η οποία επίσης λατρεύει τον υπερβατικό
ανορθολογισμό και υπόσχεται, με τους δικούς της βέβαια όρους, την πλήρη
41

Ο Δημοσθένης Κούρτοβικ κάτω από τον χαρακτηριστικό τίτλο “Η μετακομιδή της κάρας του Άρη”, έγραφε στα
ΝΕΑ στις 9 Δεκεμβρίου 1997: “Ο Τσε Γκεβάρα, πολύ πιο κομμουνιστής από τον Άρη, γοητεύει σήμερα τους Ιταλούς
νεοφασίστες. Δεν θα πρέπει να εκπλαγούμε αν ο Άρης –που ας μη το ξεχνάμε, δεν έπαψε ποτέ να προκαλεί αμηχανία
στο επίσημο ΚΚΕ– γίνει όχι μεθαύριο, αλλά αύριο, σύμβολο της οργανωτικά διασκορπισμένης, πλην παρούσας και
μάλιστα ογκούμενης ελληνικής ακροδεξιάς”. Αυτό το κείμενο γράφτηκε σε μια “δημοκρατική” εφημερίδα, από έναν “αριστερό” –τι άλλο θα μπορούσε να είναι– διανοούμενο., για να αναφερθεί στα βιβλία που προκάλεσαν ένα
εκδοτικό ξέσπασμα το Φθινόπωρο του 1997, των Δ. Χαριτόπουλου, (Άρης, ο αρχηγός των ατάκτων,) Γ. Φαράκου
(Άρης Βελουχιώτης ) και Γ. Καψάλη (Ο Άρης Βελουχιώτης και η εποχή του). Είναι προφανές πως η “νέα αριστερά”
ανησυχεί για κάθε τι που θα μπορούσε να επαναφέρει στο σήμερα στοιχεία του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα
του παρελθόντος.

απελευθέρωση του ανθρώπου). Τα ιδεολογήματα αυτά απαντούν σε διαφορετική
πυκνότητα και ένταση στο έργο των τριών ποιητών, σχεδόν διακριτικά στον
Εγγονόπουλο, πολύ εντονότερα στον Ελύτη, ανοιχτά και κραυγαλέα στον Εμπειρίκο 
δεν παύουν όμως να αποτελούν τον ελάχιστα κοινό παρανομαστή που διαμορφώνει το
πολιτικό στίγμα αυτής της λογοτεχνικής συντροφιάς”.

Και κλείνει το κείμενό του δίνοντάς μας ένα ηχηρό παράδειγμα της “φασιστικής”
ιδεολογίας του Ελύτη:
“Ένα χρόνο νωρίτερα (δηλ. το 1972, σημ. του Γ. Κ.), ο Ελύτης έκλεινε μια συνέντευξη
με δήλωση η οποία όπως τόνιζε, ‘περιλαμβάνει τους σκοπούς της ποίησης μου’: ‘Θεωρώ
την ποίηση μια πηγή αθωότητας γεμάτη επαναστατικές δυνάμεις. Αποστολή μου είναι
να κατευθύνω τις δυνάμεις αυτές κατεναντίον ενός κόσμου που δεν μπορεί να αποδεχτεί
η συνείδησή μου, έτσι ακριβώς, ώστε μέσω διαδοσχικών μεταμορφώσεων να φέρω τον
κόσμο αυτόν σε αρμονία μετα όνειρά μου’”42.

Έτσι λοιπόν η βούληση του Ελύτη “να φέρει τον κόσμο σε αρμονία με τα όνειρά
του”, είναι φασιστικού-“σολιψιστικού” τύπου, ως εάν οι επαναστάτες έκαναν ποτέ κάτι
το διαφορετικό, ενώ προφανώς αυτό που προτείνει ο εκφραστής “των ιδεωδών της
σοσιαλιστικής πολιτισμικής παράδοσης” είναι η προσαρμογή των ονείρων στον…
“πραγματικό κόσμο”, ή παρεμπιπτόντως και στον ‘μπεζαχτά’ (για να χρησιμοποιήσουμε
έναν όρο αυτής της… σοσιαλιστικής παράδοσης) του Κράτους και των ευρωπαϊκών
προγραμμάτων, όπως κάνουν σήμερα όλοι οι σοσιαλιστές που σέβονται τον εαυτό τους.
Η Ομάδα των αριστερών δημοσιογράφων του “Ιού” της Ελευθεροτυπίας, θα
χαρακτηρίσει την μικρασιατική καταστροφή
“Βιετνάμ της Ελλάδας”. Οι κες
Φραγκουδάκη και Δραγώνα θα εκστρατεύσουν ενάντια στον “ελληνοκεντρικό”
προσανατολισμό της εκπαίδευσης, 43 Τέλος αρκετοί νεώτεροι ιστορικοί θα επιχειρήσουν
να “αποκαθάρουν” την ιστορική έρευνα από κάθε στοιχείο “ελληνοκεντρισμού”. Ο
Στέφανος Πεσμαζόγλου στην συζήτηση-συνέντευξη που πήρε από το Νίκο Σβορώνο
(και επικεντρώνομαι στην αντιπαράθεσή τους, γιατί προέρχονται και οι δύο από
παραπλήσιο ιδεολογικό χώρο) αναφερόμενος στην αντίληψη του Σβορώνου για το
“αντιστασιακό πνεύμα που επικράτησε στην ελληνική ιστορία” ανησυχεί για το εάν:
“Είναι δυνατή και πόσο νόημα έχει η οποιαδήποτε αναζήτηση κεντρικών ιδιαίτερων
42

Βλέπε: Τάκη Καγιαλή, που διαδάσκει στο Πανεπιστήμιο Κύπρου (sic), “Μοντερνισμός και πρωτοπορία: Η
πολιτική ταυτότητα του ‘ελληνικού υπερρεαλισμού’”, Εντευκτήριο, τ. 39, Θεσσαλονίκη, Καλοκαίρι-Φθινόπωρο
1997, σελ. 75 Βλέπε την απάντηση του Γιώργη Γιατρομανωλάκη, Το Βήμα, 25 Ιανουαρίου 1998.

43

Άννα Φραγκουδάκη, Θάλεια Δραγώνα, (επιμ.), ‘Τι είναι η πατρίδα μας;’, εθνοκεντρισμός στην εκπαίδευση,
Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1997, σελ. 539. Το βιβλίο αποτελεί αξιολόγηση και ανάλυση των αποτελεσμάτων δύο
ερευνών που χρηματοδοτήθηκαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση με αντικείμενο το περιεχόμενο των εγχειριδίων
ιστορίας, γεωγραφίας και γλώσσας της εννιάχρονης υποχρεωτικής εκπαίδευσης και τις αντιλήψεις των
εκπαιδευτικών. Ξεκινώντας από πραγματικές αντιφάσεις, ελλείψεις και φοβίες του εκπαιδευτικού συστήματος,
και των εκπαιδευτικών, στοχεύει να επεξεργαστεί “δύο υποθέσεις εργασίας, που αναδεικνύουν τον φανερό ή
λανθάνοντα εθνοκεντρικό χαρακτήρα του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος... Η δεύτερη βασική υπόθεση
εργασίας είναι ότι ο εθνικός ‘εαυτός’ αναπαρίσταται στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα σήμερα, σαν να
βρίσκεται σε κατάσταση ανασφάλειας και αδυναμίας. Η εθνική ταυτότητα θεωρείται ότι έχει ανάγκη από
υπεράσπιση, ότι κινδυνεύει από αλλοίωση, ότι δηλαδή γίνεται αντιληπτή σαν ταυτότητα υποτιμημένη και
εύθραυστη” σελ. 18. Σύμφωνα με τις -και τους- συγγραφείς του βιβλίου δεν υπάρχει καμία απειλή για την εθνική
ταυτότητα, το αντίθετο μάλλον, αυτή υπερτονίζεται και δεν κινδυνεύει από τίποτε, ούτε από εξωτερικές
επεκτατικές δυνάμεις, ούτε από πολιτιστική και γλωσσική αλλοτρίωση, και επί πλέον ο “λανθάνων ή φανερός”
εθνοκεντρισμός εμποδίζει προφανώς την απρόσκοπτη ένταξή μας στην διεθνή κοινότητα, δηλαδή στην
αδιαφοροποίητη παγκοσμιοποιητική σούπα. Και αν η Άννα Φραγκουδάκη επισημαίνει -σωστά- την έλλειψη
αναφοράς στους Βαλκανικούς λαούς και τον ευρωκεντρισμό που χαρακτηρίζει τα βιβλία ιστορίας, ταυτόχρονα
δεν φαίνεται να κατανοεί γιατί στην Ελλάδα εξακολουθούν να επιβιώνουν μορφές και αντιλήψεις της εθνικής
ταυτότητας που ανάγονται στον 19ο αιώνα -πράγμα που δεν συμβαίνει στη Δυτική Ευρώπη (Βλέπε σελ. 344400)! Για δύο λόγους, κατ’ αρχάς ακριβώς γιατί η Ελλάδα δεν είναι Δυτική Ευρώπη, αντιμετωπίζει εθνικά
προβλήματα, στην Κύπρο, το Αιγαίο και τη Θράκη, ζει σε μια ζώνη αναταραχών -ας δούμε για παράδειγμα το
Αλβανικό, το Κοσσυφοπέδιο· και για ένα δεύτερο λόγο που δεν μοιάζει καθόλου να υποπτεύεται, ότι δηλαδή σε
μια εποχή παγκοσμιοποιητικής ισοπέδωσης η “επιστροφή” στην ταυτότητα διαπερνά όλο τον πλανήτη, και τη
Δυτική Ευρώπη, ως απόπειρα αντίστασης στο πολυεθνικό κεφάλαιο.

εθνικών χαρακτηριστικών; Τέτοιες γενικές τοποθετήσεις δεν οδηγούν σε
χαρακτηρολογικές τυπολογίες εθνών;” 44
“… Όταν είναι εξαιρετικά δύσκολο να οδηγηθούμε σε ανθρώπινες χαρακτηρολογίες,
ακόμη περισσότερο κοινωνικών ομάδων και τάξεων, δεν κινδυνεύει η ανίχνευση
κάποιου καθοριστικού χαρακτηριστικού ενός ολόκληρου έθνους –και μάλιστα στην
πολύ μεγάλη διάρκεια 1.500-2.000 ετών– να
είναι στην καλύτερη περίπτωση
μονοσήμαντη, στη χειρότερη, κενή περιεχομένου;
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η εικόνα που δίνετε της νεοελληνικής ταυτότητας, για
τους “Νεοέλληνες” και τη συνεχή παρουσία ενός αντιστασιακού πνεύματος δεν είναι
μονοσήμαντα κολακευτική και εξιδανικευτική;” 45
“Τελικά, μήπως τέτοια συνολικά σχήματα δεν έχουν κανένα νόημα, μια που στην
ιστορία όλων των λαών, όλων των εποχών, συνυπάρχουν –σε εναλλασσόμενους
βαθμούς- και τα στοιχεία που συνθέτουν τις όποιες ‘αντιστάσεις’ του, αλλά και τα
στοιχεία που στοιχειοθετούν τις αδράνειές του;”46

Το νόημα είναι σαφές, οι Έλληνες δεν υπάρχουν πλέον! Στο βαθμό που εθνικά
χαρακτηριστικά και “τυπολογίες εθνών” είναι ανύπαρκτες, και “σε όλους τους λαούς
εναλλάσσονται αδράνειες και αντιστάσεις” με όμοιο τρόπο, τότε η ιδιαιτερότητα των
εθνών εξαφανίζεται, στην καλύτερη περίπτωση η εθνική ταυτότητα είναι ένα
φολκλορικό ή γλωσσικό υπόλειμμα, μια “φαντασιακή κατασκευή” ή μια “νοερή
κοινότητα”, για να αναφέρουμε μια φράση του συρμού47, ή ακόμα χειρότερα μία
“αντιδραστική κατασκευή”. Αυτό το βήμα θα το κάνει ο Πασχάλης Κιτρομηλίδης, ο
οποίος θα αμφισβητήσει το ότι η εθνική συνείδηση προηγείται της κρατικής υπόστασης
καθώς επίσης και το γεγονός πως υπάρχει κάποια σχέση ανάμεσα σε Ορθοδοξία και
εθνική ταυτότητα:
“Αυτή η μεθοδολογική προσέγγιση κατευθύνεται προς έναν αναθεωρητικό ουσιαστικό
στόχο. Η συγκριτική ανάλυση των στοιχείων επιζητεί να αμφισβητήσει δύο αντιλήψεις
που επικρατούν στην ιστοριογραφία της Ανατολικής Ευρώπης. Η πρώτη αντίληψη που
θα τεθεί υπό αμφισβήτηση είναι δυνατόν να περιγραφεί ως η ιδέα της “εθνικής
αφύπνισης”. Η διάχυτη αυτή άποψη δέχεται ότι το “έθνος”, ως κοινότητα πολιτισμού και
κοινωνικών αισθημάτων, προϋπήρξε του κράτους. Πρόκειται για αντίληψη με μακρά και
επιφανή διανοητική γενεαλογία στη ευρωπαϊκή σκέψη, που ανάγεται ως τον Herder και
τον Fichte. Αυτή ακριβώς η αντίληψη κατηύθυνε το έργο των μεγαλύτερων ιστορικών
της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, ανδρών όπως ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος και ο
Nicolae Iorga. Οι Βαλκάνιοι εθνικιστές οικειοποιήθηκαν τις ιδέες αυτές και
προσπάθησαν να προικίσουν τα κράτη τους με μακρά ιστορία εθνικότητας και αισθητής
εθνικής παρουσίας πριν από την επίτευξη κρατικής υπόστασης· εξύμνησαν κατά κανόνα
το μεσαιωνικό τους παρελθόν και επιδίωξαν να αποκαταστήσουν αδιάσπαστες συνέχειες
εθνικής ύπαρξης από την πιο μακρινή αρχαιότητα. Οι δυτικοί ιστορικοί συμμερίστηκαν
και αναπαρήγαγαν την αντίληψη αυτή στα κείμενά τους για την πολιτική και την ιστορία
των Βαλκανίων, παρά την κριτική και συχνά ειρωνική στάση τους απέναντι στους
πόθους του βαλκανικού εθνικισμού.
Η δεύτερη αντίληψη που θα έπρεπε να επανεξεταστεί είναι η άποψη που θεωρεί την
Ορθοδοξία ως πρόμαχο του εθνικισμού. Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, η Ορθόδοξη
Εκκλησία διαδραμάτισε μείζονα ρόλο στη διατήρηση και καλλιέργεια της εθνοτικής
ταυτότητας των εθνών της Νοτιανατολικής Ευρώπης κατά τη διάρκεια της οθωμανικής
κυριαρχίας, καθώς και στην καθοδήγηση της εθνικής τους “αφύπνισης”. Η αντίληψη
αυτή σαφώς ισχυρίζεται ότι η Ορθοδοξία ταυτίζεται με την εθνικότητα, ενώ υπαινικτικά
υποδεικνύει την αναγνώριση της Ορθόδοξης Εκκλησίας ως εμπροσθοφυλακής του
εθνικισμού. Η αντίληψη αυτή, οι διανοητικές καταβολές της οποίας είναι εύκολο να

44

Όπ.π.,σελ. 160.
Όπ.π.,σελ. 161-162.
46
Όπ.π.,σελ. 164.
47
Anderson, Benedict, Imagined Communities, Reflections on the Origin and Spread of Nationalism, Verso,
Λονδίνο 1983.
45

εντοπιστούν στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, κυριάρχησε στη βαλκανική
ιστοριογραφία του 20ου αιώνα τόσο επίμονα όσο και η ιδέα περί ‘εθνικής αφύπνισης’” 48

Πλέον έχουμε φθάσει στο άκρο άωτο της αναθεώρησης -ακόμα και της παλιάς
ελληνικής μαρξιστικής αντίληψης που τουλάχιστον ανήγαγε το νεοελληνικό έθνος στις
αρχές της χιλιετηρίδας- αλλά και του παραλογισμού. Η ελληνική εθνική συνείδηση
είναι δημιούργημα του κράτους! Το πως βέβαια δημιουργήθηκε το ελληνική κράτος, ή
τα άλλα εθνικά κράτη των Βαλκανίων, είναι αδιάφορο για τον συγγραφέα. Αυτό που
τον απασχολεί είναι το πως εμπέδωσαν την “εθνικιστική ιδεολογία” από τον 19 ο αιώνα
και μετά και έτσι εμφύσησαν εθνική συνείδηση στους υποτιθέμενους (για τον
Κιτρομηλίδη) αλύτρωτους Έλληνες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Και βέβαια η
ορθόδοξη ταυτότητα των βαλκανικών λαών δεν αποτελεί βασικό στοιχείο συγκρότησης
της εθνικής ταυτότητας. Προφανώς, εφ’ όσον η εθνική συνείδηση δημιουργείται από το
κράτος, η ορθοδοξία αποτελεί “προεθνικό” στοιχείο και κατά συνέπεια δεν υπάρχει
καμία συσχέτιση με την εθνική ταυτότητα των βαλκανικών λαών! Κατά συνέπεια
αποτελεί “εθνικισμό”, με την σχετλιαστική έννοια, κάθε έκφραση εθνικής ταυτότητας,
κάθε διεκδίκησή της, κλπ. κλπ. όπως βέβαια και κάθε προσπάθεια για την
πραγματοποίηση της εθνικής ολοκλήρωσης, ήδη από τον 19ο αιώνα! Όλη η νεώτερη
ελληνική ιστορία αποτελεί ένα εθνικιστικό παραλήρημα και οι Έλληνες κυριολεκτικά
εξαφανίζονται ως έθνος.49 Και όλα συνηγορούν προς αυτό. Η εθνική συνείδηση
διαμορφώνεται μέσω του εκπαιδευτικού μηχανισμού,50 μέσω της κρατικής “προπαγάνδας” γι αυτό εξ’ άλλου και η ιδιαίτερη προσπάθεια του “ρεύματος” να αποκαθάρει
από τον εθνικισμό, δηλαδή από κάθε στοιχείο εθνικής ταυτότητας, τα σχολικά και
εκπαιδευτικά βιβλία.
Πρόκειται δηλαδή ένα νέο -ουσιαστικά- ιδεολογικό ρεύμα, το οποίο στηριζόμενο
στην μαρξιστική σύλληψη του έθνους ως έθνους-κράτους, προχωράει πιο πέρα και
αρνείται την πραγματική -υλική- υπόσταση της εθνικής κοινότητας. Πλέον η εθνική
ταυτότητα είναι “νοερή”, και όχι μόνον αυτό αλλά και κατασκευασμένη και
αντιδραστική. Εν τέλει τα συλλογικά υποκείμενα, άρα και το έθνος, είναι κατασκευές.
Ο “μαρξισμός” ολοκληρώνεται ως ατομοκεντρικός φιλελευθερισμός. Ούτε εξ άλλου
είναι τυχαίο πως αυτό το ιδεολογικό ρεύμα συμπλέει με τον Νίκο Δήμου, τον Ανδρέα
Ανδριανόπουλο, το Στέφανο Μάνο και άλλους οπαδούς του φιλελευθερισμού και της
παγκοσμιοποίησης. Και όμως αυτό το ατομοκεντρικό και τεχνοκρατικό κατασκεύασμα
εξακολουθούν οι φορείς του να το εμφανίζουν ως “μαρξιστικό” ή “αριστερό”, ενώ
αποτελεί απλώς την ιδεολογική έκφραση της παγκοσμιοποίησης και της
πολυεθνικοποίησης του κεφαλαίου, το οποίο στην παρούσα φάση της ανάπτυξης του
αποστρέφεται και αντιμάχεται κάθε μορφή κοινότητας, είτε εθνική, είτε ταξική, ως
εμπόδιο στην επέκτασή του.
Μέσα στα πλαίσια της μεταπολιτευτικής Ελλάδας, όπου η ιδεολογία της αριστεράς
ήταν ηγεμονική και είναι οι σοσιαλιστές του ΠΑΣΟΚ που ανέλαβαν την ένταξη της
χώρας στους μηχανισμούς της παγκοσμιοποίησης -και όχι η δεξιά, όπως συνέβη π.χ.
στη Γερμανία-, από την Αριστερά μπορούσε να εκπηδήσει μια σοβαρή και με
πιθανότητες επιτυχίας απόπειρα από-εθνικοποίησης και αποδιάρθρωσης μιας ισχυρής
εθνικής ταυτότητας, όπως είναι η ελληνική. Ο παγκοσμιοποιητικός εκσυγχρονισμός θα
έχει αριστερό πρόσημο στην Ελλάδα, τόσο στο πολιτικό, όσο και στο ιδεολογικό πεδίο.
Μετά τη μεταπολίτευση, η αντίφαση θα αρθεί. Η επίσημη αριστερά θα πάψει να

48
Πασχάλης Κιτρομιλίδης, “‘Νοερές κοινότητες’ και οι απαρχές του εθνικού ζητήματος στα Βαλκάνια” στο
Θάνος Βερέμης (επιμ.) Εθνική ταυτότητα και εθνικισμός στη νεότερη Ελλάδα, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1997, σελ. 55-56.
49
Εξ άλλου μόνο με μια τέτοια θεωρία θα ήταν δυνατό να υποστηρίζεται από τους “νεοκυπρίους” ότι οι Κύπριοι
αποτελούν ένα νεοφανές έθνος. Μια και το κράτος συγκροτεί το έθνος, έστω και ένα κουτσουρεμένο κράτος σαν
το Κυπριακό, συγκροτεί μια νέα εθνική ταυτότητα.. Ο Καίσαρ Μαυράτσας, Κύπριος όπως και ο κ. Κιτρομηλίδης,
στον οποίο αναφέρεται συστηματικά στο βιβλίο του, θα γράψει τις, Όψεις του ελληνικού εθνικισμού στην Κύπρο,
Κατάρτι, Αθήνα 1998, όπου με λύπη του θα διαπιστώνει την εκ νέου υποχώρηση της “νεοκυπριακής ιδεολογίας”,
έναντι του ανερχόμενου “ελληνοκυπριακού εθνικισμού”!
50
Βλέπε Ernest Gellner, Έθνη και εθνικισμός, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1992.

είναι αγωνιστική, θα απορροφηθεί στο κράτος, ή μάλλον θα μεταβληθεί, κατά την
έκφραση του Αλτουσέρ σε “ιδεολογικό μηχανισμό του κράτους” και η κατάρρευση του
ανατολικού στρατοπέδου θα τη μεταβάλει στο μεγαλύτερο μέρος της σε δυτικόστροφη
και Βρυξελλόπληκτη.51 Εξ άλλου η θητεία της, ως θεραπαινίδας της Μόσχας, την είχε
προετοιμάσει για τις νέες δουλείες της. Η αριστερά θα γίνει κυρίαρχη στη διανόηση και
τους Πανεπιστημιακούς μηχανισμούς, στους δημοσιογραφικούς χώρους κ.λπ. και η
ιδεολογία της ενός άχρωμου ψευτοδιεθνισμού θα συνταυτιστεί απολύτως με τον
κοσμοπολιτισμό των “γιάπηδων”. Επί ματαίω θα γράφει ο ποιητής από μακρυά:
‘Εν τω μεταξύ
η γύφτισσα υπενθυμίζει στους αριστερούς το
‘Φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας!’52
Αυτή την εξέλιξη θα πρέπει να την μελετήσουμε σε οργανική σύνδεση με τη νέα
παγκόσμια συγκυρία:
Ιδιαίτερα
στις δεκαετίες του 1980 και 1990, η αντίδραση των ισχυρών
ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και κατ’ εξοχήν της Αμερικανικής υπερδύναμης, απέναντι
στην οικονομική κρίση που εκδηλώθηκε το 1973, δεν θα πάρει τη μορφή της
αυτάρκειας και του κλεισίματος των συνόρων, όπως εκφράστηκε στην μετά το 1929
περίοδο, αλλα, αντίστροφα, της “παγκοσμιοποίησης”, της διάλυσης των εθνικών
ταυτοτήτων, της υπερεθνικοποίησης. Στις κεντρικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις στις
οποίες ο παραδοσιακός φιλελευθερισμός διεθετε ισχυρές ιδεολογικές βάσεις, όπως στις
Αγγλοσαξωνικές χώρες, εκεί το πρόσημο της παγκοσμιοποίησης θα είναι
νεοφιλελεύθερο. Η Σχολή του Σικάγο, ο Φρήντμαν, ο Φουκουγιάμα, θα αποτελέσουν
τους ιδεολογικούς μέντορες της νέας εποχής. Όπου αντίθετα, ιδιαίτερα στις πιο
αδύναμες οικονομίες, τις χώρες με αριστερή παράδοση, τις χώρες με υπαρκτά εθνικά
ζητήματα, η αριστερά διέθετε το ιδεολογικό μονοπώλιο, εκεί το πρόσημο της
“παγκοσμιοποίησης” θα είναι αριστερό και η αριστερή διανόηση με την επίθεσή της
ενάντια στον “συντηρητισμό” και τον “εθνικισμό”, θα αναλάβει να προετοιμάσει το
ιδεολογικό έδαφος για την αποδοχή της “νέας τάξης”. Αυτό θα συμβεί σε πολλές χώρες
της Λατινικής Αμερικής, σε όλες τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, στην Ισπανία, την
Ελλάδα, ακόμα και σε χώρες όπως η Γαλλία, η Ιταλία. Τα “ατομικά δικαιώματα”, η
υπεράσπιση των μειονοτήτων, ο “αντιρατσισμός”, τα παγκόσμια περιβαλλοντικά
προβλήματα, που κάποτε αποτελούσαν κόκκινο πανί για τις εξουσίες, θα μεταβληθούν
σε πολιορκητικούς κριούς των μεγάλων δυνάμεων, για την υποταγή του Τρίτου Κόσμου
κατ’ εξοχήν, αλλά και των λαών των ίδιων των καπιταλιστικών χωρών στην λογική του
παγκοσμιοποιημένου κεφαλαίου.53 Και ποιος μπορεί να είναι ενάντια στα δικαιώματα
των μειονοτήτων, ποιος μπορεί να μην υπερασπίζεται τα ανθρώπινα δικαιώματα, κλπ.
αν μάλιστα είναι αριστερός; Και έτσι ο κύκλος μπορεί να κλείσει. Μια αριστερή
διανόηση που είχε πάψει να είναι αγωνιστική και αντιιμπεριαλιστική, και επομένως να
δίνει ένα ανταγωνιστικό περιεχόμενο σε αυτά τα αιτήματα, μεταβάλλεται, στις νέες
συνθήκες, στην αιχμή του δόρατος του εκσυγχρονισμού, της “παγκοσμιοποίησης”, της
αποεθνικοποίησης.
***
Στη σύγχρονη Ελλάδα μόνο ένα μεγάλο πολιτικό και ιδεολογικό ρεύμα προσπάθησε να
υπερβεί το δίλημμα, έθνος και κοινωνία, παρελθόν και μέλλον, Δύση και Ανατολή, και
αποπειράθηκε να ενώσει τις άκριες της αλυσίδας εκείνο το ρεύμα που στο γύρισμα του
αιώνα θέλησε να απαντήσει θετικά στην πρόκληση της εποχής. Εκείνο του ρεύμα που
έδωσε τον Καλλέργη, τον Σκληρό και το Γληνό, τον Παλαμά και τους δημοτικιστές, τον
51

Η πρόσφατη “στροφή” του ΚΚΕ προς θέσεις πατριωτικές δεν αναιρούν τις διαπιστώσεις μας δεδομένου ότι το
ΚΚΕ έχει απογυμνωθεί σχεδόν ολοκληρωτικά από διανόηση.
52
Νικόλας Κάλας, “Ευτυχούπολις”, Οδός Νικήτα Ράντου, όπ, π. σελ. 104.
53
Η συντριβή του Σαντάμ Χουσεϊν, δηλαδή η υποταγή των Αράβων και των Παλαιστινίων και η διασφαλιση
φθηνού πετρελαίου για τη Δύση, καθώς και η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας θα πραγματοποιηθούν με προμετωπίδα
τον αγώνα για τα “ανθρώπινα δικαίωματα”.

Βενιζέλο και τον Ίωνα Δραγούμη.
Αυτό το ρεύμα, μέσα στην διαταξικότητά του, κατανόησε την σημασία του εθνικού
ζητήματος χωρίς να πέφτει στην προγονοπληξία και θέλησε να υπερβεί την Ελλάδα της
Μελούνας. Επρόκειτο για το ρεύμα που κατανοούσε πως δεν μπορεί να υπάρχει
πολιτισμός, εργατικό κίνημα και αστική τάξη, κίνηση ιδεών, ταξική πάλη σε ευρύτερη
κλίμακα, σε ένα απόκομμα έθνους, και αυτό άσχετα με τις διαφορές τους, τόσο βίαιες
συχνά στα υπόλοιπα ζητήματα. Όπως επίσης πως δε μπορεί να υπάρξει
εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα χωρίς τη συμμετοχή του λαού, χωρίς τον κοινωνικό
μετασχηματισμό ή τουλάχιστον την κοινωνική μεταρρύθμιση. Όμως αυτό το ρεύμα, το
μόνο που έτεινε να υπερβεί τη νεοελληνική μιζέρια, πνίγηκε στις ακτές της Σμύρνης.
Και όμως, παρά την ήττα του, είχε δημιουργήσει μια νέα Ελλάδα. Μιαν Ελλάδα
υπερδιπλάσια σε έκταση και σε πληθυσμό, που στις νέες συνθήκες μπορούσε να
αναπτύξει στοιχεία ενός ισχυρότερου πολιτισμού από ότι το παλιό ελλαδικό κράτος.
Δεν είναι τυχαία η ανάπτυξη του εργατικού κινήματος, της αστικής τάξης και των
πνευματικών ρευμάτων στην περίοδο του μεσοπολέμου, παρά το γεγονός ότι η
εξαφάνιση του ευρύτερου ελληνισμού γίνεται όλο και πιο δυσβάστακτη.
Γιώργος Καραμπελιάς
Υ.Γ. Σε αυτή τη συλλογή ανθολογούνται τα εξής κείμενα:
1. Η μελέτη του Γεωργίου Σκληρού για το Ανατολικό Ζήτημα που δημοσιεύτηκε στο
Νουμά, και παρουσιάζεται στο σύνολό της.
2. Η μελέτη του Δημήτρη Γληνού για το ίδιο ζήτημα
που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Ελληνισμός”, και η οποία αναπάραγεται επείσης στο
σύνολο της.
3.Αποσπάσματα από μια ευρύτερη μελέτη του Δημήτρη Γληνού που έγραψε μαζί με τον
Μανόλη Τριανταφυλλίδη το 1910, στη Γερμανία, πάνω στην ανάγκη μιας εσωτερικής
αναγέννησης της Ελλάδας για να αντιμετωπιστεί το Ανατολικό Ζήτημα, και που
απαντούσε ουσιαστικώς στα αιτήματα που έθετε η Επανάσταση του 1909.
4. Αποσπάσματα από το ημερολόγιο του Ίωνα Δραγούμη και μάλιστα από την
τελευταία περίδο της ζωής του που φωτίζουν την απόπειρά του για μια σύνθεση εθνικού
και κοινωνικού, και παράλληλα τις θέσεις του για μια διαφορετική λύση του
Ανατολικού Ζητήματος.
Στην παρουσίαση των κειμένων τηρήθηκε η αρχική ορθογραφία των συγγραφέων.